Τα περίτεχνα πετράλωνα των Δαυήδων . Ελεγεία για έναν πληγωμένο Αλωνάρη .

Περίτεχνα Δαυγεϊκα πετράλωνα κι’ένας ρίπιος ανεμόμυλος . Αγαντάρουν περήφανα . Περήφανα μα πληγωμένα . Από το χρόνο , από τα στοιχειά της φύσης και από τη κενότητα της εποχής – ορκισμένο εχθρό της αισθητικής – που πολεμάει με μάνητα να αφανίσει ολοκληρωτικά ότι δημιούργησε αιώνες πριν το καλλιτεχνικό αίσθημα του απλού ανθρώπου που εκφράστηκε μέσα από την ανάγκη της επιβίωσης.

Όλη αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία και καλαισθησία , των απλών καθημερινών δημιουργών , κραυγάζει κάτι που ίσως έχουν ξεχάσει σήμερα πολλοί από τους παλιότερους και που δεν γνώρισαν ποτέ οι νεώτεροι .

Την ψυχική ισορροπία που δημιουργεί το ελάχιστο – υπό την έννοια του μη περιττού για την επιβίωση – και ο μόχθος .

Μάρτυρες του μόχθου των Δαυήδων τα πετράλωνα , χρόνια ολάκερα , προσμένουν με καρτερικότητα να ξανακούσουν τους γνώριμους ήχους του Αλωνάρη .
Κι’όλο αναρωτιούνται μέσαθε τους με πόνο .

“Που είναι το τραγούδι των θεριστάδων και των αλωνάρηδων το γλυκοχάραμα ; Που είναι οι στεναγμοί του έρωτα πίσω από τις θημωνιές ; Που είναι το γέννημα , το στάρι και το κριθάρι που χρύσωνε τις αλωνόπλακες ; Tα άλογα που ζεμένα στο στιγερό βροντούσαν περήφανα τις οπλές τους , οι φωνές του αλωνιστή άμα δεν υπάκουαν τα άλογα , οι βλαστήμιες του λιχνιστή άμα δεν φύσαε για να πάρει ο αγέρας τους αχουνούπους , οι ιστορίες για τις ανεράγδες και τα ξωτικά που σιγομουρμούριζαν κάτω από το πυρωμένο ήλιο του Αλωνάρη οι γερόντοι στα παιδιά , οι κολοκύθες με τη ρομπόλα και το βοστιλίδι που ξέφρυγε τα χείλια και τη ψυχή των αλωνιστάδων , άμα το απομεσήμερο αποκαμωμένοι ξαπόσταιναν κάτω από τις ελιές και τις κουτσουπιές . Που είναι ο μυλωνάς που έκλεβε μισή λίτρα γέννημα κάθε τόσες γυρισιές του μύλου και η μυλωνού το πονηράλουπο που αριβάριζε με το τραταμέντο τη κατάλληλη στιγμή ;

Που είναι σήμερα αυτή η ζωή ; ”
Όντας βουβός ο πόνος των αλωνιών , τίποτα πια δεν ακούγεται στις αλωνοκαθισιές , παρεκτός από τον αγέρα που σφυρίζει και το κλάμα του Αλωνάρη για τις πληγές που χάραξε στα σωθικά του το σύγχρονο γίγνεσθαι.
Μόνο απομεινάρια που σφίγγουν τη ψυχή τριγύρω .
Τα πετράλωνα των Δαυήδων με τα παλιά αποτυπώματα , μόνο , από τις οπλές των αλόγων και ο ρίπιος ανεμόμυλος να θυμάται τα πανιά του που φούσκωναν με τον αγέρα.

Για πόσο καιρό ακόμα ;
Ήδη σ’ένα από τα πετράλωνα το ξύλινο στιγερό αντικαταστήθηκε μ’έναν σιδερένιο γαλβανιζέ σωλήνα που ……….. .
Χωρίς αιδώ . !!!

Xωρίς ενοχές για τη πληγή που ανοίχτηκε στο σαρκί της αισθητικής .
Μα ακόμα και οι λέξεις που περιγράφουν την παρέμβαση στην καλαισθησία ηχούν άσχημα .

Αποστόλης Μαγουλάς

(*) Οι Δαυήδες είναι οι κάτοικοι του μικρού και γραφικού χωριού Δαυγάτα . Βρίσκεται κοντά στο Αργοστόλι .

SHARE

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο