Αφορμή για το παρόν κείμενο είναι η επιθυμία της Κρατικής θρησκευτικής Ιεραρχίας να διαλυθεί η τελευταία Συναδελφική[1] Εκκλησία και να παραδοθεί η ιδιοκτησία του Ιερού Ναού της στο ΝΠΔΔ «Εκκλησία της Ελλάδος».

Στην πραγματικότητα, αυτό που η θρησκευτική διανόηση θέλει να διαλύσει είναι τις εκκλησιαστικές, αγαπητικές και δημιουργικές σχέσεις των ανθρώπων της εκκλησίας, ώστε να φύγει από μπροστά της και το τελευταίο απομεινάρι αληθούς εκκλησιαστικής, κοινοτικής και πολιτικής ιστορίας. Τον τελευταίο καιρό, γίνεται μια τεράστια και ολόπλευρη επιχείρηση διαγραφής της μνήμης του λαού, με επιστρατευμένους όσους θεωρούνται «διανόηση», οι οποίοι συνήθως έχουν στενή σχέση με την κρατική εξουσία. Στην περίπτωση των Φαρακλάτων, κομματικοί, που έχουν να λαβαίνουν το κάτι τις από τη συναναστροφή τους με την εξουσία, έχουν αναλάβει το ρόλο της 5ης Φάλαγγας.
Η μοναδική δικαιολογία, για την κατάσχεση της κοινής περιουσίας των ενοριτών είναι το «δεν το λέει ο νόμος». Μόνο που αυτός ο νόμος δεν είναι του Θεού ή της εκκλησίας. Τον έφτιαξαν μόνοι τους, παρέα με τους πολιτικούς.

Κάποτε, υπήρχε μια άλλη εκκλησιαστική και κοινοτική ζωή στην Ελλάδα, εντελώς διάφορη από αυτό που ζούμε σήμερα. Οι Λατίνοι παρέμειναν στα Επτάνησα, επί 660 χρόνια, από το 1204 έως το 1797, και εξ αρχής είχαν απαλλοτριώσει όλους τους ορθόδοξους ναούς, όπου διόριζαν ιερείς πειθήνιους στη δική τους εξουσία. Έτσι είχαν μάθει. Η ρωμαιοκαθολική θρησκευτική και πολιτική εξουσία ήταν ένα και το αυτό.

Οι Ορθόδοξοι απομακρύνθηκαν από τους κρατικούς ναούς και άρχισαν να κτίζουν δικούς τους. Έτσι στα Επτάνησα είχαμε τις Συναδελφικές Εκκλησίες – Αδελφότητες, οι οποίες ασχολούνταν με κάθε θέμα, που αφορούσε την κοινοτική τους ζωή. Η ενετοκρατία αναγνώρισε επίσημα αυτές τις δομές το 1754. Η νομική αναγνώριση ήρθε 550 χρόνια μετά το 1204 και 43 χρόνια πριν εγκαταλείψουν οι Ενετοί τα νησιά. Επί 5,5 αιώνες, οι Ορθόδοξες κοινότητες είχαν για σύνταγμα τα ευαγγέλια. Το καθεστώς των Συναδελφικών Εκκλησιών αναγνωρίστηκε και διατηρήθηκε επί Αγγλοκρατίας.

Η σημερινή διανόηση όλων των ειδών, γαλουχημένη με τα νάματα του διαφωτισμού, δηλ. τις προτεσταντικές και ρωμαιοκαθολικές αντιλήψεις για το Κράτος, το Νόμο και την Εκκλησία, είναι αδύνατον να καταλάβει τι θέλει να πει ο Σερ Στήβεν Ράνσιμαν, όταν λέει:

«Η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πάντα και πολιτικό ίδρυμα, εκτός από θρησκευτικό, και πάντα ενδιαφερόταν για το νόμο. Πρέπει να θυμόμαστε πως, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε στη Δύση και ήρθαν τα βαρβαρικά βασίλεια, οι ρωμαίοι άρχοντες χάθηκαν αλλά οι εκκλησιαστικοί άνδρες παρέμειναν, κι ήταν κι οι μόνοι με ρωμαϊκή μόρφωση. Οπότε, αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τους βάρβαρους βασιλείς για να εφαρμόσουν το νόμο. Έτσι, η Δυτική Εκκλησία «ανακατεύτηκε» με το νόμο. Τον βλέπεις το νόμο στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: θέλει να είναι όλα νομικά κατοχυρωμένα. Στο Βυζάντιο και είναι ενδιαφέρον πώς μετά την τουρκική κατάκτηση τα υποστρώματα παραμένουν η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνον για τον Κανόνα, το νόμο των γραφών. Δεν έχει την επιθυμία να καθορίσει τα πάντα. Στις δυτικές Εκκλησίες που αποσχίστηκαν από τη ρωμαιοκαθολική, η ανάγκη του νόμου, του απόλυτου καθορισμού, έχει κληρονομηθεί».

Οι σημερινοί δεν μπορούν να καταλάβουν ότι για να οργανωθεί μία πολιτική κοινότητα δεν χρειάζεται να τα ξέρει όλα. Δεν χρειάζεται να ξεκινά με τον ορισμό – επιβολή μιας ιεραρχίας, με μια διακήρυξη κι ένα καταστατικό. Αυτά είναι τα δυτικά – ρωμαϊκά – ρωμαιοκαθολικά, πάντα ολιγαρχικά πρότυπα. Χρειάζεται μόνο να υπάρχει εκκλησιαστική λειτουργία σε επίπεδο ανθρώπινων σχέσεων και αποφάσεων. Μία απελευθερωτική οργάνωση του λαού δεν χρειάζεται κόμματα. Χρειάζεται εκκλησίες, κοινότητες, δήμους, λαϊκές συνελεύσεις.

Ο εκκλησιαστικός τρόπος λειτουργίας, που ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα και έφτασε ως τις αρχές του 20ου αιώνα, είναι σαφέστατα πιο αποτελεσματικός και δημιουργικός από τον ρωμαιοκαθολικό και αγγλικανικό νομικό τρόπο. Λίγο πριν την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, ο συναδελφικός τρόπος λειτουργίας των Ορθοδόξων είχε εξαφανίσει σχεδόν όλους τους κρατικούς ναούς. Στο Αργοστόλι υπήρχαν 26 ναοί και αντίστοιχες ενορίες και μόνο μία ήταν κρατική[2]. Οι κρατικοί ναοί επανεμφανίστηκαν, όταν καταλύθηκε ο Νόμος του Θεού και της εκκλησίας, μετά την μεταφορά της Ύπατης Αρμοστείας από την Κέρκυρα στην Αθήνα, όπως εύστοχα είχαν παρατηρήσει οι αληθινοί Ριζοσπάστες.

Αυτό που μένει να μάθει ο σύγχρονος Έλληνας είναι το πώς λειτουργούσαν εκείνες οι εκκλησίες, ως το 1864. Οι χωρικοί από τα Φαρακλάτα, ψάχνοντας την ιστορία τους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, βρήκαν διάφορα. Ένα από αυτά είναι ο «ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝΙΚΩ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ», για την Κεφαλονιά.

Ο κανονισμός είναι επανάληψη παλαιότερων κανονισμών και συντάχθηκε σε δύο δόσεις 1853/1857. Η αιτία δημιουργίας του ήταν, όπως γράφει στο άρθρο 1: «Επειδή το πλείστον μέρος των Εκκλησιών της Νήσου ταύτης, και ιδίως αι εις τα χωρία των διαφόρων περιοχών κείμεναι, είναι από ελεημοσύνην και ευλάβειαν των Χριστιανών, προικισμέναι όχι ολίγης περιουσίας…», η περιουσία τους χρειάζεται απογραφή, τοπογράφηση, αξιολόγηση και οριοθέτηση, μια και παρατηρούνται φαινόμενα κατάχρησης και σκανδάλων.

Ο Κανονισμός έχει 45 άρθρα. Τα 4 πρώτα άρθρα αναφέρονται στον τρόπο τήρησης των βιβλίων απογραφής, ενώ το 5ο άρθρο γράφει: «Εντός των βιβλίων τούτων ουδεμίαν εργασίαν επιτρέπεται να καταγράφωσιν οι επίτροποι, εκτός μόνον των πράξεων, όσαι αφορώσι τας προς εκλογήν νέων συναδελφών, νέων Εφημερίων, και νέων Επιτρόπων γενομένας ψηφοφορίας».
Οι ενορίες αποφάσιζαν ποιος θα γίνει συναδελφός, μέλος της εκκλησίας τους, ποιος εφημέριος και ποιος επίτροπος. Κάτι τέτοιο σήμερα δεν υπάρχει.
Το Κεφάλαιο Β του Κανονισμού με τα άρθρα 7 έως 22 ασχολείται με την εκλογή των εφημερίων.
Το Κεφάλαιο Γ με τα άρθρα 23 έως 41 με την εκλογή των Επιτρόπων και τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστούν την περιουσία της ενορίας τους.
Το Κεφάλαιο Δ με τα άρθρα 42 έως 45 ασχολείται με τις «εν πατρωνικώ δικαιώματι» Εκκλησίες, τις οποίες εμείς σήμερα λέμε «κτητορικές», «οικογενειακές», «ιδιωτικές»[3].

Παραθέτω ενδεικτικά αποσπάσματα από μερικά άρθρα, που δείχνουν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που σήμερα θεωρούμε «Εκκλησία».

Άρθρο 7: «Εις τα Συναδελφικάς Εκκλησίας τας τε εν τη Πόλει και εν τη Εξοχή κειμένας, οι Ιερείς οι ενεργούντες την εφημερίαν πρέπει να μεταθέτωνται κατά διετίαν». Επιτρέπεται όμως σε αυτούς να συμμετέχουν στην επόμενη ψηφοφορία ως υποψήφιοι εφημέριοι.
Άρθρο 8: «Η εκλογή εφημερίων διενεργείται δια μυστικής ψηφοφορίας. Μόνοι δε οι ενορίται συναδελφοί έχωσι αποκλειστικώς το δικαίωμα να προτείνωσι τους υποψήφιους και να εκλέξωσι αυτούς».
Το άρθρο 9 μας λέει ότι δίνεται προτεραιότητα σε ιερείς, οι οποίοι προέρχονται από την ενορία. Το άρθρο 10 μας λέει ότι όπου δεν υπάρχουν ντόπιοι υποψήφιοι επιτρέπεται η υποψηφιότητα σε κάθε άλλον. Στα υπόλοιπα άρθρα καθορίζονται τεχνικές λεπτομέρειες και η δυνατότητα ένστασης κατά της διαδικασίας, από οποιονδήποτε συναδελφό.

Στα άρθρα, που αφορούν τους Επιτρόπους, γίνεται σαφές ότι το κύριο καθήκον τους είναι η διαχείριση της περιουσίας. Άρθρο 23: «Ούτοι θέλουν έχει την διαχείρισιν της περιουσίας των σχετικών Εκκλησιών». Η διαδικασία της διαχείρισης είναι πολύ αυστηρή και τον τελευταίο λόγο έχει η συνέλευση των συναδελφών.
Άρθρο 30: Η θητεία τους είναι διετής και μετά τη λήξη της προκηρύσσονται εκλογές «χωρίς να δύνανται να εκλεχθώσι πάλιν οι προκάτοχοι».

Οι Επίτροποι είναι υποχρεωμένοι να τηρούν βιβλία εσόδων εξόδων και είναι υπεύθυνοι με τη δική τους περιουσία για κάθε ζημιά, που τυχόν προκύψει. Και φυσικά «είναι απολύτως απαγορευμένον» να απαλλοτριώνουν, να πωλούν, να ανταλλάσσουν ή να εκμισθώνουν πέρα από τη δική τους θητεία τα κτήματα της Εκκλησίας «άνευ προηγούμενης ρητής εξουσιοδοτήσεως κατόπιν τακτικής ψηφοφορίας γενομένης» (Άρθρο 35).
Τα βιβλία των εκκλησιών ελέγχονται δύο φορές το χρόνο από τον Εκκλησιαστικό Σύμβουλο, τον υπάλληλο που εποπτεύει τις διαδικασίες, που αφορούν τα εκκλησιαστικά.

Άρθρο 40: «Καθ΄όσον αφορά έκτακτα έξοδα, εκτός δηλαδή εκείνων, τα οποία ετησίως δια την αξιοπρεπή διατήρησιν των σχετικών Εκκλησιών, δεν συγχωρείται εις τους επιτρόπους να απαντώσιν ουδέν, καίτοι ηδύναντο να υπάρχωσιν εις τας χείρας των περισσεύματα, άνευ της συναινέσεως της πλειοψηφίας των ενοριτών συναδελφών, απαγγελλομένης κατόπιν τακτικής ψηφοφορίας, ή εν περιπτώσει μη εννόμου συνεδριάσεως εξαγομένης από έγγραφον καταχωρημένον εις τον Κώδικα της Εκκλησίας, φέρον την υπογραφήν του πλείστου μέρους των συναδελφών και επικυρωμένον δια της προσυπογραφής του επί των Εκκλησιαστικών Συμβούλου».
Άρθρο 41: «Παν έξοδον έκτακτον εν παραβάσει του προηγούμενου άρθρου απαντώμενον παρά των επιτρόπων, θεωρείται ως κακώς γενόμενον και δια τούτο θέλουν αυτοί ενέχεσθαι προς την Εκκλησίαν εις την πληρωμήν πάσης εξοδευθείσης δαπάνης».

Τα άρθρα 42 – 45 που αφορούν τις ευρισκόμενες «εν πατρωνικώ δικαιώματι» εκκλησίες είναι γραφειοκρατικά (τήρηση βιβλίων) και δεν λένε κάτι διαφορετικό από αυτό που ισχύει για τις Συναδελφικές.

Αξίζει να επισημανθούν κάποια πολύ σημαντικά πράγματα:

Εκλογή εφημερίων και επιτρόπων από τους συναδελφούς γινόταν και στις «ιδιωτικές» και στις «κρατικές» εκκλησίες. Και σε αυτές, υπήρχε κατάλογος ενοριτών, οι οποίοι αποκαλούνταν και αυτοί «συναδελφοί».
Ανεξάρτητα από το είδος της ιδιοκτησίας του ναού, η πνευματική και υλική διαχείριση γινόταν από το πλήρωμα της εκκλησίας.

Οι περισσότερες Συναδελφικές Εκκλησίες χτίστηκαν από πλούσιες αρχοντικές οικογένειες, οι οποίες προικοδοτούσαν τον ναό με κτήματα, αμπέλια, ελιές κλπ. Οι ιδρυτές (fondatori) καλούσαν χωριανούς και γείτονες να συμμετάσχουν στη διαχείριση της περιουσίας, στα έξοδα, αλλά και στα έσοδα.

Όπως στους προ Χριστού αιώνες της αρχαίας Αθήνας, τύραννοι (Πεισιστρατίδες) και αριστοκράτες (Περικλής, Κλεάνθης, κ.ά.) παρέδιδαν την πόλη στη διαχείριση της εκκλησίας του Δήμου, έτσι συνέβη και στους αιώνες της δυτικής κατοχής. Το αρχοντολόι στήριζε το λαό, δίνοντας μέρος της περιουσίας του.
Σε αυτό το σημείο, βλέπουμε μία διαφορετική, από την «Αναγέννηση» και τον «Διαφωτισμό», αντίληψη ιδιοκτησίας. Οι σχέσεις κοινότητας και εκκλησίας ήταν πιο ισχυρές από το ατομικό αίσθημα ιδιοκτησίας και την ταξική ιεραρχία, που έφερναν μαζί τους οι Δυτικοί κατακτητές. Αυτό δεν υπάρχει σήμερα, γιατί η ποικιλότροπη εκπαίδευση έκαμε πολύ καλή δουλειά. Στα πλαίσια αυτής της «εκπαίδευσης», μεθοδεύεται η κατάργηση της τελευταίας πρωτοχριστιανικής εκκλησίας στην Ελλάδα.
Αν συγκρίνει κάποιος τους κανονισμούς και τον τρόπο λειτουργίας των Εκκλησιών του 19ου αιώνα με τους τρόπους, που λειτουργούσαν οι πρωτοχριστιανοί στα Ευαγγέλια και στις Πράξεις των Αποστόλων, δεν θα βρει πολλές διαφορές.

Η Εκκλησία του Δήμου και η Εκκλησία του Χριστού είναι ο διαχρονικός ελληνικός τρόπος, για την ειρηνική αντιμετώπιση της «πάλης των τάξεων». Ο Κων. Καραβίδας, στα βιβλία του, αναφερόταν συχνά στην «ιδιωτικοδημόσια» κατάσταση ιδιοκτησίας. Απαντάται, όπου υπάρχουν ζώσες κοινότητες[4]. Πρόκειται για τις κοινωνίες, που δεν χρειάζονταν ασφαλιστικές εισφορές, έμμεσους φόρους και καταναγκαστική φορολογία, για να λειτουργήσουν οι θεσμοί και για να υπάρχει εργασία, περίθαλψη για υγεία και γηρατειά. Υπήρχε Κοινό Ταμείο, όπου όλοι ήξεραν τι μπορεί να προσφέρει ο καθένας. Μέσα στην φτώχια τους, αυτές οι κοινωνίες ήταν πολύ πλούσιες. Είχαν νικήσει τις ανάγκες τους.

Στον 21ο αιώνα, γιατί πρέπει να κλείσει η τελευταία Συναδελφική Εκκλησία[5]; Γιατί προτιμούν το γράμμα του νόμου από την ουσία;
Τι από τη διαχρονική, αλλά και σημερινή λειτουργία, των συναδελφών ενοχλεί; Μήπως το γεγονός ότι στην ατομικιστική λειτουργία, οι συναδελφικές εκκλησίες αντιπαραθέτουν την κοινωνία της δωρεάς και της ευχαριστίας ΟΛΩΝ; Τους ενοχλεί η αδελφική δημιουργία επιχειρήσεων στη θέση του να βγάζει ο ένας το μάτι του άλλου; Τους ενοχλεί η Συνεργασία και η Συναδέλφωση στη θέση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο;

Το Ρωμαϊκό Δίκαιο, που έχει υιοθετηθεί σήμερα παγκοσμίως δεν έχει καμία σχέση με το αρχαιοελληνικό και χριστιανικό εκκλησιαστικό δίκαιο. Είναι το δίκαιο των πατρικίων και των αυτοκρατόρων· του ατομικισμού και της μετατροπής των πολλών ανθρώπων σε υπηρέτες και δούλους κάποιων λίγων. Η σημερινή πολιτική και θρησκευτική ηγεσία φτιάχνουν και επικαλούνται νόμους, που υπηρετούν την Ολιγαρχία, που οι αρχαίοι Έλληνες και ο Χριστός πολέμησαν. Υμνούν τους τοκογλύφους με τρόπο, που δύσκολα θα βρεθεί όμοιος του στην ιστορία. Την ώρα που οι τραπεζίτες λεηλατούν τις ζωές του λαού τους, αυτοί ευγνωμονούν και ψάλλουν δεήσεις στις εκκλησίες:

Αν η πατρίδα λειτουργούσε ακόμα με τον Ελληνικό εκκλησιαστικό – κοινοτικό τρόπο, δεν θα υπήρχαν άθεοι και αγνωστικιστές. Δεν θα υπήρχαν δυστυχισμένοι και φτωχοί. Σε αυτούς τους καιρούς κατοχικής υλικής και πνευματικής φτώχιας, μήπως πρέπει να επανιδρυθεί η Εκκλησία, όπως ήταν πριν από τους Βαυαρούς;
Αυτό το ερώτημα σε μία εποχή ολόπλευρης παρακμής και μεγάλης Ολιγαρχικής επιθετικότητας είναι θεμιτό να αρχίσουμε να το επανεξετάζουμε. Δεν βρισκόμαστε πια στο 2008. Τώρα, ξέρουμε ότι ο τραπεζίτης Μαμωνάς έχει σκοπό τη διάλυση των πάντων, προκειμένου να διαιωνίσει την Κυριαρχία του.
Από τη σημερινή Ιεραρχία και κλήρο κανείς δεν έχει να χάσει κάτι. Αντίθετα, θα μείνουν ως εκείνη η γενιά κληρικών, που κι έσωσαν την Ελλάδα και έκαμαν ξανά μεγάλη την Ορθοδοξία.
Για να πληρωθεί το λεχθέν από τον Σερ Στήβεν Ράνσιμαν «η Ορθοδοξία θα είναι η θρησκεία του 21ου αιώνα». Ζητούνται συλλογικοί Εθνάρχες και Μάρτυρες της δεύτερης Μεγάλης Χριστιανικής Επανάστασης ενάντια στους κολλυβιστές. Με τον τρόπο, που μας δίδαξε ο Χριστός: ός άν θέλη έν ύμιν είναι πρώτος έσται ύμών δούλος.

ΥΓ: Στην Ελλάδα, κάποιοι δεν μπορούν να συνδέσουν την πολιτική με την πίστη, όταν από ένα μίγμα θρησκείας και αυταρχικών νομικών αντιλήψεων γεννήθηκε και συνεχίζει ο “Ευρωπαϊκός” Πολιτικός “Πολιτισμός”. Ας βοηθήσουμε ΟΛΟΙ όσοι πιστεύουν ακόμα στην Ορθοδοξία, στην Πατρίδα και στην Λευτεριά, να σωθεί η τελευταία Πρωτοχριστιανική Εκκλησία. Είναι αγώνας για τη διάσωση της μνήμης, της ιστορίας, της ψυχής και της αληθινής ταυτότητας μας. Είναι αγώνας για την Ελευθερία και την Ευημερία των Ελλήνων και των λαών όλου του κόσμου.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ – ΧΡΟΝΙΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ -ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ, ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ- ΣΕ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ, ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΥΣ.
ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΔΥΝΑΤΟΙ ΚΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΙ.

[1]Τα ονόματα «Συναδελφική/συναδελφός» προέρχονται από το λατινικό Confraternita: Αδελφότητα(Συναδελφότητα). Τύπος δημόσιας ένωσης, με σκοπό τη θρησκευτική λατρεία, την εκτέλεση φιλανθρωπιών και λοιπών δράσεων, η οποία δεν ξεχωρίζει από την πολιτιστική δραστηριότητα. Ομοίως συναντάται κι ως fratellanza= αδελφότητα με τη μορφή εταιρείας, σωματείου κλπ.

[2]Πηγή: Το βιβλίο των Σταματούλας Ζαπάντη και Λάμπρου Σιμάτου, για τις Εκκλησίες στο Αργοστόλι, πριν την Ένωση. Ο τελευταίος κρατικός ναός είχε καταγεγραμμένους ως ενορίτες μόνο 12 συναδελφούς (12 επικεφαλείς οικογενειών).
[3]«Πατρωνικό δικαίωμα» = jusή giouspatronato: Είναι προνόμιο και καθήκον που παρέχεται σε μια οικογένεια σχετικά με τη λειτουργία μιας εκκλησίας. Στο τελείωμα της ξένης κατοχής στα Επτάνησα υπήρχαν τρεις τύποι Ιερών Ναών:
α) Οι συναδελφικοί, β) οι ιδιωτικοί με πατρωνικό δικαίωμα (jurispatronatusprivati) και γ) οι κρατικοί με το ίδιο δικαίωμα (jurispatronatuspubblici). Σε αντίθεση με την αρχαία Ελλάδα, η Ρώμη έφτιαξε το πολίτευμα της (respublica), με παράδειγμα την εξουσία του πατέρα μέσα στην οικογένεια. Η δουλοκτητική Ρώμη ήταν η μόνη γνωστή περίπτωση δικαίου, που έδινε στον πατέρα εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στα μέλη της οικογένειας του. Αλλά και τη δυνατότητα να τα δίνει για δούλους, όταν ο ίδιος δεν μπορούσε να αποπληρώσει ένα χρέος. Το σημερινό δίκαιο και η σημερινή κοινωνίας είναι φτιαγμένα πάνω σε εκείνα τα πρότυπα. Η επανάσταση του Χριστού, που πήρε το φραγγέλιο κατά του χρέους, της φτώχιας και των τραπεζιτών άντεξε 15 αιώνες. Όταν ήρθε ο Λούθηρος και την ίδια στιγμή στη Ρώμη ήταν Πάπας ο Λέων Ι’ της οικογένειας των τραπεζιτών Μεδίκων, το «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών…» έγινε σε όλες τις άλλες γλώσσες του κόσμου «άφες ημίν τις αμαρτίες ημών». Και ο τοκισμός νομιμοποιήθηκε και η δουλεία λόγω χρεών επανήλθε. Αυτή η «μετάφραση» υιοθετήθηκε από την Ορθόδοξη πλευρά, μετά τον 18ο αιώνα. Σήμερα, οι άνθρωποι ζουν για να δουλεύουν και με τους κόπους τους να δίνουν κέρδη, φόρους και τόκους σε μια ολιγαρχία, που ελέγχει όλων των ειδών τις εξουσίες.
[4]Σήμερα, αυτό το καθεστώς, προσαρμοσμένο στα δικά τους δεδομένα, υπάρχει στους Εβραίους. Οι αρχιραββίνοι εκλέγονται για ορισμένη θητεία. Όταν οι Εβραίοι στην Ελλάδα εισφέρουν περιουσία στην Συναγωγή σημαίνει ότι εισφέρουν περιουσία στην Κοινότητα. Δεν μπόρεσα να εντοπίσω τη σχέση του εισφέροντος την υλική, που γίνεται «πνευματική» (;)ιδιοκτησία, με την κοινότητας, μετά τη συνεισφορά.
[5]Ίσως να υπάρχουν 2-3 ακόμα στην Κέρκυρα. Οι συναδελφοί το ερευνούν.

Πηγή: http://www.ithacanet.gr

SHARE

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο