Σαν νύχτωσε ποδοβολητό αλόγων ακούστηκε στον δρόμο, και το τρίξιμο τροχών αμάξης η οποία περνούσε μπροστά από την πόρτα, η αιώρα κρεμασμένη στη βεράντα κουνήθηκε μόνη της, λες και πέρασε αερικό. Η γιαγιά σηκώθηκε κοίταξε από τη χαραμάδα του σκεβρωμένου παραθύρου, ψιθύρισε μέσα της, ‘μα αυτή είναι η άμαξα που μαζεύει ψυχές,’ είπε ένα Άβε Μαρία, όχι δυνατά για να μην ξυπνήσει τα παιδιά, ξάπλωσε πάλι και κοιμήθηκε. Ο παππούς κοιμόταν μόνος του στο διπλανό σπιτάκι, ο ήλιος είχε βγει κι αυτός ακόμα να φανεί. φώναξε της κόρης της να τον ξυπνήσει, ο παππούς δεν κινήθηκε. Τρόμαξαν βγήκαν στο δρόμο φώναξαν ταξί.
Περνούσα από εκεί, με σταμάτησαν μπήκα στο σπίτι. Έβαλα το χέρι κάτω απ’ τη μέση του, ανάμεσα στο στρώμα και το κορμί του, ήταν ζεστό. Έτρεξα για γιατρό.
Όταν ήρθε ήταν αργά, η ψυχή του είχε πετάξει στον ουρανό, του έχτισαν ένα μνήμα ακριβώς απέναντι από το μνημείο του Taj Mahal αυτού που τόσο εντύπωση του είχε κάνει όταν έψαχνε να βρει τον τάφο της κόρης του την ημέρα των νεκρών… τότε όπου έμαθε ότι και στο κοιμητήρια υπάρχουν τάξεις πλουσίων και φτωχών…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο