Καρκίνος θυρεοειδούς: Αιτίες, διάγνωση και θεραπεία

Ανησυχητική αύξηση παρουσιάζει ο καρκίνος του θυρεοειδούς την τελευταία δεκαετία, γεγονός που οφείλεται, αφ’ ενός σε περιβαλλοντικούς παράγοντες και αφ’ ετέρου στην βελτίωση των μεθόδων διάγνωσης, που πλέον εντοπίζουν μικρούς καρκίνους, οι οποίοι παλαιότερα παρέμεναν αδιάγνωστοι.

Οι περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα είναι ιάσιμες. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν και να προχωρήσουν γρήγορα γι’ αυτό και η έγκαιρη ανίχνευση έχει καθοριστική σημασία.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Οι περισσότερες περιπτώσεις εκδηλώνονται μετά την ηλικία των 40 ετών.

Οι γυναίκες έχουν δύο με τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να προσβληθούν από τη νόσο σε σύγκριση με τους άνδρες. Όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του θυρεοειδούς, ο κίνδυνος εκδήλωσης της νόσου και σε άλλα μέλη της οικογένειας, είναι μεγαλύτερος.

Άτομα που εκτέθηκαν σε ακτινοβολία της περιοχής του λαιμού, έχουν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο για τη νόσο. Η ιονίζουσα ακτινοβολία είναι βασικός παράγοντας πρόκλησης καρκίνου του θυρεοειδούς.Στην περίπτωση του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ, οι ραδιενεργές ουσίες που απελευθερώθηκαν στο περιβάλλον, ιδιαίτερα το ραδιενεργές ιώδιο, απορροφήθηκε από τον οργανισμό ατόμων της περιοχής που έγινε το ατύχημα.

Τα παιδιά απορρόφησαν πολύ περισσότερο ραδιενεργές ιώδιο λόγω της ανάπτυξης τους με αποτέλεσμα ο καρκίνος του θυρεοειδούς να αυξηθεί δραματικά σε παιδιά και έφηβους στις πληγείσες περιοχές μετά το ατύχημα.

Ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ακτινοθεραπεία λόγω καρκίνων της κεφαλής, του λαιμού ή του θώρακα, επειδή ο θυρεοειδής αδένα βρισκόταν στο πεδίο ακτινοβολίας, έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν τον εν λόγω καρκίνο. Για παράδειγμα οι ασθενείς με λέμφωμα τύπου Hodgkin’s, συχνά υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία. Λόγω εμπλοκής του θυρεοειδούς, παρουσιάζουν υποθυρεοειδισμό και έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του οργάνου αυτού.

Έτσι μπορούν να απευθύνονται στο γιατρό τους, να τυγχάνουν τακτικής παρακολούθησης και κλινικής εξέτασης, να κάνουν τεστ αναγκαία για το θυρεοειδή  όπως το υπερηχογράφημα και ορμονικές αναλύσεις με τρόπο τέτοιο που οποιοδήποτε πρόβλημα τυχόν προκύψει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα.

Προγνωστικοί Παράγοντες

Επειδή κάποιος έχει καρκίνο του θυρεοειδούς αυτό δεν σημαίνει ότι θα πεθάνει απ΄ αυτόν. Ο καρκίνος του θυρεοειδούς θεραπεύεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων του. Αυτό οδηγεί στην ανάπτυξη λίστας προγνωστικών παραγόντων για την πρόβλεψη της συμπεριφοράς, της επιθετικότητας, της πιθανότητας των υποτροπών της θνητότητας από την νόσο αυτή.

Αυτό περιλαμβάνει την ηλικία της έναρξης της νόσου, το μέγεθος του όγκου, την ιστολογική κατάταξη, το φύλο, τις μεταστάσεις στους επιχώριους λεμφαδένες, την έκταση της νόσου, την μεταστατική νόσο.

Όλες αυτές οι μελέτες καταλήγουν ότι η μεγάλη ηλικία, μεγάλο μέγεθος του όγκου με διήθηση τους κάψας και μεταστατική νόσο, έχει χειρότερη πρόγνωση.

Αρνητική πρόγνωση

Παρουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων σε οποιαδήποτε ηλικία Άνδρες μεγαλύτεροι των 40 ετών και γυναίκες άνω των 50 ετών Θηλώδης καρκίνος με διήθηση πέραν της κάψας του θυρεοειδούς Θυλακιώδη με σημαντική διήθησης της κάψας του Μέγεθος του όγκου άνω των 5 εκατοστών

Ευνοϊκή πρόγνωση

Άνδρες κάτω των 40 ετών και γυναίκες κάτω των 50 ετών Ασθενείς μεγαλύτεροι σε ηλικία με πρωτοπαθή όγκο μικρότερο των 5 εκατ. χωρίς διήθηση της κάψας.

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που κατά τη διάρκεια μιας κλινικής εξέτασης ρουτίνας, όταν ο γιατρός εξετάζει το λαιμό, ανακαλύπτει μικρά οζίδια (μικρούς όγκους) στο θυρεοειδή ή την περιοχή του.

Βέβαια όταν κάποιος αντιληφθεί ότι έχει κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο ογκίδιο στην περιοχή του λαιμού του, στη βάση του λαιμού μπροστά εκεί που βρίσκεται ο θυρεοειδής, εάν έχει δυσκολίες στην κατάποση ή στην αναπνοή, αν παρουσιαστεί ανέξηγητη βραχνάδα που επιμένει,δεν πρέπει να αμελήσει να συμβουλευτεί άμεσα το γιατρό του.

Πρέπει να τονίσουμε ότι οι περισσότερες μάζες που εμφανίζονται στο θυρεοειδή αδένα, μέχρι και το 90%, είναι καλοήθεις. Επιπρόσθετα οι μάζες που αποδεικνύονται ότι είναι καρκίνοι, έχουν πολύ καλή πρόγνωση. Όμως οποιαδήποτε μάζα του θυρεοειδούς, μικρή ή μεγάλη, πρέπει να τυγχάνει πλήρους διερεύνησης.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς, συνήθως δεν προκαλεί πόνο. Εάν μια μάζα του θυρεοειδούς αφεθεί και μεγαλώσει, είναι δυνατόν να προκαλέσει προβλήματα στην κατάποση και στην αναπνοή όπως επίσης και βραχνάδα. Σε περιπτώσεις που δημιουργείται αιμορραγία εντός του όγκου, μπορεί να υπάρχει πόνος.

Η αρχική αξιολόγηση του ασθενούς περιλαμβάνει τη λήψη του ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, τη λεπτομερή κλινική εξέταση με ιδιαίτερη έμφαση στην περιοχή του λαιμού. Σε περίπτωση που υπάρχει μάζα στο θυρεοειδή αδένα, το υπερηχογράφημα δίνει σημαντικές πληροφορίες.

Οι εξετάσεις αίματος με τις μετρήσεις ορμονών Τ3, Τ4 και ΤSH επιτρέπουν να αξιολογηθεί η λειτουργία του αδένα. Στους καρκίνους του θυρεοειδούς συνήθως δεν υπάρχουν ορμονικές ανωμαλίες. Όμως οι ορμονικές εξετάσεις επιτρέπουν να φανεί κατά πόσο υπάρχει υποθυρεοειδισμός ή υπερθυρεοειδισμός.

Με τον τρόπο αυτό μπορεί να αποδειχτεί κατά πόσο μια μάζα είναι βρογχοκήλη ή όχι. Το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς συμβάλλει ουσιαστικά στη διάγνωση των διαφόρων ανωμαλιών που εκδηλώνονται στο όργανο αυτό.

Στο σπινθηρογράφημα ο καρκίνος φαίνεται σαν ψυχρός όζος. Δηλαδή δεν προσλαμβάνει το ραδιοϊσότοπο που χορηγείται για την εξέταση στον ίδιο βαθμό που το προσλαμβάνει ο υπόλοιπος υγιής θυρεοειδής ιστός.

Η εξέταση των κυττάρων που αποτελούν ένα ογκίδιο του θυρεοειδούς, μετά από αναρρόφηση με λεπτή βελόνα, μπορεί να δώσει πληροφορίες κατά πόσο πρόκειται για καρκίνο ή όχι.

Υπάρχουν βασικά 4 μορφές καρκίνου του θυρεοειδούς:

  1. Θηλώδης τύπος: Αποτελεί το 80% των περιπτώσεων. Αναπτύσσεται στα κύτταρα που παράγουν τη θυροξίνη. Μπορεί να εμφανίζει συχνές υπότροπες. Στους ηλικιωμένους είναι σοβαρότερη η κατάσταση. Το ποσοστό ίασης ανέρχεται στο 90 έως 95%
  2. Θυλακιώδης τύπος: Αναπτύσσεται στα ίδια κύτταρα και έχει επίσης ψηλό ποσοστό ίασης που ανέρχεται στο 75% στα 5 χρόνια από τη διάγνωση. Είναι συχνότερο στις γυναίκες. Μπορεί να διηθήσει τους λεμφαδένες που γειτνιάζουν με το θυρεοειδή και έχει τη δυνατότητα να κάνει μεταστάσεις
  3. Μυελοειδής τύπος: Αποτελεί το 5%-10% των περιπτώσεων καρκίνων του θυρεοειδούς. Μπορεί να κάνει μεταστάσεις. Εκκρίνει την ορμόνη καλσιτονίνη. Μπορεί να συνυπάρχει και με άλλους καρκίνους του ενδοκρινολογικού συστήματος. Στα 5 χρόνια το ποσοστό επιβίωσης ανέρχεται στο 70%
  4. Αναπλαστικός τύπος: Εκδηλώνεται κυρίως σε άτομα άνω των 65 ετών. Είναι η σπανιότερη μορφή και η πλέον επικίνδυνη από τους καρκίνους του θυρεοειδούς. Εξελίσσεται πολύ γρήγορα, είναι ιδιαίτερα επιθετικός. Διηθεί γρήγορα τους τοπικούς ιστούς, τις δομές του λαιμού και προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα.

Η χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση του καρκίνου του θυρεοειδούς, είναι η πρώτη θεραπευτική ενέργεια που γίνεται. Στη συνέχεια οι περισσότεροι ασθενείς, υποβάλλονται σε θεραπεία με ραδιενεργές ιώδιο. Το ραδιενεργές ιώδιο απορροφάται από το θυρεοειδή και καταστρέφει υπολειπόμενα καρκινικά κύτταρα.

ΘΥΡΕΟΕΙΔΕΚΤΟΜΗ

Η έκταση της θυρεοειδεκτομής παραμένει αμφιλεγόμενο αν και οι περισσότεροι κλινικοί γιατροί συνιστούν σχεδόν ολική ή ολική θυρεοειδεκτομή για όλους του καρκίνους του θυρεοειδούς.

Η χειρουργική αντιμετώπιση του θηλώδους και του θυλακιώδους καρκίνου περιλαμβάνει την χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς και των λεμφαδένων.

Μετά την θυρεοειδεκτομή οι περισσότεροι ασθενείς θα υποβληθούν σε αγωγή με ραδιενεργό Ι131 με σκοπό την εκρίζωση των υπολειμμάτων του φυσιολογικού και του νεοπλασματικού ιστού.

Η ολική θυρεοειδεκτομή αυξάνει την ευαισθησία των διαγνωστικών χειρισμών με χορήγηση Ραδιενεργού Ι 131 και τη θεραπεία εκρίζωσης και σαφώς αυξάνει τα ποσοστά επιβίωσης.

Η χορήγηση Ραδιενεργού Ι131 είτε για θεραπευτικούς ή διαγνωστικούς γίνεται σε φάση Υποθυρεοειδισμού ή προς αποφυγή των υποθυρεοειδικών συμπτωμάτων στην συγχορήγησή του με ανασυνδυασμένη TSH (THYROGEN).

Άλλα θεραπευτικά όπλα που δυνατόν να χρησιμοποιηθούν περιλαμβάνουν την ακτινοθεραπεία και ορμονοθεραπεία.

Οι καρκίνοι του θυρεοειδούς δεν ανταποκρίνονται καλά στη χημειοθεραπεία. Παρά το γεγονός αυτό, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθεί χημειοθεραπεία.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

Μετά την αρχική θεραπεία, (θυρεοειδεκτομή – χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου) η παρακολούθηση περιλαμβάνει την διατήρηση τους ασθενούς σε επαρκή αγωγή με θυρεοειδικές ορμόνες, αγωγή αναστολής και στην παρακολούθηση της παραθορμόνης ή την υποτροπή του καρκίνου του θυρεοειδούς.

Η παρουσία της υποτροπής της νόσου αποκαλύπτεται με το συνδυασμένο έλεγχο των επιπέδων θυρεοσφαιρίνης , (παρουσία ή όχι αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων), υπερηχογράφημα τραχήλου και ολόσωμο σπινθηρογράφημα – πρόσληψη Ι131.

Οι υποτροπές συνήθως ελέγχονται τα πρώτα χρόνια της παρακολούθησης αλλά και αργότερα. Παρακολούθηση ως εκ τούτου είναι απαραίτητη στον ασθενή δια βίου. Τοπικές ή απομακρυσμένες μεταστάσεις συμβαίνουν 5-20 % των ασθενών ενώ απομακρυσμένες μεταστάσεις στους πνεύμονες και οστά (10%) των ασθενών με θηλώδες ή θυλακιώδες, οι μισές υπήρχαν από την αρχή της διάγνωσης.

ΟΡΜΟΝΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Υπάρχει απόλυτη συμφωνία ότι οι ασθενείς με καρκίνο του θυρεοειδούς θα πρέπει να λαμβάνουν αγωγή με θυρεοειδικές ορμόνες (θυροξίνη) εφ΄ όρου ζωής για δύο λόγους: Υποκατάσταση του μετά θυρεοειδεκτομή υποθυρεοειδισμού και την αναστολή της ανάπτυξης προϋπάρχουσας ή υποτροπή της νεοπλασματικής νόσου, αναστέλλοντας την TSH. Έτσι η θεραπεία με την θυροξίνη σαν θεραπεία υποκατάστασης και σαν θεραπεία αναστολής της TSH.

Η TSH (η υποφυσιακή θυρεότροπος ορμόνη) είναι ο κύριος παράγων ρύθμισης της ανάπτυξης και της διαφοροποίησης των φυσιολογικών θυρεοειδικών κυττάρων, στις λειτουργίες του που περιλαμβάνει την πρόσληψη ιωδίου, την σύνθεση της θυρεοσφαιρίνης και την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών.

Η διαφοροποίηση του φυσιολογικού θυρεοειδικού κυττάρου εξαρτάται από την TSH. Οι μεταστάσεις από τον διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς διατηρούν κάποιες φυσιολογικές βιολογικές λειτουργίες του φυσιολογικού κυττάρου, όπως η πρόσληψη ιωδίου, η σύνθεση θυρεοσφαιρίνης και η έκκριση της και σπάνια η σύνθεση των θυρεοειδικών ορμονών.

SOURCEiatropedia
SHARE

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο