Το βουνό των παιδιών. Toυ Dario Amadei

Το βουνό των παιδιών

Υπάρχει ένα μεγάλο σπίτι, κρυμμένο μέσα στα σύννεφα, πάνω στην κορυφή ενός πανύψηλου βουνού, όπου βρίσκουν καταφύγιο όλα τα παιδιά στον κόσμο που ξέφυγαν από τον πόλεμο. Δεν ήθελαν να αφήσουν τις οικογένειες τους αλλά δεν έχουν άλλη επιλογή, η εναλλακτική λύση είναι ο θάνατος.

Νιώθουν ένα συναίσθημα παράξενο που δεν είναι φόβος και που δεν μπορούν να το εκφράσουν με λόγια.  Τους επιτίθεται αγριεμένο και σιγά σιγά τα κυριεύει. Το αισθάνονται αρχικά στην καρδιά, μετά στο μυαλό και μετά μονομιάς είναι παντού και τους έρχεται να κλάψουν. Τότε τα πιο μεγάλα αγκαλιάζουν τα μικρά και τραγουδούν γλυκά τραγουδάκια που τους θυμίζουν τους παλιούς καλούς καιρούς. Κάποιο από αυτά θυμάται πως άρχισαν όλα. Υπήρχαν δύο γειτονικοί λαοί που ζούσαν ειρηνικά και που τους χώριζε μόνο ένα ποτάμι. Ήταν εκείνοι από την απέναντι πλευρά του ποταμού και αυτοί από την εδώ πλευρά του ποταμού: τίποτα παραπάνω, αλλά ήταν ευτυχισμένοι.

Μετά, μια άσχημη μέρα από την απέναντι πλευρά του ποταμού ήταν ένας άντρας που έβαλε κανόνες και από την εδώ την πλευρά ήταν ένας άλλος άνδρας που έβαλε διαφορετικούς κανόνες.

Και οι δύο ήθελαν οι κανόνες τους να γίνονται σεβαστοί είτε από εκείνη την πλευρά, είτε από την εδώ πλευρά και έτσι ήταν αδύνατο να συμφωνήσουν.

Ύψωσαν τοίχους στις δύο πλευρές του ποταμού, αρχικά χαμηλούς, σαν τοιχάκια κήπου, μετά ολοένα και πιο ψηλούς, απότομους, σκεπασμένους με συρματοπλέγματα. Οι μαμάδες δεν έραβαν πλέον ποδίτσες και αποκριάτικες φορεσιές για τα παιδιά τους, αλλά στρατιωτικές στολές για τους συζύγους και τα μεγαλύτερα αγόρια τους.

Κατασκευάστηκαν όπλα ολοένα και πιο εξελιγμένα, πάντα πιο καταστροφικά. Οι στρατιώτες παραμόνευαν στους τοίχους και παρακολουθούσαν με άγριο βλέμμα, έτοιμοι να εξαπολύσουν την πρώτη επίθεση. Μετά, μια άσχημη μέρα, ένα ανοιξιάτικο πρωινό χωρίς ήλιο, τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν. Ήταν το σινιάλο για να πέσει η πρώτη βόμβα. Δυστυχώς ακολούθησαν πολλές άλλες και σύντομα, στη θέση των σπιτιών, έμειναν μόνο καπνισμένα ερείπια. Όμως η βία δεν σταμάτησε και οι στρατιώτες τραυματισμένοι και γεμάτοι αίματα συνέχισαν να πυροβολούν. Ήθελαν μόνο να σκοτώσουν, παρόλο που εκείνη τη στιγμή κανένας δεν θυμόταν πλέον γιατί.

Ήταν τότε που τα παιδιά κατέφυγαν στο βουνό, ήταν κουρασμένα από το θάνατο και την καταστροφή και ήθελαν μόνο την ειρήνη.

Το βράδυ, στο σπίτι όλα ψιθυρίζουν ότι θα έρθει ο Άρης Πεισματάρης. Ο Άρης Πεισματάρης είναι ένας δαίμονας πολύ κακός, που θέλει τον πόλεμο και καταστρέφει τα πάντα,  αλλά πάνω στο βουνό δεν φοβίζει κανέναν και τα παιδιά τον θυμούνται για να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι είναι ακόμα ζωντανά.

Θα ήθελαν να φοβούνται όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας τους, αλλά ύστερα από αυτό που έζησαν τίποτε δεν μπορεί πλέον να τα τρομάξει. Κάποιο από αυτά ένα βράδυ είδε ένα όνειρο. Την επόμενη μέρα το διηγήθηκε στα άλλα παιδιά και όλα μαζί έγραψαν αυτό το τραγούδι:

Πάψε να ανησυχείς,

απ’ τον φόβο της σιωπής

γύρω κλάμα και νεκροί.

Στο τρελό μυαλό μη μπεις

στο κακό  θα οδηγηθείς

Θα τελειώσει μονομιάς

Κάθε ελπίδα της χαράς.

Συχνά το τραγουδούν, για να μην νιώθουν μόνα, παρόλο που γνωρίζουν πολύ καλά πως δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει.

Συγγραφέας: Dario Amadei

Μετάφραση στα ελληνικά: Ευαγγελία Φιλιππάτου

SHARE

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο