Κεφαλονίτικο Λεξικό

Μια ζωντανή συλλογή από λέξεις και εκφράσεις της Κεφαλονιάς, όπως τις
μιλούσαν —και τις μιλούν— οι άνθρωποι του νησιού. Περιήγησε τις λέξεις
ανά γράμμα ή αναζήτησε αυτή που σε ενδιαφέρει.

🏛️ Κοινότητας
Οι λέξεις με αυτή τη σήμανση προτάθηκαν από τους ίδιους τους αναγνώστες
και την κοινότητα του Κεφαλονίτικου Λεξικού.

2,161 λέξεις · 429 από την κοινότητα

Α

Αμάχι (το)
Αλλά και Αμάχεμα = Η καταδίωξη, η κατάσχεση. Αμαχέυω = Κατάσχω, αφαιρώ, δεσμεύω
«Έστειλε και μ' αμάχεψε! (=μου έκανε κατάσχεση)»
Αμάλαγος
Ανέγγιχτος, αδούλευτος, αλλά και ο αθώος, ο εύπιστος. Λέγονταν κυρίως για τις κοπέλες που δεν έβγαιναν απο το σπίτι (που δεν τις έβλεπε ούτε ο ήλιος), κατά τα αυστηρά έθιμα του τόπου.
«Άσε με κόρη να χαρώ, τσ' αμάλαγές σου πλάτες, που θα τες φάει μαύρη γη ή οι αραχνιασμένες πλάκες! (Αριέττα)»
Ετυμολογία: α-μαλάσσω
Αδεμπέρω
Καίω τα χόρτα στο χωράφι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. addebbiare
Αβασκαίνω
Αλλά και βασκαίνω = ματιάζω κάποιον
«Φτου σου να μη μου βασκαθείς! Ωρέ ξεβασκαμός σου! Ο σφιχτοφρύδης αβασκαίνει και βουνό! (Λειβαθώ)»
Ετυμολογία: εκ του λατ. fascinare
Αβαράρω
Σπρώχνω συνήθως βάρκα ή άλλο πλεούμενο από την προβλήτα για απομάκρυνση ή πρόληψη σύγκρουσης. Όρος ναυτικός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. abbarrare, barrare,varare
Αγκούτικας (ο) 🏛️ Κοινότητας
λαιμός, σβέρκος
Αίγυφτος (η) 🏛️ Κοινότητας
κατα παραφρ. η Αίγυπτος
Άμετε 🏛️ Κοινότητας
Προστ. = φύγετε
«Άμετε τώρα δώθενε!»
Αναπολέο (ο) 🏛️ Κοινότητας
εκ παραφθ. ο Ναπολέων
Αναβλιατσίκι (το) 🏛️ Κοινότητας
Καυγάς με μεγάλη φασαρία, σαματάς.
Αμάχη (η) 🏛️ Κοινότητας
Η έχθρα, το μίσος, η διένεξη.
«Εφκείνοι οι δύο έχουν αμάχη συναμεταξύ τους!»
Αγκερίδα (η) 🏛️ Κοινότητας
Η βέργα από ελιά σαν μπαστούνι που κατέβαζαν τα κλαδιά της ελιάς και τα μαδούσαν. Καταγράφεται και σε άλλες περιοχές Νάξος, Λευκάδα κλπ. Αγκερίδι = το λεπτό βελονάκι κεντήματος, με την κυρτή άκρη
Ετυμολογία: αγκυρίς
Ακίστο (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Ακουΐστο = απόκτηση (περιουσία) κυρίως απο αγοροπωλησίες. Κυρίως στους Σουλάρους Παλικής Ακουϊστάρω = Αποκτώ, αγοράζω
«Έκανε ένα σωρό ακίστα»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. aquisti, aquistare
Αραζώνω
Πιθανόν και αράζο(ω)νω = παραχωρώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. arreso-a , παθητική μετοχή του arrendersi
Ατζητάρω
Αλλιώς και Ατζετάρω = Παραδέχομαι, αποδέχομαι, συμφωνώ, επιδοκιμάζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. accetare
Απαρατάω 🏛️ Κοινότητας
Εκ παραφ. = παρατάω
Ανώρως 🏛️ Κοινότητας
Επίρρ. = νωρίς, πολύ πρωί, εγκαίρως
«Ανώρως μου 'ρτες σήμερις! Ανωρίζομαι = έρχομαι πολύ πρωί, πριν την καθορισμένη ώρα.»
Ετυμολογία: εν-ώρα
Αγκομάχημα
Αλλά και Αγκομάχισμα = Αγκομαχητό, δυσκολία κατά την αναπνοή, λαχάνιασμα. Αγκομαχιώμαι = Αγκομαχώ = Ασθαίνω, λαχανιάζω, εξαιτίας μεγάλης προσπάθειας. όταν κάποιος είναι δυσαρεστημένος ,οργισμένος και αδικημένος με άτομο, δυσφορεί και εξωτερικεύει τα συναισθήματά του με βαθειές άναρθρες κραυγές.
«Αγκομαχιέται με τον Τάση ούλη την ημέρα!»
Ετυμολογία: όγκος, άγχος, =μάχη, μύχος, εκ του ιταλ. angossa, Λατ. angusta
Αγανός
Τραχύς, αραιός στην ύφανση, ύφασμα ή πλεκτό αμφιβόλου τέχνης και στερεότητας
«Το ρετάλι από το ύφασμα είναι αγανό και θα σκιστεί γρήγορα.»
Ετυμολογία: άκανος, άγνυμι
Αβίτα 🏛️ Κοινότητας
ισόβια, για όλη τη ζωή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ a vitta
Αλλούθενε 🏛️ Κοινότητας
Επιρρ. = από αλλού, προς άλλη κατεύθυνση.
Αναμπουμπουλίκι (το) 🏛️ Κοινότητας
Η αναστάτωση, η ταραχή, η σύγκρουση, η αναμπουμπούλα. Αναμπουμπουλιάζω και Αναμπουμπουλώνω = Κάνω φασαρία, αναστατώνω
Αβελίδος 🏛️ Κοινότητας
Ζαλισμένος, αμήχανος. (βλ. αβαλίδος) Αβελίδω = φέρνω κάποιον σε αμηχανία, συγχίζω, αποθαρρύνω.)
«Ληξούριον...Δεύτερη πόλις του Νομού και τόπος αβελίδος, κουρέλι της πολιτικής και τόπος της σταφίδος...»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. avvilire
Απερτούρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Ανοιγμα, απλωσιά, αλλά και ευκαιρία και εξυπνάδα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. apertura
Αβαλίδος 🏛️ Κοινότητας
Ελαφρύς, αδύνατος. (βλ. αβελίδος) Μεταφ. = συνήθως λέγεται για γυναίκες ελαφρόμυαλες, άμυαλες, απερίσκεπτες. Αναφέρεται από πληροφορητή και για κάποιον που «τα έχει χαμένα»
«Συνήθως λέγεται για το κρασί (Φαρακλάτα) : αβαλίδο κρασί = νερωμένο κρασί»
Αγκέντες 🏛️ Κοινότητας
Ο μεσάζοντα, ο αντιπρόσωπος, ο πράκτορας
«Τί πάει να πει να'ναι κανείς, αγκέντες κι' ευπατρίδης;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. agente
Αλαφάτσα 🏛️ Κοινότητας
Επιρρ. Με αδιάφορο στυλ., ανέμελα, με το καπέλο στραβά. Στην Κέρκυρα αναφέρεται ως τρόπος δεσίματος της γυναικείας μαντίλας (κρέπι).
«Ενώ μες στο Ληξούρι κάθε φάτσα, προβαίνει γελαστή, κι απο παιδάρια, κρεμάνε το σκουφί τους αλαφάτσα και βλέπεις στο κορμί τους άλλη άρια.»
Αγκοράρω 🏛️ Κοινότητας
Ρίχνω άγκυρα
«Δε ξέρεις πώς ο Ναύαρχος μ' έχει σ'αδυναμία και πρώτο π'αγκοράρησε το στόλο στο λιμένα, εκάλεσε τον Πρόξενο κι ερώτησε για μένα;»
Ανεύλαβης 🏛️ Κοινότητας
Εκ παραφρ. του επιθ. ανευλαβής = ο χωρίς ευλάβεια, σεβασμός
«ρίμες τρελές κι ανεύλαβες απάντων και πασών!»
Αποδεπάθενε 🏛️ Κοινότητας
από εδώ
«Δε πά να φύγεις τώρα αποδεπάθενε;»
Αϊταίρι
Αλλιώς και αητέρι = Το ταίρι
Ετυμολογία: έτερον, εταίρος
Απλοπίνακο (το) 🏛️ Κοινότητας
Η δυσαρέσκεια, το σφίξιμο στο στομόχι
«Μου κάνει απλοπίνακο να σε βλέπω!»
Αγκλεούρι (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Αγγλεούρι = Το πολύ πικρό στη γέυση και μεταφ. τα πολύ άτακτα παιδιά
«Μούδωκες μια μπουκιά και μου το βγάλες αγγλεούρι!»
Ακοπανιά (η) 🏛️ Κοινότητας
Σε ελάχιστο χρόνο, σε μια στιγμή
«Σε μια ακοπανιά τρυγήσαμε! Το πήρε ακοπανιά!»
Αξάγκλιγος 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Αξάγκλιστος, Άξαγκλιός, = Ο αχτένιστος, με μαλλιά ανακατεμένα, μπερδεμένα
«Που πηαίνεις έτσι κακομοιριά σου αξάγλιγη!»
Ετυμολογία: α= εξ - αγκύλη
Αλασκάγια 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και αλασκάλια(επιρ.) Τρόπος που φοριέται το σακάκι. Ανάρριχτα. Φορεμένο με το ένα μανίκι, ή ριγμένο στον έναν ώμο, συνήθως στον αριστερό.
«Λεβέντης εκατέβαινε από ψηλή ραχούλα, είχε το φέσι του στραβά και το σκουτί αλάσκα!(μοιρ. Ιθάκης) Έριξε το σουρτούκο τ' αλάγιασκα και πάει!»
Ετυμολογία: Εκ του ιταλ. Alla scaglia, Scaia = το λέπι, το δέρμα, Ενετ. Scaio=το πλευρό , αλύσκω, αλυσκάδην
Απαδειάζω 🏛️ Κοινότητας
Είμαι ψυχολογικά ράκος, δεν έχω τίποτα μέσα μου
Ετυμολογία: απο - αδειάζω
Αγανιασμένος 🏛️ Κοινότητας
Ξεθωριασμένος, κιτρινισμένος, χρησιμοποιείται συνήθως όταν στα ρούχα, όταν έχουν χάσει το χρώμα τους, είναι γαργιασμένα
«Τι βάνεις στ άσπρα και σ αγανιάσανε?»
Αναυλακάτος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Σηκωμένος, έτοιμος για καυγά. καυγατζής και λεβέντης
«Κόκορας αναυλακάτος και σιδερομουστακάτος νιος ασίκης και βαρβάτος...»
Αναφορός (ο) 🏛️ Κοινότητας
Η τρύπα του ξυλόφουρνου που την έκλειναν αφού είχε υψηλή θερμοκρασία με βρεγμένο πανί και τάπα για να ψήσουν ψωμί η φαγητό. Ήταν ψηλά και πλάι. Κάθε φεγγίτης απο τον οποίο βγαίνει ο καπνός.
«Άνοιξε τον αναφορό να καθαρίσει ο αέρας!»
Ανεμοκρούομαι 🏛️ Κοινότητας
Μεταφ. Αυτός που τον κατέλαβαν κακά πνεύματα
Ετυμολογία: Άνεμος +κρουω
Αμαλαγιά (η) 🏛️ Κοινότητας
Η δρασκελιά, η απόσταση ενός νήματος. Στη Λευκάδα : η ηρεμία, η απουσία προσώπων και εμποδίων, η ερημιά (Λάζαρης)
«Μια αμαλαγιά τόπος!»
Αλλού παρού 🏛️ Κοινότητας
Έκφρ. εδώ κι εκεί, αραιά
«Άλμπα τζόρνο (απο τα χαράματα), αλλού παρού είσαι αφέντη μου!»
Αδούλης (ο) 🏛️ Κοινότητας
Ο τεμπέλης, ο ανεπρόκοπος
«Άδουλος δουλεια δεν έχει, το βρακί του λυνοδένει!»
Αλευρίδα 🏛️ Κοινότητας
Άγριο και γλυκό χόρτο, βρώσιμο.
«Σε 'κειό το χωράφι βρήκα κι έμασα ωραίες αλευρίδες!»
Απιθώνω 🏛️ Κοινότητας
Τοποθετώ, φυλάσσω, αποκρύπτω.
«Όποιος ψηλά υψώνεται, χαμηλά πιθώνεται!»
Ετυμολογία: από - τίθημι, θέσις
Ακλουθάω 🏛️ Κοινότητας
Εκ παραφ. ακολουθώ. Προστ. μεταπέσουσα σε επιρρ. Ακλούθα
«Πάρτον μωρή ακλούθα να γδεις που πηαίνει!»
Αμασκάλη (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Αμοσκάλη = Εκ παραφ. η μασχάλη
«Έβαλε την τσάντα κάτω από την αμασκάλη της και έφυγε φουρκισμένη! Δυο χειμωνικά, σε μια αμοσκάλη δε βαστιώνται!(Βαλσαμάτα)»
Αμολάρω 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Αμολλέρνω = Χαραρώνω, λύνω κάποιο κάμπο, αλλά και ξεκινώ, εκκινώ, ξεφεύγω.
«Αμολάρισε λίγο το σκοινί , μην είναι τόσο τέντα! Εδώκανε αμολυσιά στα κοπάδια! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ammolare/ mollare
Αμούτσι 🏛️ Κοινότητας
Τσάμπα,βερεσέ
«Πιάσε ένα πακέτο τσιγάρα αμούτσι»
Αλογαράς (ο) 🏛️ Κοινότητας
Ο ιδιοκτήτης αλόγου, άλλες φορές και ο ενοικιαστής αλόγου, συνήθως για το αλώνισμα.
Απαλό (το) 🏛️ Κοινότητας
Το μαλακό πάνω μέρος του κεφαλιού των μωρών (το σημείο επφαής του μετωπικού με τα βρεγματικά οστά)
«Πρόσεχε το απαλό του όπως το λούζεις!»
Αντικούλουκο (το) 🏛️ Κοινότητας
Το παραβλάσταρο, το κωλοριζόνι που φυτρώνει δίπλα στο δέντρο. Μεταφ. = κάτι πανομοιότυπο.
«Κόψε τα αντικούλουκα για να δυναμώσει η ροδιά! Πέθανε ο σιορ παρές του κι έμεινε τ' αντικούλουκό του!»
Αλυχτουράω 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Αλυχτάω = Γαβγίζω (λέγεται όταν ένα σκυλί γαυγίζει έντονα και συνεχόμενα). Αλυχτουρηώμαι (Αλυχτουριώμαι και Αλυχτουρυώμαι)= παραπονιέμαι έντονα, γκρινιάζω. Αλυχτομανιό = Το συνεχές και έντονο γάβγισμα.
«Όλη νύχτα αλυχτουράγανε οι σκύλοι, μάτι δεν έκλεισα! Απ' το να μ'αλυχτίσει ξένο σκυλί, καλύτερα το δικό μου! (Έρυσσος) Το πονηρό σκυλί δεν αλυχτάει! (Παλική)»
Ετυμολογία: υλακτώ+ωρύομαι
Άγγονας (ο) 🏛️ Κοινότητας
Παραφ. ο εγγονός
«περιμένω τον άγγονά μου να έρθει!»
Αλούπι (το) 🏛️ Κοινότητας
Ο πονηρός, ο ζωηρός, ο καταφερτζής, ο ευφυής
«Εφκειό το αλούπι το αγγόνι μου, με κάνει ό,τι θέλει !»
Ετυμολογία: εκ του αλώπηξ, ή εκ του ιταλ. lupo
Αθούλι (το) 🏛️ Κοινότητας
Το κίτρινο άνθος της κολοκυθιάς.
«Έφτιασα αθούλια τηγανιτά, ωραία γενήκανε!»
Αγριοκόκκι (το) 🏛️ Κοινότητας
Το φυτό βίκος ή άγριο αρακάς (Vicia sativa). Το έσπερνε ο γεωργός για τα ζώα το χειμώνα.
Ανεπόρπιστα 🏛️ Κοινότητας
Επιρρ. = Ανέλπιστα, ξαφνικά, αναπάντεχα
«Μάζωξα φασούλια μες στο Τρυγητή ανεπόρπιστα!»
Αβερτοσιά (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Αβερτωσύνη (βλ. αβέρτα)= η ελευθερια, ανοιχτος χωρος, ανεμπόδιστος
Αλητρούητος 🏛️ Κοινότητας
Αυτός που δεν μετέχει στη Θεία λειτουργία, δεν εκκλησιάστηκε, δεν ευλογήθηκε
Ετυμολογία: αλειτούργητος < α- + λειτουργώ + -τος
Αντιριπέτου 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Αντιρουπέτου (επίρρ.)= από την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, απέναντι, κατάφατσα.
Αγλυκόριζα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Αγλυκόριζο = Το γνωστό φυτό glyk;oria (Liquiritia-Glycyrrhiza glabra). Σκέπαζαν τα κηπευτικά και τα σταφύλια με αυτό για να τα προστατεύσουν από τον ήλιο. Τα έβαζαν και στις εσωτερικές πλευρές του καλαθιού για να προστατεύσουν τις ντομάτες από τυχόν χτυπήματα.
Αβασκαντήρι (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Αβασκαντήρα = το φυλακτό κατά της βασκανείας και το όστρακο κυπραία (Cypraea).
Αλαβάντε 🏛️ Κοινότητας
Πολύ σπάνια λέξη. Το έλεγαν όταν χόρευαν ζευγάρια για να αλλάξουν οι ντάμες.
«Αλαβάντε οι ντάμες»
Αβούλιερας (ο) 🏛️ Κοινότητας
άγριο χορτάρι που έκανε κακό στα αμπέλια και έπρεπε να το βγάζουν με τα χέρια,καλαμοειδής αγριάδα
Αμόλιθρος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Αμολ(λ)ίθρας = Αμμόλιθος , κατά προσθήκη το ρ, όπως και σε πολλές άλλες κεφαλονίτικες λέξεις. Η μαλακή πέτρα με αμμώδη υφή (ψωμόπετρα)
Άλμπα 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Άρμπα ή Άλμπα τζόρνο = επιρ. Το ξημέρωμα, πριν βγει ο ήλιος, πολύ νωρίς τα χαράματα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. alba giorno
Αγριοζώντανος 🏛️ Κοινότητας
μεταφ. στη Παλική για χιουμοριστικόυς λόγους αναφέρεται στο αβραστο φαγητό.
Άμποτες 🏛️ Κοινότητας
Μακάρι, είθε!
«Χρόνια πολλά! Άμποτες»
Ανεμορπή (η) 🏛️ Κοινότητας
Η ριπή του ανέμου. Χρησιμοποιείται συνήθως ως κατάρα.
«Πήαινε στην ανεμορπή! Πού στην ανεμορπή ήσουνα;»
Αντιστέλι (το) 🏛️ Κοινότητας
Αντιστήριγμα, στύλος, ράβδος, κομμάτι ξύλου ή μετάλλου, που χρησιμοποιείται για να κρατά ανοιχτό κάτι που τείνει να κλείσει.
Ετυμολογία: Αντί + στύλος
Αγλίμανος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Αγλοίμονος ή Αγλοίμανος = Ο πλεονέξτης, αχόρταγος, τσιγκούνης , αυτός που δεν ευχαριστιέται με όσα και να έχει.
Ανατσουτσουριάζω 🏛️ Κοινότητας
Ανατριχιάζω
Ετυμολογία: ανά + σαίρω, σεσηρώς = εγείρομαι απειλητικώς, αποθρασύνομαι
Απανωβάνω 🏛️ Κοινότητας
Βάζω κάποιον να κάνει κάτι εναντίον κάποιου άλλου.Αλλά κα δανείζω κάποιον και βάζω απο πάνω κάποιο πρόσθετο ποσό κατά την εξόφληση (τοκίζω).
«Απανωβάρτα και αντροχωρίστρα!»
Απανώστρατα (η) 🏛️ Κοινότητας
Η πάνω γειτονιά μιας πόλης ή ενός χωριού. Απανώστρατες = Παραδοσιακή γειτονιά του Αργοστολίου
Απουταμέντο 🏛️ Κοινότητας
ραντεβού για συνέντευξη
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. appuntamento
Αγραπιδιά 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Αγράπαδος και Γκορτσιά = Η Αγριοαχλαδιά (Pirus Amygdaliformis),
Ετυμολογία: Από το αγραπίδι (άγριος + άππιον) και το ονοματικό επίθημα –ι-ά (που δηλώνει φυτό).
Αντένω 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και ντένω = μπλέκω, μπερδεύομαι, πιάνω σε αγκάθι, πιάνομαι σε κάτι που εξέχει. Μετφ. = Μπλέκομαι σε καυγά.
««Η αγάπη δεν είναι δεντρί, δεν είναι ανθί να πέσει, παρ’ είναι βάτος με κλαρί, κι αγλιά σε κειόν π’αντέσει»»
Αντρέ (το) [αντρέ]
Η είσοδος κτηρίου
«Το αντρέ του σπιτιού ήταν στη μέση της πρόσοψης του κτηρίου.»
Ετυμολογία: Γαλλ. entrée
Αντενάτος [αντενάτο]
Ο πρόγονος
«Τα κουάδρα με τσου αντενάτους βρίσκονται κρεμασμένα στον τοίχο.»
Ετυμολογία: εκ του βεν. Antenato
Ανασκάμνισμα (το)
Αλλιώς και ανασκλημούρα, ανασκλημουρητό = το χασμουρητό και ξεντολόισμα.
«Όποιος ξερά μας τραγουδά ιστορία Εκειός κάνει ανασκάμνισμα κι αηδία.»
Ετυμολογία: εκ του ανασκαμνίζω
Ανασκαμνίζομαι
Τεντώνω απότομα τα χέρια και τα πόδια μου. Χασμουριέμαι και τεντώνομαι.
«Ανασκαμνίζεται γλυκά και πηαίνει να πέσει να ησυχάσει η δουλιασμένη..(Ανδ. Λασκαράτος)»
Ετυμολογία: εκ της προθ. ανά και του ρημ. σκαμνίζω
Αναθεμάτος
ο διάολος, συνων. : αναθεματισμένος
«Τί σου κάνει ο αναθεμάτον!»
Ετυμολογία: εκ της εκφράσεως ανάθεμά τον!
Άμπιτο
Αλλιώς και Άμπιτα = Ένδυμα γυναικείο εορταστικό ή νυφικό μεταξωτό, το ράσο, το επίσημο ένδυμα. Συνών. = βελέσι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. abito, abbietto
Αβάραγκας
Το φυτό δαφνοειδές ή χαμελάια (dapne oleoides) της τάξεως των θυμελαιωδών. Αβαράγγια και βαράγγια = πικρά άγρια χόρτα που το ζουμί τους καθαρίζει το αίμα. Αβαραγγόριζες= οι ρίζες της βαραγγιάς. Στο Πυργί = η δεξαμενή (Τσιτσέλης)
Ετυμολογία: αγνώστου ετυμολογίας
Αβάτζο (το)
Το κέρδος, η ωφέλεια, το υπόλοιπο, το περίσσευμα.
«Δεν έχω αβάτζο από κείνη τη δουλειά! εκφρ. Αβάντζο τση φούρκας = ο κακούργος (avanzo di forca)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avanzo
Αβατζάρω
Αλλά και Αβατζέρνω = προάγω, προβιβάζω. Υπερβάλω, υπερτερώ, είμαι ανώτερος.
«εκφρ. Αβαντζάδος τσου χρόνους! (=ο ηλικιωμένος)»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλικού avanzare
Αβανταδόρος (ο)
Αλλά και αβανταδώρος = Αυτός που ζει από αβάντες, βοηθός όχι παντα θεμιτός, υποστηρικτής. Αβαντάρω = δίνω κέρδος,
«Τον αβανταδόρο έκαμα στα χαρτοπαίγνια!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. avanti
Αβάνης (ο)
Συκοφάντης, κακόβουλος
Αβανιά (η)
Συκοφαντία, δυσφήμιση
«Βγάνω αβανιές. Μου ’βγαλαν αβανιά, πώς αγαπώ μια δούλα.»
Ετυμολογία: Κατά τον Ευάγγελο Τσιμαράτο και τον Παναγ. Βεργωτή είναι λέξη Τουρκική avan = κάκωση. Πιθανόν παράγεται απο το λατινικό affaniae= φλυαρία ή το αραβικό aouan= όνειδος , Ιταλιστί avania, Γαλλιστί avanie
Αμονίζω
καταστρέφω, ακονίζω, αμβλύνω, φθείρω. Μεταφορικά = παρακμάζω, (Αμόνισε πλέον ο τάδε...)
«Μην κόβεις ξύλα για θ’αμονίσεις το μαχαίρι και θα θέλω οπίσωθε άλλα τροχίσματα. Οι μύλοι (δόντια) αμονίσανε. Αμόνισε ο μύλος του καφέ.»
Ετυμολογία: αγνωστ. ετυμολογίας
Αψώθηκε
θύμωσε, έτοιμος για καυγά
Αψιώνω
ανάβω από θυμό, ζεσταίνομαι
Αψίληθρας
αλλιώς αψύλιθρον = φυτό διαδεδομένο αρωματικά (Inula Viscosa)
Αχρόνιαος
αναφέρεται και στην κατάρα, να μην ξεχρονιάσεις
Αχνούπας
αλλιώς και αχούνουπας = περιλαμβάνει τους καρπούς του σταριού, βρώμης κ.τ.λ.
Αχαντές
χαζός, μικρόμυαλος
Αφριάστηκε
το φτέρνισμα
Αφράλα
το αλάτι που μένει το καλοκαίρι στις πέτρες
Αφόργια
τα ρούχα που δεν έχουν φορεθεί
Αφόντες
αφού, εφόσον
Αφιδεύομαι
εμπιστεύομαι συνήθως με αρνητική σημασία
«μην το αφιδεύεσαι τούτονε!»
Αυγουστέλες
Αλλιώς και αβουστέλες = οι συκιές που κάνουν το Μάιο και τον Αύγουστο σύκα
Αυγατίζω
πολλαπλασιάζω κάτι, αυξάνω σε ποσότητα
«Δούλευε να τρώς και κλέφτε ν' αυγαταίνεις!»
Ατσούπι
ο κατά πλάτος τοίχος του σπιτιού
Ατσιντέντε
ατύχημα, συμβάν
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. accidente
Ατσάραντος
το πουλί σπίνος
Ατούρες
συμπτώματα της εγκυμοσύνης, εμετοί, κακοδιαθεσία
Ατόρνου
Γύρω, τριγύρω, ολόγυρα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. attorno
Ατζάρδος
τολμηρός, επιτήδειος
Ατακάρω
ορμάω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. attaccare
Ασφελαχτός
Αλλά και Σφερδούκλι = Το ασφάλαγκτρο, ο ασπάλαθος = αγκαθωτός θάμνος με αρωματικά κίτρινα λουλούδια.
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ασπάλαθος κατ. παραφθ.
Ασύφταος
Αυτός που πέθανε νωρίς, που δεν έφτασε σε κάποια μεγάλη ηλικία γιατί πέθανε. Συνήθως λέγεται ως κατάρα
«Μωρέ ασύφταε!»
Αστεντούε
δια της βίας, με το έτσι θέλω, οπωσδήποτε
Ασπροφουφουδιασμένα
τα άσπρα ρούχα της μπουγάδας μεταφ. το ευτράπελο
Ασπέτα
περίμενε
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. aspetta
Ασκούπι
ο ασκός μεταφ. η ύβρις
Ασκόπουλο
αλλά και ασκουπόπουλο = τα νεογνά της περιστέρας
Ασκρόλυμπας
αγκαθωτό χόρτο με άσπρες νόστιμες ρίζες
Αρτύθηκε
διέκοψε τη νηστεία
Αρτάνα
παρτέρι για λουλούδια!
«Να σε χαρεί η μανούλα σου που σ'εκανε κοντούλα, σαν το σγουρό βασιλικό που'ναι στην αρτανούλα!(Λασκαράτος)»
Αρπάδι
αυτό με το οποίο ανασύρουν τους κουβάδες από τη στέρνα
Αρού - παρού
σκόρπια, εδώ και εκεί
Αρνοκόπι
τα μαλλιά που κουρεύουν, των προβάτων Αρνόκουρας ή αρνόκορος = ο κουρευτής των προβάτων
Αρμάρι [αρμάρι]
έπιπλο για φύλαξη αλλά και έκθεση αντικειμένων που εκτός Επτανήσων λέγεται μπουφές
«Το αρμάρι ήταν στη τραπεζαρία γεμάτο με σερβίτσια.»
Ετυμολογία: Ιτ.Armario/armadio και μεσαιωνικά Ελληνικά ερμάρι ι
Αρίλογας
συρματόπλεχτο κόσκινο που ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι
Αρίδι
τρυπάνι
Αρίβο
άφιξη αριβάρω = φτάνω, έρχομαι, πλησιάζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. arrivo, arrivare
Αρεστάρισμα
η σύλληψη από την Αστυνομία
Αρεσκιά
Το προικοσύμφωνο
Αργολαβία
ερωτοδουλειές
Αρβάλι
το χερούλι του κουβά (σίκλου)
Άραχλο
αλλιώς και άραχνα = κάτι πένθιμο, μαύρα κι άραχνα
Αραλίκι
ευκαιρία μετφ. οι ευκαιρίες κάπου να αράξεις
«Ευρίσκω αραλίκι»
Άπραη
χωρίς πείρα, χωρίς προκοπή, ανεπρόκοπη
Αποτσουτσουρωμένος
του έχουν αφαιρέσει το λόγο
Απόστα
αλλιώς ξαπόστα = γι ' αυτό το λόγο, επίτηδες
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. apposta
Αποπούθενε
Από ποιό μέρος, από που
«Αποπούθενε βγαίνει το νερό;»
Ετυμολογία: εκ της προθ. από και του επιρρ. πούθε
Αραρούτι
Ανωμαλία, ακαταστασία
Αποπαίρνω
κάνω κάτι χλιαρό, θερμαίνω μετρίως
«Άφηκε το φαϊ ν'αποπάρει»
Απομπούκουνα
τα αποκόμματα, βλ. μπουκούνι
Ετυμολογία: εκ του ουσ. μπουκκιά, Απομπούκι = το υπόλειμμα τροφής
Απόμπηξη
κομμάτι ξερού ξύλου που περισσεύει και μπορεί να τραυματιστεί κάποιος (Λευκάδα)
«Μου μπήκε μια απόμπηξη στο ποδάρι κι είδα κι έπαθα να την βγάλω »
Απομυτισμένος
σκυμμένος χαμηλά, με το πρόσωπο σχεδόν στο χώμα
Ετυμολογία: Έφαγε η μύτη του χώμα
Αποκοπή
Στην Κεφαλονιά λέγεται για την τελευταία μέρα του χρόνου
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ουσιασ. αποκοπή
Αποκολωμένη
Απογοητευτική ή αρνητική απάντηση σε πρόταση ή σε αίτηση ή απαίτηση κάποιου
«“Επήρε την αποκολλωμένη του, κι έφυγε” (Λευκάδα)»
Ετυμολογία: Μετοχή του ρημ. αποκολώνω
Αποκλαμός
του χταποδιού το πλοκάμι
Αποκαταριά
Η κάτω όψη των πραμάτων. Το κάτω μέρος του ψωμιού. Συνων. : κατόψι
«Τ' απουκατάρι τρώει τ' άποπανάρι (Παροιμία)»
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αποκατάρι
Ατζιώνω
Θυμώνω, ερεθίζομαι, αντιστέκομαι, αγριεύω Αντζιωμένος = θυμωμένος, αγριεμένος
«Μη μου ατζιώνεσαι σ’εφκειά που λέω!»
Αποδιαλεούρια (τα)
αυτά που απέμειναν μετά τη διαλογή των καλύτερων αντικειμένων, τα χωρίς αξία
«Στα μαγαζιά εβρήκα αποδιαλεούρια!»
Ετυμολογία: εκ του ρ. αποδιαλέγω και της παρ. καταλ. -ούρι
Αραντιμίδες
Στάλες βροχής, βλ. Ραντιμίδες
Αποκουκί
Εκφ. = παρά τρίχα, παρά λίγο
Απλύς
Αβαθής, ρηχός. Λέγεται συνήθως για τα πιάτα.
«Βάλε το φαϊ σε απλύ πιάτο!»
Ετυμολογία: απλόω-απλούς
Άπλερος
Ατελής, ατροφικός, λέγεται και για το πρόωρο παιδί Μεταφ. : Ζώα γεννημένα πρόωρα, αυγά με μαλακό κέλυφος, τρυφερά φυτά
«Άπλερο αυγό (με μαλακό κέλυφος)»
Ετυμολογία: εκ του στερ. -α και του ρ. πλερώνω
Απλάδα (η)
Αλλιώς και απλοπίνακο, κακό των Σπετσών (εκφρ.) και τσανάκι = η νόσος του Καλαζάρ (μεγάλη διόγκωση της σπλήνας. Απλάδενα = (εκ του ενετ. piadena) η μεγάλη ρηχή πιατέλα πορσελάνινη ή πήλινη που χρησιμοποιούνταν για το σερβίρισμα του φαγητού
«Γεμίζει μια απλάδενα ζουμί! Ανέβα μωρέ στον Αίνο να δεις ούλο τον κόσμο απλάδα!»
Ετυμολογία: μεγενθ. του ουσ. απλάδι
Απίκουπα
Επιρρ. = Μπρούμυτα και σπαν. απίκου = φέρνω κάτι ανάποδα,αντίστροφα, λέγεται συνήθως για δοχεία
«Γύρνα το φλυτζάνι απίκουπα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.appie-soppa
Απανωβάρτης
Κυριολ. : Αυτός που βάζει περισσότερα χρέη στο βιβλίο των οφειλών, αλλά και μεταφ. αυτός που περιπλέκει τα πράγματα για να δημιουργήσει έριδα, ο ραδιούργος.
«Είναι εφκειός ο έμπορος απαωβάρτης!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. απανωβάλλω, ιδιωμ. απανωβάνω
Απίκου
Αλλιώς και απίκκου (επιρρ.)= Ακριβώς, επί τόπου, στη θέση, έτοιμος. Ναυτικός όρος = όταν η αλυσίδα της άγκυρας βρίσκεται σε κάθετη θέση προς τη θάλασσα, πριν πιάσει πάτο
«Η ώρα είναι δώσεκα απίκου!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. apicco
Απιέντιστος
Αδιάκριτος Απιέντιστη = αδιάκριτη, αδιάφορα, άπονη Απιεντισά
Απαλάκι
Είδος χόρτου σχετικό με το περδικάκι (plantago lagobus, plantago major)
Ετυμολογία: εκ του επιθ. απαλός
Απάγκιο (το)
Το απάνεμο μέρος. Απαγκιάζω = Στέκομαι σε απένεμο μέρος
Ετυμολογία: υπό=άγκος-αγκείον
Αξετίμωτος
Ακτίμητος, μεγάλης αξίας
«Τσοι έχω ακόμα αξετίμωτες τσοι ελιές!»
Ετυμολογία: εκ του στερ. -α και του επιθ. ξετιμωτός<ξετιμώνω
Αξαίνω
Μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
Ετυμολογία: αέξω, αυξάνω
Ανωφέλευτος
Ο άχρηστος, ο ανωφελής
«Πήγε ο κόπος μου ανωφέλευτος!»
Ετυμολογία: εκ του στερ. -α και του επιθ. ωφελευτός<ωφελεύω
Ανώι
ανώγειο, το πρώτο πάτωμα
Αντιστελώνω
Αντιστέκομαι, χρησιμοποιώντας κυρίως τα πόδια σαν αντιστέλια.
Αντίγος (ο)
α. Παλιός, γέρικος, ευερέθιστος, δύσκολος, κακότροπος. β. Σκληρός, βάρβαρος, ισχυρογνώμος
«Είναι αντίγος άνθρωπος! »
Ετυμολογία: εκ του ενετ. antigo ή του ιταλ. antico
Αντίγλωσσο (το)
Αλλιώς και γλωσσόκομπο = α. μεταφ. για αυτούς που δεν είναι εχέμυθοι β. Ο χαλινός της γλώσσας, ο λεπτός υμένας στο κάτω μέρος της γλώσσας που δυσκολεύει στην κίνησή της και φέρνει δυσκολία στην ομιλία. γ. Η αθυροστομία, η αντιλογία για κάθε τί.
«Δε μιλέις τί έπαθες , έχει τ'αντίγλωσσο; Πού να τον στομώσεις αυτόνε, έχει τ' αντίγλωσσο!»
Ετυμολογία: εκ της προθ. αντι και του ουσ. γλώσσα
Άτζα
Αλλιώς και άντζα = Η γάμπα, η κνήμη Αντζάτος = ο έχων δυνατές γάμπες
«1.Δε χορεύει, παρί ο ατζάτος, ο κοτζάτος και κοίλος ο γιομάτος (Παλλική) 2.Άτζα μου τρεις δεν πάει (=τώρα πια, πάει τελείωσε, δεν γίνεται) καταγραφή από Ι.Λευτεράτο (γεν.1939, Αργοστόλι),το έλεγε η γιαγιά του, Χλόη(γεν.1870,Διλινάτα) »
Ανεμούρι
εξάρτημα του αργαλειού. Εργαλείο της υφαντικής τέχνης για να συγκεντρώνονται τα νήματα στον μίτο, τον άξονα του αργαλειού. Στην Ιθάκη αναφέρεται ως όργανο για την εξαγωγή του μεταξιού.
«Ανεμοστάτης θα γενώ κι ανέμη να γυρίζω, κ' έν' ανεμούρι ολόχρυσο για να σε περιγυρίζω! La Donna e mobile, σαν τ'ανεμούρι, τρίβει τη μούρη κάθε λωλού! (Η αποθήκη του Διαβόλου,1860,σελ.132) »
Ετυμολογία: εκ του ουσ. ανέμη και της παραγωγ. καταλ. -ούρι
Ανεμορούφουλας
Αλλά και ανεμορρούφουλας = Ο ανεμοστρόβιλος, ο βίαιος άνεμος.
«Η Λάμια είναι η βασίλισσα των νεράιδων... κάνει πολλά κακά στα καράβια κι ΄λοι οι ναυτικοί τη εφοβούνται, γιατί αυτή κάνει τα σιφουνικά και τ' ανεμορουφούλια (εκ παραδ.)»
Αναφουφουλιάζω
το στρώσιμο του στρώματος με τα μαλλιά, αλλά και στη Ζάκυνθο = μου σηκώνονται οι τρίχες του κεφαλιού. αναφούφουλος = απαλός μαλακός, μη πεπιεσμένος.
«Αναφουφουλιάζει η κότα! Με μαλλιά αναφουφουλιασμένα αναπήδησε όρθιος!»
Ετυμολογία: εκ της προθ. ανά και του ρ. φουφουλιάζω
Ανασμίδα (η)
Το θηλυκό γουρούνι. Ανασμίδι ή Ανεσμίδι = Το γουρουνάκι
«Χορούς οργάνωναν αυτοί κι αγώνες και παιχνίδια, και σαν τσου λύκους πέφτανε στ'αρνιά και στ'ανασμίδια...»
Ετυμολογία: ανά + συμόω
Ανασκυρίζω
Φυλάω κάτι σε μέρος κρυφό. Τακτοποιώ, κρύβω.
Ανασκαμνίζω
Σηκώνομαι από το κάθισμά μου για να υποδεχθώ κάποιον.
Ανάσβολος
Ο άβολος, ανάποδος, κουραστικός,. Ανάσβολα (επιρρ.) = Ανάποδα, στραβά.
«Μου'ρτανε όλα ανάσβολα εφέτο!»
Αναποδόχρονος (ο)
Έτος καιρικών ανωμαλιών ή ατυχιών
«Τί αναποδόχρονος είναι τούτος φέτος!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. ανάποδος και του ουσ. χρόνος
Αναρριτσιάζω
ανατριχιάζω, αισθάνομαι φρίκη
«Τον είδα κι΄αναρρίτσιασα απ'τον φόβο μου!»
Ετυμολογία: εκ του προθ. ανά και του ρημ. ριτσιάζω ή εκ του ουσ. αναρρίτσια
Αναπίνω
Απορροφώ, αλλά και αναδίδω υγρασία
«Το σφουγγάρι αναπίνει το νερό! Ο μπότης αναπίνει»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. αναπίνω
Αναπαή (η)
Αλλιώς και Αναπαμός και ανάπαμα και ανάπαψη = η ανάπαυση, μεταφ. προσωνύμιο γυναίκας
Ετυμολογία: εκ του ανεπάην αορ. του ρ. αναπαύομαι
Αναούλα (η)
Αλλιώς και Αναγούλα : α. μεταφ.: Η πράξη ή λογος που προκαλεί αηδία. β. κυριολ. Διάθεση προς εμετό, ναυτία
«Λές αναγούλες καημένε μου!»
Ετυμολογία: ανά - ιταλ. gola
Ανανογάω
Αλλιώς και Ανανογ(ε)ιέμαι και Ανανογ(ε)ιόμαι = Α.Αναρωτιέμαι. διανοούμαι, σκέπτομαι. Β.Αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι. Γ.Εφιστώ την προσοχή σε κάποιον. Δ. Ειδοποιώ
«Α.Να μην ανανογειόμαστε για τον εαυτό μας. Β.Ανανοήθηκε πώς έκαμε πολύ ανόητα. Γ.Τον ανανόησα και δεν επλήρωσε δυο φορές. Δ. Δε βρέθηκε κανείς να μ’ανανοήσει και την έπαθα!»
Ετυμολογία: εκ του μεταγν. ανανοώ
Ανάλαιμα
Επιρρ. = Άνω προς το λαιμό, προς τον φάρυγγα, το φαγητό που για κάποιο λόγο διακόπηκε δυσάρεστα. Μεταφορ. φέρνει κάτι το αντίθετο αποτέλεσμα,
«Να σου βγει ανάλαιμα το φαϊ! ...Θεότρελλος ο δάσκαλος από το σουρουξίδι και βλέπων πως ανάλαιμα του βγήκε το ταξίδι...!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. ανάλαιμος
Ανακόλι (το)
Αλλά και Ανακόλλι = έμπλαστρο με φυσικά βότανα (συνων. : κατάπλασμα, μπλάστρι)
«Θα 'χεις πόνους συνεχείς, και θέ να ζήσεις δυστυχής, χωρίς απ'το σώμα σου να λείπει τ'ανακόλλι.»
Ετυμολογία: εκ του ρήμ. ανα - κολλώ
Ανάκαρα (τα)
Αλλά και Ανακαριά και Ανάκαρο = Η φλογέρα, ή γκάιντα του βοσκού. Η πνοή, η αντοχή, το κουράγιο (συνηθέστερο στα Κύθηρα, αλλά και στην Ιθάκη)
«Δεν έχω ανάκαρα για τσακωμούς!»
Ετυμολογία: εκ του τυπου 'νάκαρα, ανά +κέρας
Αναδεξιμιός (ο)
Το βαφτιστήρι, Ο βαφτησιμιός
Ετυμολογία: Ανά + δέχομαι
Αναγκαίο (το)
Η σωματική ανάγκη, η τουαλέτα, το ουροδοχείο (συνηθέστερο σε Κέρκυρα & Παξούς). Αναγκαίος = η τουαλέτα. συνων.: αγγειό
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ουσιαστ. αναγακίον
Αμπώνω
Αλλιώς και αμπώχνω = σπρώχνω,ωθώ, απωθώ.
«Άμπωσε λίγο τη βάρκα! Θα σ'αμπώξω να πέσεις!»
Ετυμολογία: εκ του αρχ.απωθώ κατ' ανάπτυξη του ένρινου μ.
Άμπουλα (η)
Η ορμητική εκροή, ανάβλυσμα με μεγάλη πίεση, πηγή που τρέχει ασταμάτητα, αλλά και μπουκάλα.
«Άμπουλα το αίμα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ampola/bolire, εμβολή, ανά-βλώσκω.
Αμπενοκλάδι (το)
Ασθένεια των φωνητικών χορδών. Επίσης εξάνθημα στο πρόσωπο επικίνδυνο και ενοχλητικό. Χρησιμοποιείται ως κατάρα
«Αμπενοκλάδι να σε φάει! Βγάλε τάμπενοκλάδι!»
Ετυμολογία: άμπελος + κλάδος
Αμπαντονάρω
εγκαταλείπω, παραμελώ
«Κάμε κλειδί κι αντίκλειδο, κλείδωσε την καρδιά μου, μα ΄γω θα πά να παντρευτώ κ' εσέ θ' αμπαντονάρω!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. abbandonare
Αμπαδάρω
Υπολογίζω, λαμβάνω υπόψιν μου, δίνω σημασία.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. badare
Αμορόζος (ο)
ο εραστής, ο αγαπητικός, ο προσφιλής
Ετυμολογία: εκ του ιταλικ. amoroso
Αμόντε
Μάταια, ανώφελα, χαμένη δουλειά, χρησιμοποιείται συνηθως μετά το ρήμα πηγαίνω ή παω. Συνεκδοχικά = χαρτοπαικτικός όρος , όταν οι παίκτες πετάνε τα φύλλα και ξεκινούν νέα παρτίδα.
«Όλες μας οι ελπίδες πήγανε αμόντε. Πάμε αμόντε! (= Πάμε γι' αλλα!)»
Ετυμολογία: επιρρ. εκ του ιταλ. α monte/ ammontare, ammonto
Αμόλυψε
κάποιος που διέκοψε τη νηστεία
Αμάκα
Αλλιώς και Αμάκκα = Αρπαγή, κλέψιμο, εξυπηρέτηση χωρίς πληρωμή, δωρεάν, άνευ κόπου. Αμακαδόρος (ο)= ο τρακαδόρος, όποιος προσπαθέι να ζήσει παρασιτικά εις βάρος άλλων.
«Μου πήρε αμάκα τα λεφτά! ...Ως καθείς κι εσείς οι άλλοι σερνικοί αμακαδόροι, που πετάτε τη δεκάρα για το φύλλο με το ζόρι, να μαθαίνετε της κάθε μορφονιάς μας τα κορτάκια, και ποιανής πονεί το δόντι για τα φίνα σας μουστάκια! ...Κρυφτείτε τσιγγουνάρχοντες, σ' εσάς δεν επιτρέπεται, τα γανωμένα μούτρα μας, αμάκα να τα βλέπετε! »
Ετυμολογία: εκ της ιταλ. φρ. A macca = avilissimo prezzo a grato.
Αμάδα (η)
Μικρή δισκοειδής πέτρα, που χρησιμοποιείται για το ομώνυμο πανελλήνιο και πολύ διαδεδομένο παιχνίδι.
«Παίζω τσ' αμάδες!»
Ετυμολογία: Πανελλήνια λέξη, εκ του τυπ. σημάδα/ ήμα, ίημι<ημάς
Αμά
Επιρρ. = Κατόπιν, αργότερα, αμέσως μετά, ύστερα, στη συνέχεια, χρησιμοποιείται και ως : κιαμά = και μετά
«Πρώτα εφτά κιαμά οχτώ! »
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ἅμα,
Αλωνάρης
Ο μήνας Ιούλιος (Πανελλήνια λέξη), Στην Κεφαλονιά λέγονται έτσι και τα βόδια που έχουν γεννηθεί το μήνα Ιούλιο.
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αλώνι και της παραγ. κατάληξης -άρις
Αλουποπορδή
α. είδος μύκητα σε λόγγους, β.άσπρο φυτό που βγάζει μια περίεργη σκόνη
Αλλαχτός
Αξιοπερίεργος, μεταφ. σαν ξωτικό (κατά τη λαϊκή δοξασία, όποιος έχει σωματικά και ψυχικά.ελαττώματα, είναι δλδ αφηρημένος, ισχνός, ηλίθιος, λαίμαργος, καχεκτικός κλπ). Πρόσωπο δύσμορφο και αδυνατισμένο είτε απο αρρώστια ή άλλη αιτία, ακίνητο, με απλανές βλέμμα. συνεκδοχικά = ο τελείως χαζός.
«Τί στέκεις σαν αλλαχτό! Τί αλλαχτό ήτανε εκειός που μας εκουβάλησες! Φωτιά να σε κάψει, αλλαχτό! (Ιθάκη)»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. αλλακτός
Αλλαξομουσουδιάζω
κάποιος που αλλάζει όψη, προς το χειρότερο. (μουσούδα=το πρόσωπο) Μεταφ. = αλλάζω τις απόψεις μου, τα λόγια μου.
«Να με ρωτήσεις να σου πώ τί κάνει ο κατω κόσμος, που οι άσπροι μαύροι γένουνται κ' οι ροδινοί χλωμιάζουν, κ' εκείν' οι 'μορφοσούσσουμοι αλλαξομουσουδιάζουν! (Ιθάκη, μοιρολ.)»
Ετυμολογία: εκ του αλλάζω και του ουσ. μουσούδι, εκ του ιταλ. muso
Αλιτζόρδινο
Η αναταραχή, η φασαρία
«Εγίνηκες ψες ολόκληρο αλιτζόρδινο!»
Αλισφακιά
Αλλιώς και Αλιφασκιά = η φασκομηλιά (salvia labiatae)
«... που βγάνεις την αλιφασκιά, τη ρίγανη, τη θρούμπα, στους βράχους σου, που αλλοίμονο να κάμει κανείς τούμπα...(Καλογηράς)»
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αλίσφακας κατα τα -εις, εα, ονόμ. φυτών
Αλήτουρας
Αλλιώς και Αλίτουρος = Ο αλήτης, ο αασεβής, ο θρασύς.
Αλυσίβα
Αλλά και Αλισίβα = ελλείψει σαπουνιού, έβραζαν στάχτη για μπουγάδα. Ζεστό νερό με στάχτη για τη μπουγάδα, αλλά και η ίδια η μπουγάδα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. liscivia
Αλιάδα
Σκορδαλιά.
«Του Βαγγελισμού θα φάμε μαζί την αλιάδα (Ιθάκη). Τούκαμε την κεφαλή αλιάδα (=μεταφ. του σπάσε το κεφάλι, το συνέτριψε )»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. agliata, οι τύποι αγιάδα και εγγιάδα εκ του βεν. agiada
Αλλαξιά (η)
Η φορεσιά, το γιορτινό κουστούμι
«Πάρε μαζί σου μια αλλαξιά, μη γίνεις ρεντίκολο!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. αλλάζω
Αλεγρία
Αλλά και Αλλεγρία = το κέφι. Επιθ. = Αλέγρος = ο εύθυμος, ο ζωηρός, ο ελεύθερος άνθρωπος χωρίς περιορισμούς (εκ του ιταλ. allegro)
«Έβγαλε τα μαύρα και φόρεσε τ' αλέγρα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. allegria
Αλάργου
Αλλά και αλλάργα ή αλάργα = επιρ. μακριά, σε απόσταση. Ναυτ. όρος = στ' ανοιχτά
«Όξω αποδώ κι' αλάργου!»
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. Alla lagra , allagra
Αλαμπρατσέτα
Αλλιώς και Αλαμπρατσέντα και Αλαμπρατσάντε= Αγκαζέ
«Την πάει αλαμπράτσο (τρυφερά)»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. alla bracciante, al abbraccio
Αλαλιά (η)
Ανοησία, μωρία,βλακεία, κουβέντες ανόητες. Άλαλος = ο κουτός
«Τί αλαλιές έκαμες πάλε! Να ‘μαστε φτωχοί, μα να μην είμαστε άλαλοι!(Αργοστόλι)»
Αλαλιάζω
α. ζαλίζομαι ή πέφτω αναίσθητος από τραύμα, νόσο ή χτύπημα, μεταφ. :χάνω το νου μου. β. εκπλήσσομαι, θαμπώνομαι. γ. Βρίσκομαι σε σύγχιση ή αμηχανία
«Με τη ξυλιά πόφαγε στο κεφάλι αλάλιασε! Αλάλιασε με τα πλούτη του!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. άλαλος
Αλάδωτος
Ο αβάπτιστος, που δεν έχει χρησθεί με λάδι του ιερού βαπτίσματος.
Ετυμολογία: εκ του στερ. α- και του επιθε. λαδωτός<λαδώνω, πανελλήνια λέξη
Άκωλη
η λίμνη Άβυθος στη Σάμη, βρίσκεται μεταξύ Μουζακάτων και Αλευράτων
«Την Άκωλη ξεχείλισα από τα δάκρυά μου, κι’ όμως δεν με λυπήθηκες τον δόλιο, συμφορά μου! »
Ακουρμαίνομαι
Αλλιώς και Ακουρμάζομαι = Ακροάζομαι, Αφουγκράζομαι, κρυφακούω, ακούω κάτι προσεκτικά
«Στάσου καθρέφτη μου, Διάολε στάσου, δεν ακουρμαίνεσαι; Να! φάσκελά σου ! (Καλογηράς)»
Ετυμολογία: ακρόαμα
Ακουρούπωτος
επιθ. Αυτός που έχει ακάλυπτο το κεφάλι, ο ακλάδευτος, για δέντρο κυρίως ελιά.
«Δε μπορώ να πάω όξου ακουρούπωτος»
Ετυμολογία: εκ του στερ. α- και του επιθ. κουρουπωτός<κουρουπώνω
Ακλερίτης
Αλλά και Ακληρίτης = ο μη έχων κληρονόμους, παιδιά, ο άτεκνος. μετφ. ο άγαμος. Το ακλερίτης συναντάται και στην Πελοπόννησο
«Μωρέ τον ακλερίτη, να' ναι τσιγγούνης!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. άκληρος, κατά το σχηματ. πβ άνομος-ανομίτης, λεπρός-λεπρίτης κλπ
Αΐρτα (η)
Στα προσμεισμικά σπίτια το ανώφλι της πόρτας (Ιθάκη)
Αΐλιακος (ο)
Αλλιώς και Αήλακς και Αιήλακας = Το φυτό αϊλάκι, σμίλαξ ή τραχεία (smilax aspera) της τάξεως των λειριωδών (liliaceae), συνων. αγριόβατος, ξυλόβατος. Αναγράφεται και φύκια.
«Γιόμησε η αμμουδιά αήλακα!»
Ετυμολογία: Αγνώστου ετυμολογίας
Αηπάνου
Αλλιώς και αϊπάνου και αϊπάνουθε = Από επάνω, επάνω
«Μου πήρε την αηπάνου μεριά, το απάνου μέρος!»
Άζουλα (η)
Η κόπιτσα, το θηλύκι.
«Έραψα τσι αρσενικές άζουλες, θα ράψω και τσι θηλυκές και θα'ναι σε λίγο χαζίρι (=έτοιμο) Ιθάκη. Θέλει άζουλες να κολλήσει στο φόρεμά τση!»
Ετυμολογία: εκ του ενετ. az(s)ola
Αδούρητος
Αλλιώς και Αδούριγος = Αυτός που διαρκεί λίγο χρόνο, σπάνια λέγεται και για πρόωρα χαμένο παιδί, αλλά και ο ανεπρόκοπος.
«Μωρή αναθεματισμένη, μωρή αδούρητη! (Κατάρα)»
Αδερφοφάης
Αλλιώς και αδερφοφάος= ο αδερφός που βλάπτει ή αδικεί τον αδελφό του κατά τη διανομή της κληρονομιάς. Επίσης άνθρωπος σκληρός και αιμοβόρος.
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αδερφός και του -φάγος, ο εκ του έφαγα αορ. του ρ. τρώγω
Αγραμπαλώνομαι
Σκαρφαλώνω, γατζώνομαι, πιάνομαι όπως μπορώ, μπερδέυομαι, πιάνομαι σε αγκάθια. Αγραμπαλώνω = Εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία αμέσως και δεν την αφήνω με τίποτα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. arrampicarsi
Αγλιά
Αλλιώς και Αγλοιά= Αλίμονο (επιρ.)
«Η αγάπη δεν είναι δεντρί, δεν είν’ ανθί να πέσει, παρ’ είναι βατός με κλαρί, κι’ αγλιά ‘πο’κειόν π’αντέσει. (Παλική)»
Αγκωνή (η)
Η γωνία, του ψωμιού η γωνία, το άκρο, καθόλου
«"Όταν γεννιέται θηλυκό, τριζουν οι αγκωνές του σπιτιού", "Βάλε τον σε μια αγκωνή να μη φαίνεται"»
Ετυμολογία: κατά συμφυρ. των αρχ. ουσ. αγκών και γωνία, αντί αγκωνία
Αγκούσα (η)
Κυριολ. = Η δύσπνοια, το φούσκωμα, η δυσκολία στην αναπνοή. Έχω αγκούσα = ασθμαίνω, πνίγομαι εξαιτίας πολυφαγίας, νόσου, καύσωνος κ.τ.λ. Στεναχωριέμαι. Δυσφορώ, αδημονώ
«Αγκουσεύτηκε απ’ τα λόγια σου. Το πολύ φαί αγκουσεύει και το λίγο θεραπάει, και το λίγο-λιγουλάκι μπαίνει μες στο στομαχάκι(Παλλική)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. angossa, angoscia, εκ του βενετ. angustia, άγχος, όγκος
Αγιούτο
Bοήθεια, ενίσχυση, συνδρομή. Ρήμα : αγιουτεύω = βοηθάω, ενισχύω (Ιθάκη)
«'Ελα να μου δώκεις ένα αγιούτο ωρε! Με φώναξε να τον αγιουτέψω κ' έτρεξα και τούκαμα ό,τι μπόρεσα! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού aiuto, aggiunta
Αγκλιές
Τα συντρίμμια
Ετυμολογία: εκ του ιτ. acaglia
Αγκελώνω
κεντώ με βελόνα
Αγγελόκρουσμα (το)
Τρόμαγμα, μεγάλος φόβος, αλλά και το πρόσωπο που προκαλεί τον τρόμο. Αγγελοκρουσμένος = ο ξαφνιασμένος,ο τρελός. Αγγελοκρού(ζ)ω= αιφνιδιάζω, τρομοκρατώ, προκαλώ ξαφνικό και μεγάλο φόβο
«Έχει μια κοπέλα, αγγελόκρουσμα!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. αγγελοκρούω= άγγελος + κρούομαι, ακίς, αγκύλη, κρούω
Αγγειό (το)
Το σκεύος, αλλά και το δοχείο νυκτός. Συνεκδοχικά ο κακόβουλος άνθρωπος. Υποκορ. = Αγγειούλλι
«Κάθησε τ'αγγειό στη διάβα κι ανεγελά τσού διαβάτες! (Παροιμ. Ζακυνθ.)»
Ετυμολογία: το αρχ. ουσιαστ. αγγείον
Αγγειόπλυμα (το)
Το σφουγγάρι ή το πανί παλαιότερα που έπλενα τα πιάτα και τα αγγειά του νοικοκυριού. Αλλά και το νερό που απομένει απο το πλύσιμο των πιάτων. Μεταφ. = το παιδί
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αγγείο και πλύμα
Αγαντάρω
Δράττομαι, συλλαμβάνω, κρατώ κάτι. Στη Ιθάκη λέγεται και Αγιοντάρω. Προστακτ. Αγάντα (πιάσε, κράτα, στήριξε). Αγάντο = η χρηματική αμοιβή
«Αγαντάρω το σκοινί! Τούδωκε αγάντο και δεν ήρτε να τ'αποτελειώσει τη δουλειά! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού agguantare=συλλαμβάνω, πιάνω, το αγάντα = απ' ευθείας εκ της προστ. = agguante
Αγανά
επιρρ. = αραιά, χαλαρά, συνήθως αναφέρεται στην υφή πλεκτών. Συνων. = αγανίκλα
«Δουλεύω το σκαλτσούνι αγανά!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. αγανός = πράος, ήσυχος
Αββοκάτος (ο)
Αλλιώς και αβουκάτος ή αββουκάτος = Ο δικηγόρος, ο έχων γνώσεις της δικηγορικής τέχνης. Ο γενικός εισαγγελέας επί Αγγλικής Προστασίας.
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avvocatο=δικηγόρος
Αβίζο (το)
Αλλιώς και Αββίζο= Το μήνυμα, η παραγγελία, η ειδοποίηση. Αββιζάρω = ειδοποιώ
«Πήραμε αβίζο να φύγουμε!»
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. avviso, avvisare ή του λάτ. Advisum, adviso ή του Αγγ. advice
Αβιασιά (η)
Η αμέλεια, ραθυμία
«Για δε σπουδάζεις στη δουλειά σου και δείχνεις τέτοια αβιασιά;»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. αβίαστος, παρασχημ. κατ' επίδρ. του αορ. εβίασα
Αβέρτα
επιρημ. = Ελεύθερα, ανοιχτά, πλούσια, με παρρησία, ακάλυπτο.
«Γίνεται τζόγος αβέρτα! Ευκείος τσιλημπουρδίζει αβέρτα!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. αβέρτος (εκ του ενετ. averto) = ο ανοικτός χώρος, ο άφρακτος, ή του ιταλ. aperto
Αβεντόρος (ο)
Αλλά και Αβεντούτος και Αβεντώρρος = ο πελάτης, ο θαμώνας, ο αγοραστής.
«Επήα στον αβεντόρο μου τη σταφίδα και μου την έβγαλε δευτέρα ποιότης (Κουβαλάτα Παλικής)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avventore
Αβδέλια (τα)
Οι μεντεσέδες της πόρτας ή του παραθύρου
Αβδέλλα(η)
Η βδέλλα, η φαρμακευτική (hirudo officinalis) ή η ιατρική (hirudo medicinalis) που χρησιμοποιούνταν για αφαίμαξη.
«Να σου απορροφήσω το αίμα σα μιά αβδέλλα (Απειλή). Τί να μου καμουν οι γιατροί, τα ξόρκια κι’ οι αβδέλλες, αφού με σακατέψανε μπαμπεσικες τσουρδέλλες; Οπόχει πόνο, βάνει αβδέλλες!(Πύλαρος)»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ουσιαστ. βδέλλα
Αβαρία
Ζημιά, βλαβη πλοίου (ναυτικός όρος)
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avaria
Αβάρα (η)
Τσιμπούρι παραφουσκωμένο απο αιμορρόφηση. Αβάρα = προστ. του αβαράρω
«Αβάρα να φύγουμε! Αβάρα απο δώ ωρε!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. avaro
Αβάντα(η)
Το κέρδος, το όχι πάντα θεμιτό, η πλεονεκτική θέση, η ενίσχυση, το όφελος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. vantaggio, avanti
Αβάκα
Ο συνεταιρισμός, η συμπαιχνία. Ο συμπαίκτης = ο κολ(λ)έας
Αβάντι
Εμπρός
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avante

Β

βέσβελο 🏛️ Κοινότητας
το νήπιο
«ακούς εκεί κουβέντες που μου είπε το βέσβελο! τι κάνει εκειό το βεσβελάκι το αγγόνι σου?»
Βούβα 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Βουβαμάρα = Ησυχία, δεν ακούγεται τίποτα σιωπή, ησυχία. Βουβάτα (στα) εκφρ. = στα μούγκα, στα βουβά, στα κρυφά, χωρίς θόρυβο. Βουβαίνομαι=Δεν μιλώ, σωπαίνω. Προστ. Βουβάσου = σώπα, μη μιλάς άλλο.
«Δε βγάνεις τη βούβα τώρα;»
Βελλάρδος 🏛️ Κοινότητας
Κοροϊδευτική, αστεία προσφώνηση για ανισόρροπο και κωμικό άνθρωπο.
Βουνιά (η) 🏛️ Κοινότητας
Περιττώματα αιγοπροβάτων και τρωκτικών. Κοπριά μεγάλων ζώων. Σβουνιά, η κοπριά του βοδιού.
«Του δαμαλιού η βουνιά με τα φεγγάρι φρύγεται(=ξεραίνεται)! (Παλλική)»
Βατσελογάλονο 🏛️ Κοινότητας
Βλέπε βατσέλι . Μεταφορικά όταν κάτι δίνει καλό αποτέλεσμα.
«Σου γύρισε βατσελογάλονο! »
Βατσέλι 🏛️ Κοινότητας
Μονάδα μέτρησης έκτασης ίση με 1.214 τ.μ. (400 οργιές τετραγωνικά)αναφέρεται σε πολλά συμβόλαια περιοχής τέως Δήμου Δολιχίου και Άσσου, αλλά και σε συμβόλαια βυζαντινών χρόνων. Επίσης μέτρο σιτηρών, χλωρών ελαίων. Ένα βατσέλι χωράει περίπου μισό κιλό κρασί.
Ετυμολογία: εκ του ενετ. bacile/λατ. vandellum
Βριτσίλα 🏛️ Κοινότητας
Α.Ερεθισμός και κοκκινίλες με εξάνθημα, σπυράκια, συνήθως από ιδρώτα και ζέστη. Β. Γη που αναβλύζει νερό, τόπος βαλτώδης. Γ. Συνων.= κιμάρι = Είδος εδάφους ή χώματος, το οποίο θεωρείται παραγωγικό, συνήθως κιτρινωπού χρώματος (βριτσιλερό). Αναφέρθηκε απο την πληροφορήτρια (Αργοστόλι) ως δροτσίλα.
Ετυμολογία: εκ του ουσ. βρύσι και της παραγ. καταλ. -ίλα
Βουλιασμένο 🏛️ Κοινότητας
Ο καημένος
««Λέει ο γιατρός πως καθαρόν αέρα, η βουλιασμένη η αρρώστεια μου πώς θέλει»Μικ. Άβλιχος»
Βαρνταρομπιέρα,η [βαρνταρομπιέρ]
και επιδαπέδιο έπιπλο για ενδύματα.
«το άμπιτο είναι κρεμασμένο μέσα στην βαρνταρομπιέρα.»
Ετυμολογία: Βεν.vardarobier
Βύσσαλο [μπούσολο]
Αλλά και βίσαλο ή βήσαλο ή βύσαλο = μικρό τεμάχιο κεραμιδιού. Συνήθως το ζέσταιναν και το τοποθετούσαν σε πονεμένο μέρος του σώματος , σαν ζεστή κομπρέσα (Ιθάκη)
«Βάλε ανάμεσα τσι πέτρες ένα βύσσαλο να κλείσει η τρύπα. Όποιος έχει κόψιμο, βάνει βήσαλο!»
Ετυμολογία: Ιτ.Bussolo
Βίζιτα,η [βίζιτα]
και η κοινωνική επίσκεψη
«εκάμαμε βίζιτα στο παιδί μας.»
Ετυμολογία: Ιτ.visita
Βυζοπιάνω
Βάζω το νήπιο να θηλάσει, συνήθως αναφέρεται στην πρώτη φορά
Βρωμομαρία
είδος σκαθαριού που εκπέμπει άσχημη μυρωδιά (Δεδροκόρις)
Βροντοθέρι
διαδομένο αγριόχορτο (Mercurialis Annua)
Βρίζα
σίκαλη
Βόχτα
βοήθεια. Ρήμα = βοχτάω = βοηθάω
«Παναγιά βόχτα»
Βουτσί
κρασοβάρελο
Βούσκα
αλλά και βούσυκα = μαγιάτικα σύκα της Κεφαλονιάς, μεγάλα και πολύ νόστιμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. vusico ή του βους+σύκο
Βουρλίζομαι
δαιμονιζομαι, οργιζομαι, τρελένομαι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. burlare
Βουαβάς
ο δάσκαλος, περιπαικτικά απο την αλφαβήτα
Βρωμοσταματέλος
το σαμιαμίδι
Βοστυλίδι
άσπρο σταφύλι που κάνει καλό
Βολύμι
μολύβι, βολυμόπενα, μολυβοπένα
Βολιός
συγκεντρωμένες πέτρες
Βολιάζω
πετροβολώ κάποιον, βλ. βολιός
Βολά
Η Φορά
«Μου παρασταίνεις την κουφή, ξεχνάς τα περασμένα, πόσες βολές τα χείλη σου, σου τάχω φιλημένα;»
Βλύχα
το γλυφό νερό που αναβλύζει στις ακτές
Βλιάζω
Αλλά και βλυάζω = αναβλιάζω, φωνάζω, κραυγάζω δυνατά, φωνάζω από πόνο
Βλήτρα
τα βλίτα
Βινάρια
Αποθήκη κρασιών, η εμφιάλωση, η αποθήκευση του κρασιού, αλλά και μεταφ. η συγκέντρωση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. vinaria
Βιζιτάρω
επισκέπτομαι
Βιδάνιο
απόπιωμα σε ποτήρια, αλλά και το μερτικό του μαγαζιού απο το τζίρο του χαρτοπαίχνιου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. visita
Βιζικάντι
Αλλιώς και βιζικατόρι = α. το έμπλαστρο, β. φαρμακευτικό σκεύασμα που προκαλεί τοπικό ερεθισμό του δέρματος και σχηματισμό φλυκταινών
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. vescicante
Βίρι - βίρι
αναπάντεχα, απροσδόκητα, μάνι-μάνι
«Ήρτε βίρι-βίρι για να κάμει τη δουλειά του!»
Βετούλι
κατσίκι χρονιάρικο
«Γεροντοκρίαρο αρνί και βέτουλος κατσίκι!»
Βέστα
παιδικό φόρεμα, ρόμπα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. vesto
Βέρσο
Αλλιώς και βερσάρισμα = α. κινητική πρόσκληση, καμώματα, σκέρτσα, β.μουσικό κελάηδισμα, αρμονία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. verso
Βεργιά
παγίδα μικρών πουλιών
Βεργέτες
τα στρογγυλά σκουλαρίκια
Βερβέλες
ακαθαρσίες γίδας και προβάτου
Βεραμέντε
Αλλά και βαραμέντε= αλήθεια, πραγματικά
«Είπανε βεραμέντε και στη μικρότερη να πάει μαζί τους, αλλά εκείνη δεν ήθελε.»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. brevemente
Βεντερούγα
ραχίτιδα, καμπούρα, ύβος
Βέλο
το τούλι που καλύπτει το πρόσωπο και στηριζόταν στο καπέλο
Βελέσι
γυναικείο φόρεμα μέχρι τον αστράγαλο, μακριά φούστα.
«Το στάσιμό σου ελιάνεψε και πέφτει το βελέσι!(Λασκαράτος)»
Βελανίδα
οι αδένες που βρίσκονται κοντά στα γεννητικά όργανα (τμήμα του σώματος που βρίσκεται ανάμεσα στο ανώτερο τμήμα του μηρού και στο υπογάστριο)
Βελάδα
μακρύ επίσημο σακάκι με ουρά, ρεντικότα
Ετυμολογία: Ben velada
Βατσουνιά
Βάτοι σε ξερολιθιά
Βατσίνα
το εμβόλιο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. vaccinare
Βαστάω
κρατάω σε κακουχίες, αντέχω
Βασταγούρι
γαιδουράκι για μικροδουλειές
Βαρειοκαταρούσα
οι κατάρες οι βαριές που έλεγαν οι γυναίκες
Βαρδιόλα
παρατηρητήριο, οχυρωμένο σε σημείο με ορατότητα
Βαρδάτσα
είδος δαμάσκηνου μεγάλου μεγέθους (Πουρνέλα)
Βαργομάω
δυσαρεστούμαι, είμαι ψυχρός απέναντι σε κάποιον
«Είναι βαργομισμένος»
Βαρβατσουλιά
η μυρωδιά του προβάτου σε εποχή ζευγαρώματος
«Μυρίζει τση βαρβατσουλιάς»
Βαντιέρα
Δίσκος σερβιρίσματος
«Μες στη βαρντιέρα φέρτε μου, την κάρα του Μολφέτα!»
Ετυμολογία: εκ του γαλ. vendre
Βαντάκα
δέσμη ενδυμάτων Βαντακώνω = δένω ενδύματα με μαντίλι
Βαλάρισμα
το βαθύ σκάψιμο του κήπου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. vallare
Βαΐζω
Λυγίζω απο υπερφόρτωση
«Το κλαρί εβάισε »
Βαθουλοκαριασμένα
τα μάτια να έχουν μαύρους κύκλους και να είναι βαθιά στις κόχες
Ετυμολογία: καρίκι=τσούφλι του βαμβακιού

Γ

Γλήγορα 🏛️ Κοινότητας
Γρήγορα
«Ποιά απο τσι τέσσερες θα γνέσει γληγορότερα?»
γομπα 🏛️ Κοινότητας
καμπουρα
Γατσούλι 🏛️ Κοινότητας
Το γατάκι. Γάτσουλα= ο γάτος. Μεταφ. Γατσούλια=συριγμοί στην αναπνοή.
«Το στήθος μου έχει γατσούλια!»
Γραδέλα 🏛️ Κοινότητας
Η σχάρα για τα φρεάτια ομβρίων υδάτων
Γουλόζος 🏛️ Κοινότητας
Ο λαίμαργος, καλοφαγάς, λιχούδης, αλλά και αυτός που του αρέσει πολύ κάτι. Γουλιζιτά= λαιμαργία. Γουλοζάρω=επιθυμω, λιγουρεύομαι.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Goloso,golosita
Γανώνω 🏛️ Κοινότητας
Γεμίζω κάπνα, μουτζουρώνομαι. Γανιάζω= ουδετ. για ρούχα που δεν έχουν καθαριστεί καλά στο πλύσιμο και εχουν κιτρινίσει
Γάνα 🏛️ Κοινότητας
Η καπνιά, η μαυρίλα που προκαλείται στα σκεύη από τη φωτιά
«“Άντρας ψηλός, απόστολος, κοντός πομπή και γάνα …” »
Ετυμολογία: εκ του γάνος>γανόω(με αντίθετη σημασία)
Γαβάθα
Βαθύ πήλινο σκευος
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. Gavata
Γύρα,η
λευκό ύφασμα με ασπροκέντι που περικλείει τα πόδια του κρεβατιού.
«η γύρα του κρεβατιού θέλει σιδέρωμα.»
Γκουβερναδούρος [γκοβερνατόρ]
κυβερνήτης
«ο γκουβερναδόρος του νησιού.»
Ετυμολογία: Βεν.Governator
Γκαρνταρόμπα,η [γκουαρντα ρό μπα]
επιδαπέδιο έπιπλο για ενδύματα.
«το πανοφώρι είναι κρεμασμένο μέσα στην γκαρνταρόμπα.»
Ετυμολογία: Ιτ. guardaròba
Γρούσπα
α.Υψωματακι στο έδαφος, μικρή και στρογγυλή προεξοχή β. Λάκκος ή υπόγεια μικρή σπηλιά, ρουφήχτρα (Ιθάκη)
Γρουμπανιά
Αλλιώς και γρουμπανιά = γροθιά
«Θα σου δώκω μια γρουμπανιά!»
Γρούζω
γρυλίζω σαν γουρούνι, μουρμουρίζω με γκρίνια, γρουξιμο, γριλισμα
«Γρούζουνε ταντερά μου από την πείνα!»
Γρούδιασμα
Το ζάρωμα των χεριών από το πολύ νερό,
Γροσάρω
Εκφρ. για τον καιρό κυριως = χαλάει, γίνεται απειλητικός
«Γροσάρει ο καιρός»
Γρουμπούλι
Μικρός σκληρός όγκος στο σώμα Λέγεται και όταν πχ ο χυλός δεν έχει ανακατευτεί καλά και έχει σβώλους.
Γρόμπος
Το φούσκωμα Μετφ. το κομπόδεμα
Γρομπάδος
Ο ετοιμόρροπος τοίχος, ο έτοιμος να γκρεμιστεί
Γρίνα
γκρίνια
Γρέτζο
ανώμαλη επιφάνεια, όχι λεία Ειρων . Η γρέτζω = η γριά με βαθιές ρυτίδες
Γουστέβελος
αλλιώς και γουστεύελος = Γουστόζικος, καλαμπουρτζής, ευχάριστος , κωμικός
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Gustoso
Γούργουρας
το λαρύγγι
Γουνίζω
Γκρινιάζω, μουρμουράω
Γουλιάστρα
Αλλιώς και κολάστρα = το πρώτο γάλα μετά τη γέννα
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Colostro
Γουλί
α. Στρογγυλό βότσαλο β. εδώδιμο λαχανικό με βολβό έξω από το έδαφος, μεγέθους πορτοκαλιού και χρώματος μπλε
«Εχει η γυναίκα για καρδιά, ένα γουλί στα στήθη!»
Γνούφα
αλλιως και γνούφα = άσχημη μυρωδιά κλεισμένου και υγρού δωματίου.
Γνέφι
Το σύννεφο
«Κι αφτή καρδιά μου ευχήθηκα, στ αγγελικό ζευγάρι, ποτέ την ευτυχία του, να μην τη σκιάσει γνέφει! Εκοίταξα στον ουρανό κι είδα ένα γνέφι μαύρο. Η αγάπη μου μ'αρνήθηκε και τώρα ποιά θενά βρω! (Λασκαράτος)»
Γνέμα
Το νήμα Γνέφω = η διαδικασία του να γίνει το μαλλί νήμα στο αδράχτι
«Σάπια γνέματα, παλιά πανιά!»
Γλωσσοφαγιά
τα λόγια του κόσμου, η ζήλια
Γλύνω
Γλιτώνω
«Καθώς τοὺς εκυνήγησαν κι έφυγαν για να γλύσουν, τι δεν μπορούν ούτε δύνανται, το κάστρο να νικήσουν!»
Γλυκοσαλίζω
αλλά και γλυκοσαλιάζω = νιώθω ευτυχισμένος, ευχαριστιέμαι
«Δεν εγλυκοσάλιασα ποτές μαζί σου! Κατάρα = Να μη γλυκοσαλίσεις ποτές σου!»
Γλυκί
Ασυγκράτητη οργή, μεγάλη οργή που σιγοβράζει, υπερβολικός θυμός
«Τον έπιασε το γλυκί του! Κατάρα: Που νασε πιάσει ωρέ το γλυκί σου!»
Γλίνα
Αλλά και γλύνα = Πηλός από ασπρόχωμα και νερό που παλιά έστρωναν τα δάπεδα του ισόγειου των σπιτιών. Με αυτήν αφαιρούσαν από τα ρούχα τους λεκέδες του λαδιού
Γλίδα
Λέρα, βρωμιά, ακαθαρσία Μεταφ. ασήμαντος άνθρωπος, μπαγαπόντης
«Είναι μια γλίδα ευκειός!»
Γκόνω
Χορταίνω, φουσκώνω από το πολύ φαγητό
«Αισθάνομαι γκονωμένος και ας μην έφαα πολύ!»
Ετυμολογία: Ογκώνω
Γκαινιάζομαι
Αλλιώς και γκενιάζομαι = αποκτώ, προμηθεύομαι,κολλώ ασθένεια
«Ψώρα ακούς στη γειτονιά, ψωροβότανο γκαινιάσου (Έρυσσος)»
Ετυμολογία: Εκ του ρημ. εγκαινιάζομαι
Γιωμένος
οξυδωμένος μεταφ. Φθονερός, ζηλόφθονος, στρυφνός, πικρόχολος, ύπουλος
Γιωμάρα
Αλλά και γιομάρα= η επικίνδυνη σκουριά – οξείδωση του χαλκού – που πιάνουν τα χάλκινα σκεύη του σπιτιού. (Λευκάδα). Γιώνω= οξειδώνω, δηλητηριάζω, ζηλοφθονώ, κιτρινίζω, γίνομαι πελδινός, αλλά και ψυχραίνομαι, παγώνω από τη συμπεριφορά κάποιου. Παθ. μετχ. : Γιωμένος-η-ο= εκφρ.(=συννεφιασμένη, μουντή μέρα).
«Γιωμένη μέρα.»
Γιορτόπιασμα
Αλλιώς γιορτοκατάπιασμα = το παιδί που η μητέρα του το κατάπιασε (συνέλαβε) ημέρα γιορτής. Θεωρούνταν μέρα που γεννιοταν παιδιά με αναπηρία ή αρρώστια
Γιάτσο
Πάγος, παγωνιά, διαπεραστικό κρύο
Ετυμολογία: Εκ του ιταλ. Giaccio
Γιακέτα
ζακέτα, σακάκι
Ετυμολογία: Εκ του Βεν. Giaccheta ,
Γιοργάδα
Η βόλτα
«Βγήκε η νύφη μας γιοργάδα, το Σάββατο βράδυ - βράδυ! »
Γδες
κοίταξε, δες
Γάρμπα
Τα ξινά άγουρα φρούτα
Γαρδέλι
Αλλά και γαρδέλλι = καρδερίνα (Fringilla Carduelis). Γαρδελοπηγουνάτη (μετφ.) = η γυναίκα με ωραίο πηγούνι.
«Κοκκινομηλομάγουλη, γαρδελλοπηγουνάτη, σκύψε τ'αυτί σου να σου πώ, αφ' την καρδιά μου κάτι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ gardellino
Γαργαλικάω
Γαργαλάω
Γαμπάς
χοντρό παλτό, χοντροτρίχινο πανωφόρι, πολλές φορές και με κουκούλα. Κάπα για βοσκούς κυρίως. Αλλά και το χοντρό ύφασμα που έβαζαν κάτω από το σαμάρι στη ράχη του γαϊδάρου.
«Επροσεβλήθη ο καιρός, απ τα γραφόμενά μας, κι άλλαξε και μας έχωσε όλους μες στον γαμπά μας!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Gabbano
Γαλούφος
Κόλακας, πονηρός, καταφερτζής
Γαλιούρισμα
Α. Νυσταγμα που κάνουν τα μάτια που νυσταζουν, γλάρωμα Β. του μωρού οι πρώτες φωνές (Ιθάκη)
«Άρχισε να γαλιουρίζει από πολύ νωρίς!»
Γαλαντόμος
ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος, κουβαρντάς
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Galantuomo
Γαρδαβιόλες
Νάζια
Γαδένα
Και γαδένι = μικρή λεκάνη, πήλινο βαθύ σκεύος κουζίνας, σουπιέρα

Δ

Διαομάω 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και διανομάω = τριγυρίζω άσκοπα, πηγαινοέρχομαι, ψάχνω
«διαομάω μα μάσω λίγα καλοήρια»
Διαλεπαρέσε 🏛️ Κοινότητας
Εκφρ. = να σε πάρει ο διάολος, με μορφή αστεϊσμού
«πως τα λες,διαλεπαρέσε..!!!»
Διαλεμπαμέσα μου,σου,του 🏛️ Κοινότητας
Να μπει ο διάολος μέσα μου/σου/του,ως βρισιά-σιχτιρισμα,κατάρα, κυρίως με μορφή αστεϊσμού
«Ω διαλεμπαμεσα σου,τι έκανες..!!!»
Διατσέντι
Είδος λουλουδιού, ζουμπούλι.
Διάτανος
Διάβολος
«Αΐ στο διάτανο»
Δεσπεραμέντο
Λόξα, ιδιοτροπία (Βλέπε: δεσπέτο, δεσπετάρω)
Δεσπετάρω
Και δεσπετεύω = πεισματώνω, «στελιώνω» τα πόδια.
«Μην δεσποτεύεις το παιδί, γιατί θα αγριέψει!»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Dispettare
Δερνομοίρα
Γυναίκα με πολλά βάσανα, κακομοίρα
Δέμπλα
Σχοινί για άπλωμα των ρούχων. Απλώστρα (Ιθάκη)
Δεκιαρίζω
Διασαφηνίζω
Δεκάνος
Δεσμοφύλακας, αρχηγός
Ετυμολογία: εκ του λατ. Decanus
Δατσιέρης
Φοροεισπράκτορας
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. It daziere, λέγεται και Scudiere
Δαγκανώνω
Πιάνομαι, πιάνεται η μέση μου (Ιθάκη)
Δράκος
το νήπιο, το μωρό πριν βαπτιστεί
«Στη Φάτνη των κτηνών Χριστός γεννάται, χωρίς της επιστήμης συνδρομή. Η Θεία φύσις κάνει τη μαμή, κι ο δράκος σαν θεός κοιμάται. Μικ. Άβλιχος»
Δικιμάζω
Δοκιμάζω
Δγιεί
Ιδεί
Δούλειασε
κουράστηκε
«Ανασκαμνίζεται γλυκά και πηαίνει, να πάει να ησυχάσει δουλειασμένη, Λασκαράτος»
Δικομετέχω
συγγενεύω
Δίκηση
Επάρκεια, αυτάρκεια, αλλά και εφοδιασμός, κουμπάνια (=εφοδιασμός με τρόφιμα, εφόδια)
«Νάχω τη δίκησή μου για στάρι εφέτο. »
Διαουντής
βλάστημος, κακότροπος
Διάθος
α.υποδέρμια μεγάλα σκουλήκια στη ράχη της γίδας β. Εξάνθημα στο προσωπο
Δελίτο
παράπτωμα, έγκλημα, αμαρτία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. delitto
Δειλινίζει
«τρώει»το απόγευμα λίγο φαγητό, ανάμεσα σε μεσημεριανό και βραδινό το καλοκαίρι συνήθως. Και για τα ζώα η απογευματινή βοσκή
«Ο Μάρτης πεντοδείλινος και παλεδειλινάκης, πέντε φορές θα δειλινάς και πάλε Γιάννη θα πεινάς!»
Δρόσος
το ζωηρό ευτραφές παιδί. Τρυφερή έκφρ μητέρας κυρίως
«Ο δρόσος μου = το παιδί μου το υγιές»
Δυωνώνε
γεν. πληθ, του αριθμητικού δυο
Δράγκα
α.σταγόνα β. χούφτα, όσα χωράει η παλάμη Δραγκωμένος = ο τσιγγούνης
«Το κανάτι δεν έχει δράγκα νερό»
Ετυμολογία: εκ του δράγμα=δραξ<δράσσομαι
Δουράτος
ο ισχυρός, ο δυνατός
Δολίζω
δελεάζω, διαφθείρω αλλά δολίζομαι = τρώω κάτι λίγι για να συντηρηθώ
Διπλάρι
ντόπιο χοντρό ύφασμα βαμβακερό
Διοφύρι
γέφυρα
Δικοπιάνομαι
και δικολογιώμαι = είμι συγγενείς, συγγενεύω
Διδάχος
Ιεροκήρυκας
Δίβολο
αγροτική εργασία, σκάψιμο που αφαιρεί τις ρίζες στο χωράφι Ρήμα : διβολίζω
Διάνεμα
αιφνίδιο πέρασμα, μετφ. ο αέρας φευγαλέα σκιά, στιγμιαία εμφάνιση ανάλαφρο πέρασμα που μόλις και το αντιλαμβάνεσαι
«Δεν είδαμε ούτε το διάνεμά σου»
Διάμερο
όλη την ημέρα
Δήγημα
Διήγημα
Δεχούσης
ευπρόσιτος
Δεσποτίκι
η αρχιερωσύνη
Δερνομοίρης
ο δυστυχής, ο πολύπαθος
Δεονός
και δεονό = το δέον, συνέπεια
Δενομή
και αδενομή και ειδενομή = ειδεμή, εάν όμως όχι
«Αν έλθεις, πάει καλά, αδενομή πηαίνω μοναχός μου»
Δέλω
Θέλω
Δειλωμένη καρδιά
εκφρ. φοβισμένη, συνεσταλμένη , εχθρική. Αντίθετο της εκφρ. ανοικτή καρδιά
«Μου μίλησε με δειλωμένη καρδιά (εχθρικά)!»
Δειλιατρίζω
Kατέχομαι από δειλία, φόβο
Δράπανος
το γνωστό τεκτονικό εργαλείο trapano, παραγώμενο απο το ελληνικό δρέπανο. Αλλά και ονομαστή περιοχή του Αργοστολίου που βρίσκεται η γέφυρα (ο πόντες), ανατολικά είναι το νεκροταφείο και δυτικά η εκκλησία η Σισσιώτισα
«Η κάψα μου εδραπανήρησε το κεφάλι (= μου τρύπησε το κρανίο)»
Δραγκανάρα
μεγάλη αρπαγή (Μεταφορικά και ο άδικος, ο άρπαγας) β. εργαλείο που μαζεύουν όστρακα τα οποία αποσπούν απο τους βράχους
Δουράω
Διαρκώ, αντέχω, προκόβω, πετυχαίνω μεταφ. ζω κατάρα : Να μη δουρίσεις
«Δε θα δουρήσει το παιδί Του φτωχού η αρρώστια λιγοδούριτη»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. durare
Δόγκα
και δούγκα = το λοιπόν και πλεονασμός = Δούγκε στο λοιπό
Ετυμολογία: εκ του ιταλ dunque, Βεν. donca
Διάτα
η διαθήκη
Δεστίνο
πεπρωμένο, κακομοιριά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. destino
Δεσπέτο
πείσμα, καπρίτσιο, αγανάκτηση
«Απο δεσπέτο τόκαμες μωρε;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. despeto/dispetto
Δεσπερσός
περισσός, πολύς
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. dispreso
Δεσγράτσια
δυστυχία. Δεσγρατσιάδος = ο δυστυχής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. disgrazia
Δερέστο
το λοιπόν
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. di resto
Δεμπότο
εκφρ. πάρα πολύ κοντά, με τη μεγαλύτερη κατά το δυνατόν προσέγγιση Μπότο = ώρα στην Κέρκυρα
Ετυμολογία: εκ του Ενετ. deboto
Δεπεραμέντο
σύστημα, ταπεραμέντο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. temperamento
Δεμπολέτσα
αδυναμία, αλλά και συμπάθεια προς κάτι, κάποιον
Δέμπολος
ασθενικός, αδύναμο Δεμπολέτσια = αδυναμία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. debole
Δέμπιτο
η οφειλή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. debito
Δακκόρδο
για συμφωνία, είμαστε σύμφωνοι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. d'accordo
Δυναμάρι
κάθετι που ενισχύει κάτι, που δίνει δύναμη. Επίσης το αντίδωρο στην εκκλησία. Ψωμί που σφραγίζεται απο την αγία Σφράηση
Δρωπίκι
α.ντροπή, αλλιώς και ντροπίκι β. το πυκτό και κίτρινο πύον
Δρακοντί
και Δρακοντιά = το φυτό χοιραύτες (Arum), φιδόχορτο
Ετυμολογία: Dracunculuw Vulgariw
Δραγουμάνος
διερμηνέας
Διαγέρνω
Επιστρέφω, γυρίζω πίσω
«Μάνα μου κι αν εξέπλυνα, κι αν θέλω να διαγείρω, ο κυνηγός που με κραττεί, στην κλίνη του να μείνω! »
Δούγα
καμπυλωτές, ξύλινες τραβέρσες που συνθέτουν τα πλαινά του βαρελιού
Διαλεούρια
Αλλά και αποδιαλεούρια = τα υπολείμματα της διαλογής
Διχούλι
και δεχούλι = διχάλα, κομμάτι ξύλο με δυο σκέλη
Δισπεράδος
Ο απελπισμένος
Διπλάρια
τα δίδυμα και διπλάρα= η δίδυμη κόρη
Διολί
βιολί
Δίλεστρος
Και δίλεστρο (το) και δούλεστρος = αλεύρι από διάφορα όσπρια κουρκούτι απο αλεσμένα όσπρια
Δικονάρι
ψωμάκι σταρένιο ή κριθαρένιο που δίνεται στο μοναστήρι
«Δικονάρια νάχει το μοναστήρι κι από καλογήρους τίποτ’ άλλο!»
Δικάω
συνηθ. στο γ' προσ. Δικάει = Είναι αρκετό, φτάνει, είναι τόσα όσα δικαιούται κάποιος, του αρκεί (=τονέ δικάει).
«Οι αλήθεις δεν δικάει να λέγονται μια φορά στο τόσο. (Λασκαράτος) Τα μάτια των ματιώνε μου δικούνε να ζυμώσεις κι η φλόγα τση καρδούλας μου, το φούρνο να πυρώσεις!»
Διγγόνι
και διπλογγόνυ = το δισέγγονο
Διβόρβορο
Αλλιώς και Λιβόρβορο = Το πιστόλι, περίστροφο
Διβαράτικο
χορός Πυλαρινός, και Διβατάρικος αλλιώς και γυρουζάτο
Διάφορο
τόκος, κέρδος, η απολαβή, η ωφέλεια, το κέρδος Ρήμα : διαφορεύω = ωφελούμαι
«το διάφορο ξυπνάει το ναύτη. μου έβγαλες το διάφορο. Οπ’ακλουθάει τον ευγενή και διάφορο έχει και τιμή (Λειβαθός).»
Διάσονας
είδος αποστήματος, φλεγμονή, καλόγερος, κάλος
Διασίδι
δέμα ντόπιου υφάσματος φτιαγμένο στον αργαλειό
Διάοτσε
και διαούτσε και διάουτσος και διάφορε (= ο διάολος)
«Δεν πάς στο Διάουστο;»
Διαουμίζω
κλέβω, κουρσεύω
Ετυμολογία: εκ του διακομίζω
Διανεύομαι
α.κατοικώ, διαμένω β.παρατηρώ γ. περιφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανιέμαι
«Πού διανεύεσαι?»
Διακονιάρης
ζητιάνος
Διαβατικά
Αλλιώς και Διαβατικού = επίρρ. καθώς περνά
Διάβα
η διάβαση, η οδός, το μονοπάτι για ανθρώπους και ζώα
«Το διάβα τση πόρτας»
Δεττόρος
Ο διδκάτωρ, έτσι τιτλοφορούνται συνήθως οι γιατροί και οι δικηγόροι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. dettoro
Δέσποτας
ο ιερέας, όχι ο Δεσπότης Ο απλός λαός μη γνωρίζοντας την κλητική των ονομάτων, ακούγωντας το "Ευλόγησον Δέσποτα", μετέφερε τη λέξη στην ονομαστική
Δεούτελο
Ηλίθιος, άχρηστος, βλάκας, ανίκανος, αδέξιος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. disutile
Δελέγκου
και δελόγκου = αμέσως, γρήγορα, αυτή τη στιγμή, αυτοστιγμή
«Να ‘πιστρέψεις δελέγκου ωρέ, μην καθυστερήσεις!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ delongo και του βενετ. Dilongo
Δειάφι
Θειάφι
Δεβόγιος
αδιάθετος, μισοάρρωστος, φιλάσθενος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ debole
Δαύλιακας
υπερβολικά, περίδρομος, "σκασμός", εκφρ. που αφορά το υπερβολικό φαγητό
«Τρώει τα δαύλιακα (υπερβολικά). Τρώει κάρβουνα και περόνους αναμμένους!»

Ε

εκόρδισε 🏛️ Κοινότητας
κούρδισε
Εχιά (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Ιχιά = Λίγο, μικρό κομματάκι
«Είμαι μια εχιά καλύτερα!»
Έντο(ν)ε 🏛️ Κοινότητας
Να το. Έντοσης = Να τος. Έντηνε = Να τη. Έντησοι = Να τους. Έντανε = Να τα.
«Τρία τάλαρα την επούλησα, γούμενέ μου, έντανε! (Σκιαδαρέσης)»
Ετυμολογία: αί, αί-τός, ος, η, το, Σ-έτο
Εφτείος
Αλλιώς και ευκειός και εφκειός ή εφκείνος = αυτός
«Εφτειός εφτού, εφτείνος εφτού»
Ευχολογάω
διαβάζω ευχές όταν ανοίγονται τα πρώτα κρασιά κατα τηνημέρα του Αγιου Δημητρίου (καθαροκράσια)
Επριόπερσι
πρόπερσι (Πυργί)
Επαχνές
το φως, η λάμψη του ήλιου χρησιμοποιείται ως παρομοίωση της λευκής γυναίκας, του φορέματος κλπ
«Άσπρη ωσαν του ήλιου τες επαχνές»
Ενώτου
ενώ
«Τσιτσέλης σελ 202»
Εντολή
έκφρ. για τις γυναίκες που εκδίδονται σε άσεμνο βίο
«βγαίνω τσ΄εντολής»
Ενάτη
Εκφ. ήρθες τελευταία στιγμή, αργά
«ήλθες με την ενάτη»
Έμμα
αντί όμμα (=μάτι) εκφρ. πηγαίνω να βρω πόρους για να ζήσω, αναχωρώ εξαιτίς πικρίας ή ένδειας μετφ. είμαι αλήτης
«Πηαινω των εμματιώνε μου»
Έμπα - έβγα
συνεχώς μπαίνεικαι βγαίνει απο το σπίτι και άμπα και άβγα
«Εφκειό το έμπα έβγα θαχουμε τώρα, κάτσε σπίτι σου!»
Εμένανε
και εμένα = κατά το εσένα, εσένανε
Ελίδια
Οι νέες ελιές
Έλεγξι
Ύβρις, έλεγχος
Ελαττωμένο ζώον
Αυτό που έχει ελαττώματα, αλλά και για ασθένεις ανθρώπων
«Ελαττωμένος στα μάτια (Θηνιά)»
Ειμπορώ
α. ονομ. : εμπόρεσι = δύναμη, ισχύς β.ανημποριά
«Δεν ειμπορώ (ασθενώ)»
Εικοσιτέσσερα
έκφρ. = μέχρι ακραίου σημείου, σημείου δεινότητας (Πιθανόν εκ μεταφορά του αριθμού 24 των γραμμάτων της αλφαβήτου, δλδ μέχρι ακραίου, τελικού σημείου)
«ήλθανε στα εικοσιτέσσερα =»
Ει δέ
έκφ. = εάν,όμως
«Ει δέ και δεν έρτει (=εάν όμως δεν έλθει)»
Εδεγέτσι
έκφρ. έτσι και έτσι αλλιώς και εδεδέτσι
Έγγλισες
Οι βλέννες. Γλοιώδη στρώματα και βλέννες στην επιφάνεια του κρασιού
Εβγαρσιά
και οξαριά = η έξοδος απο πόρτα της οικίας
Έρτζι
και έρτσι = σόι, η ευγενής καταγωγή, ευγενές γένος.
«Είνε απο έρτζι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. reggi
Έμπητος
ευήθης, αφελής, μωρός
Έχτυπος
κρότος, χτύπος καρδιάς, καρδιακή νόσος
Έσωσε
Μεταφρ. ήτανε αρκετό, έφθασε
Έρεση
κακή συνήθεια
Επλάκωσε
μεταφ. κατέφθασε, ήρθε ορμητικά
Εντώ τρανκουΐλο
Έκφρ. = εδώ ήσυχοι
Εζύασε
Ζύγισε, υπολόγισε
Ετυμολογία: εκ παραφθ. του ρημ. ζυγίζω
Έμποδο
εμπόδιο
Εμαουλοσύρτηκε
τράβηξε τα μάγουλα απο απόγνωση
Εματάτσαξε
ξαναμίλησε
Εντουράριζε
τεντωνότανε
Επρεβατσούλιζε
περπατούσε
Εσπαβεντάρισα
τρόμαξα
Εσυφώναε
Συμφωνούσε
Ετεζάρησε
έπεσε ξερός, πέθανε
Ετσαπάλισε
τραύλισε, τα είπε τσάτρα-πάτρα
Εσοφιγαριζόντανε
τσιγαριζότανε= τηγανίζονταν
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. soffriggere=τηγανίζω
Εν΄ορδίνι
εκφρ. = πανέτοιμο, πρόθυμα για διαταγές
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ordine
Εκιαλάρισε
κοίταξε καλά, είδε με τα κιάλια
Εκαμπανελιζότανε
στοιβάζονταν ο ένας επάνω στονάλλο, όπως βάνουν τις πέτρες στα καμπανέλια στους αγρούς, σημάδια για να μην μπαίνουν τα κοπάδια
Εθεραπευότανε
ευχαριστιόταν τόσο σα να δεχόταν ακλή θεραπεία
Εβώλιαξε
έριξε πέτρες
Ειμάστενε
Είμαστε
Εμέντε
Αλλιώς και ταμέντε = αντιλαμβάνομαι, έχω το νού μου, παίρνω χαμπάρι, προσέχω
«Έχε ταμέντε σου»
Έμπανος
έβενος ξύλο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ebance, ebano
Έμπετες
Αλλιώς και Έμπετο = ο βλάκας, ηλίθιος, παλαβός
Έντιλας
περιμμετρικό στοιχείο στα πέτρινα αλώνια
Έμπος
καταιγίδα, ραγδαία βροχή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. nembo=σύννεφο
Ενουσιώνω
εφαρμόζω
Εμπόλια
μαντήλι κεφαλής
Εντιτά
η σημασία
«Κανέναν ποτέ δε συλλογιόνται, δεν δίνουν εντιτά σε ξένη μούρη»
Εντράτα
είσοδος ρημ. Εντράρω=μπαίνω Εντράντε = εισερχόμενος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ entrata
Εξοδιά
πληρωμή, έξοδο, δαπάνη
«Δούλευε τσαπάκι μου κατά την εξοδιά σου»
Εξεκκοντόρος
ο εκτελεστής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. exequatur
Εξώπυργος
Μπόργκο εξωτερικό
Εργολαβίες
ερωτικές συζητήσεις στι παρέες των νέων για επιδίωξη δεσμών
Έρτα
όρθιο μεταφ. η κάσα των παραθύρων ασυναρμολόγητη σε δέμα 4 τεμαχίων για να μεταφέρονται ευκολότερα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. erto
Εσπορσάρω
Καταβάλλω, δαπανώ, πληρώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. esborsare
Εσπόρσο
Διασαφηνίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. esporre
Εσπρέσσο
μεταφ. το τταχυδρομικό καράβι
Ετυμολογία: εκ το υιταλ. espresso
Έστριγκας
μικρό σταφύλλι που ωριμάζει μετά την ωρίμανση και το κόψιμο των σταφυλιών
Έστρο
οίστρος
«Θαυμάζω πώς δια μιας, σας ήλθε τέτοιο έστρο, όλοι δεκάξι ήστενε μαζί με το μαέστρο»
Εφετίβο
θετικό, υπαρκτό, πραγματικό
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. effetivo
Εφτάκιλος
Είδος σταφυλλιού σε κληματαριά, εύγευστο, επιτραπέζιο, μαυροκόκκινο με χοντρές ρώγιες
Έψιμος
Αλλιώς και ψιμάδι = Το όψιμο γεννημένο αρνί, αλλά και ο ώριμος είτε καρπός είτε άνθρωπος
«Έψιμος γιός, έψιμο αρνί »
Έγνοια
α. και ένοια= φροντίδα, απασχολείς τη σκέψη μου β.Μη νοιάζεσαι γ. Απειλή
«Θαχουμε και την έγνοια σου τώρα; Έγνοια σου και θα δεις τι θα γένει!»
Εκειόπισω
Αλλιώς και εδεκειόπισω = εκεί πίσω
Ειδενομή
ειδεμή, άλλως, αλλιώς
Εδά
μήπως, άραγε
Έγκαψη
καούρα, σφοδρή επιθυμία, είχε ανάγκη να μας δει
«Ωρέ έγκαψη είχες ναρτεις να μας γδεις»
Έγκλιση
ο αδένας
Εγκαιριά
καρποφορία, καλή σοδιά
Ελετσιόν
η εκλογή
Εζιμπέρε
προσφέρομαι, επιδεικνύομαι, προθυμοποιούμαι
Έβλιαξε
ούρλιαξε
Eφκειός
Αλλιώς και εκειός ή εφτειός ή εφτείνος = Αυτός. Εφκείνη ή εφτείνη = Αυτή. Εφκείνο ή εκειό ή εφτείνο= Αυτό
Εφκείνος-η-ο
Αλλιώς και ευκείος-ή-ό = αυτός, αυτή, αυτό
«Δεν είναι κρίμα και αμαρτιά ευειά τα οδαράκια, να περπατούν ξυπολυτά στα λιανοχαλικάκια;(Λασκαράτος)»
Έφαε τ΄ατσάλια
«χάλασε τον κόσμο»
Ευκολαίνω
σε διευκολύνω
Έσπαλε
από πολύ παλιά, πάντοτε
Έσκρωξε
κέντρισε δηλητηριασμένα
«με έσκρωξε η μέλισσα»
Επολυώρα
Αλλιώς και επολλώρα = έκφρ. πριν από λίγη ή πολλή ώρα
Επιστρόφια
Αλλιώς και Πιστρόφια = μετά το γάμο η πρώτη επίσκεψη του ζευγαριού στο σπίτι της νύφης
Έντι(η)σοι
Αλλά και έντησσοι = να τοι
«Θα κάμουμε πανηγύρι! Έντησοι οι ψαρτάδες! Έντησοι!»
Εμπασιά
επισκέψεις στο σπίτι, αλλά και η είσοδος του σπιτιού
Εματάκατσε
ξανακάθισε
Ελόου σου, μου, του
(παραφθορά «του λόγου σου») εσύ, εγώ, η αφεντιά μου, σου κ.λ.π
Εδερτσιτσάρω
εκπληρώνω
Εδέτσι
Αλλιώς και εδεγιέτσι και εδεέτσι = έκφρ. έτσι δα, στην ίδια κατάσταση , λίγο πολύ
« σεισμός μας άφησε εδέτσι»
Εδετόσος
η περιγραφή μεγέθους.
«έγινε το παιδί εδετόσο!»
Έδεπα
εδώ, εδώ δα, πολύ κοντά
Έδεκει
εκεί δα
Εδαύτος
αυτός, ετούτος. Εδαύτη = αυτή, ετούτη. Εδαύτο = αυτό, ετούτο.

Ζ

Ζάντζα
Η συνήθεια
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. usanza
Ζαμηνάρω
Εξετάζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. esaminare
Ζορκολαίμης 🏛️ Κοινότητας
ευτρ. Αυτός που έχει γυμνό λαιμό, χωρίς φτερά. Βλ. ζόρκος
Ζούφιος 🏛️ Κοινότητας
Κούφιος, άδειος, εσωτερικά. Για τα φρούτα = τα σάπια. Αναφέρθηκε και ως ζούπιος
«Ευκείνο τ'άγραπίδι ήτανε ζούφιο!»
Ζεματίζω
Περιχύνω κάτι. Βυθίζω κάτι σε καυτό νερό
«Φεύγει σα ζεματισμένος!»
Ζημιογάτσουλο
αυτός που κάνει ζημιές, κυρίως στο σπίτι
Ζήτρα
Η ζητιανά, επαιτεία
«Η ζήτρα δόστρα εγίνηκε, και πάλι το μετάγνωσε!»
Ζαροματιά
ζάρα υφάσματος
Ζαμπακόνω
ζουμπακιάζω=πιέζω κάτι για να το μαλακώσω
Ζάγανος
μεταφ. όρνιο, αρπακτικό
«"Υπερποθώ ως ζάγανος"»
Ζαγανεύω
επιδιώκω κάτι για καλό ή κακό σκοπό, επιθυμώ σφόδρα, καιροφυλαχτώ
Ζώ
Αλλά και ζό = Το ζώο
«Μα πόσο ζω είσαι μωρ’αφέντη μου; Αν άκου’ ο θεός τσου κοράκους, δε θ’άφηνε ζω ζωντανό.(Λειβαθώς)»
Ζοχαδιάρης
αυτός που υποφέρει απο αιμμοροίδες μεταφ. ο μελαγχολικός
Ζοχάδες
αιμορροίδες
Ζυφάρικο
ότι προορίζεται για στύψιμο, συνήθως το λεμόνι αντιθ. φαουλάρικο
Ζάρω
εθίζω, συνηθίζω, νοστιμεύομαι
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. usare
Ζωντανά
το κοπάδι, σπανίως και για άλλα ζώα
Ζυάζω
ζυγίζω
Ζουρλός
κουρλός, τρελός Ρήμα : Ζουρλαίνομαι = τρελαίνομαι, παλαβώνω
«Περπατείς καμαρωμένα, με τα μάτια χαμηλά, και ζουρλάινεις παλικάρια και γερόντους και παιδιά!(Λασκαράτος) Στου ζουρλώνε το χωριό, κι ο γνωστικός βλαμμένος!(Διλινάτα)»
Ετυμολογία: Το ζουρλός σημαίνει πιο πολύ και δαιμονισμένος (Λουκάτος)
Ζουρλοπαντιέρα
τα ζωηρά κορίτσια, τα επιπόλαια
Ζουμαρόνω
μαζεύω, εξοικονομώ χρήματα
«"Ευκειός είναι ζουμαρωμένος"»
Ζούπα
α.πρόχειρο φαγητό από ψωμί βουτηγμένο σε κρασί και λάδι, για τα χειμωνιάτικα πρωινά πριν φύγουν για δουλειά. Παλιά συνήθεια της φτωχολογιάς! β. ρυτίδα, η ίχνος πίεσης σε φρούτο ή ζάρα ρούχου
«"Κάνω ζούπα" ή ζουπάω = μαλακώνω, πιέζω "Πεπόνι ζουπισμένο ή ζούπιο" = πολύ ώριμο ή χτυπημένο»
Ετυμολογία: εκ του sopor
Ζόρκος
γυμνός, θεόγυμνος. συνων. Ζορκοκώλης αλλά και ζορκόκωλος = μεταφορικά και ο φτωχός, ο άστεγος. Ζορκιά=γύμνια
«"Γλυκός ο ύπνος την αυγή, ζόρκος ο κώλος την Λαμπρή" "Ζόρκο έδεπα, ζόρκο έδεκει, όπου τηράξεις ζόρκο να μη φορούν τσι κούδες τσου, όλες εδώκαν όρκο"»
Ζορκοκώλης
ευτράπ. ξεβράκωτος, βλ. ζόρκος,
«"Δεν έχει παρά το βρακί στον κώλο"»
Ζήφτι
Αλλιώς Ζυφτάρι = και μουσκεμένο, αλλιώς ζηφτάρι. Στην Ιθάκη : ζούφτι
«"έγινα ζυφτάρι" »
Ζυμαρίθρα
χόρτο
Ζεύκι
Ομαδικό γλέντι, πάρτι
Ετυμολογία: τούρκ. το ζεύκι
Ζευγόρνιθο
ένα ζεύγος πουλερικά, κόκορας και κότα
Ζευγιά
ημερήσιο αλάτρεμα των βοδιών, προσδιορισμός επιφάνειας χωραφιών
«"έχω δύο ζευγές χωράφι"»
Ζεστοφούρνι
το ζεστό ψωμί που μόλις βγήκε από το φούρνο
Ζερβοκουτάλα
ο αριστερόχειρας
Ζέμπιο
αφελής, βλάκας, μικρόμυαλος, ανόητος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scempio
Ζαχαράτo
γλυκό ζαχαρωτό, κουλούρι με ζαχαρη Ζαχαράτα στην Ιθάκη είναι τα κουφέτα
Ζεβελός
ή ζεγγλός ή κουζουλός : με παραμορφωμένα άκρα, ο κακοσχηματισμένος
Ετυμολογία: εκ του ζεύγλη, ζέγγλη
Ζαβός
Ανάποδος, στριμμένος, άνισος, Ζαβόνω, π.χ. ζάβωσε : στράβωσε, λύγισε, καμπύλωσε Ζαβομάρα
«"Ζάβωσε η δουλειά!"»

Η

Ησόλητο
Αμοιβαία, αδιαλύτως
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. insolidum/ ή του ιταλ. insoluto
Ημισιά
μισοσιά, το ήμισυ
«"Εβρέθηκε στην ημισιά του δρόμου"»
Ηλιοκάρης
Ηλιοφώτιστος
«"Κάλλιο Μάρτης κατρουλιάρης, παρά Μάρτης ηλιοκάρης"»
Ημερού
τη σήμερον ημέρα, τώρα
«εκφρ. "σήμερα ημερού"»
Ηντάγιο
σκάλισμα
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ INTAGLIO, ή του βενετ. INTAGIO
Ημπόρεση
Αλλιώς και Μπόρεσι = δύναμη, δυνατότητα, δεν μπορώ, ασθενώ, κακοδιαθέτω.
«Δεν ημπορώ, δε δύνομαι, την πόρτα να τσακίσω, την πόρτα και την κλειδωνιά, να μπώ να σε φιλήσω!»
Ήγου
δήθεν, τάχα
«"ήγου μου και καλά"»
Ήφερα
έφερα
Ήπατα
α.τρόμαξα πολύ, η έκκριση της χολής, σωθικά β. δυνάμεις
«"Μώκοψε τα ήπατα" "ο δρόμος μώκοψε τα ήπατα"»
Ήγλεπα
έβλεπα
Ήγδα
είδα
Ήυρεμα
το εύρημα, μεταφ. : θα το βρω μπροστά μου
«"Κάμε το, θα το χεις ηύρεμα"»

Θ

Θεομαχισμός
Εξορκισμός
Θεομαχητό
βλαστήμια
Θεομαχιώμαι
τα βάζω με το θεό
Θύκια
φύκια
Θρούμπιος
Συννεφιασμένος (καιρός), συνεφώδης, μετφ. σκυθρωπός
Θηλύκι
κόπιτσα
Θιασεύω
ευχαριστιέμαι, ενθουσιάζομαι
Θηλυκωτήρι
Αλλά και Θυλικοτήρι = Α.ταινία για περίδεση. Β. Εργαλείο που κουμπώνει και περναει το κορδόνι
Θαράπαψη
Ικανοποίηση, ευχαρίστηση
«Στη γειτονιά μας η ζάχαρη, κι εμείς την πιθυμούμε, κι έρχονται απ' άλλες γειτονιές να τη θαραπαούνε! Χρ. Βουνάς»
Θέμελα
α. καταθορυβώ, προσπαθώς εναγωνίως να επιτύχω κάτι β. τα θεμέλια επιθ. Θεμελιωμένος : εύρωστος, ρωμαλέος
«Τρώω τα θέμελα! Βάνω θεμέλι!»
Θάζω
σιωπώ, μένω άφωνος
Θηλυκωμένος
Αλλά και θυλικομένος = Ο τυλιγμένος
Θυ(γ)ατέρα
η κόρη
Θεσπέλες
και θελέσπες: τρυφερή έκφραση που υποδηλώνει τις έξυπνες και όμορφες γυναίκες
Θηλυκώνω
Αλλά και θυλικόνω = κουμπώνω, τυλίγω, δένω, συναρμολογώ, καλύπτω κάτι με ύφασμα
Θέρμη
Πυρετός του 16ου αιώνα, η ελονοσία λεγόταν θερμασιά
«"Η θέρμη βράχους κατελεί και τα βουνά μερώνει" Κεφ. Γν. Δημ. Λουκάτος 36»
Θεοπόντι
Αλλά και Θεοποντή = ξαφνική μπόρα, ραγδαία βροχή
Θέλημα
ελαφρά δουλειά, μια εξυπηρέτηση ουσ. θεληματάρης = κάνει θελήματα, εξυπηρετήσεις με αμοιβή
Θαφτικό
Αλλά και Θαυτικό : α. κοιμητήριο (Ιθ.) β. Οικογενειακό δικαίωμα ταφής σε νεκροταφείο
Θαραπάομαι
Αλλιώς και θαραπάω = ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι, απολαμβάνω
«"τώφαγα και το θεραπάηκα"»
Θανατούλιδες
Δηλητηριώση μανιτάρια
Θανατικός
αυτός που φανατίζεται
Θαμπουλίζω
Αλλιώς και Θραμπουλίζω = εκπέμπω ασθενές φως, βλέπω λίγο, ελάχιστα διακρίνω
«"Ο λύχνος μόλις θαμπουλίζει" "Τ' άστρα ακόμα θαμπουλίζανε"»
Θάμα
το θαύμα, θαμαχτό : θαυμαστό, τα εξόχως μεγάλα και σπουδαία
«"Σταφύλια θαμαχτά"»

Ι

Ίζολα 🏛️ Κοινότητας
νησί
Ετυμολογία: ιταλ.isola
Ιντράδα
εισόδημα, περιουσιακά στοιχεία
Ετυμολογία: εκτου ιταλ. entrata
Ινσόμα
επιτέλους, τέλοσπαντων, τελικά
«Επιτέλος καιινσόμα, ο καθένας τί θα πεί, όταν βλέπει να μεθάνε και να γίνονται στουπί, τα πληρώματα του στόλου τρομάζοντας την γη.»
Ίσερο
φταίξιμο, υπαιτιότητα
«"Αυτό έγινε απο ίσερό σου"»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. incerio
Ινκοζίτορ
εκπρόσωπος, έκτακτος απεσταλμένος
Ινβεντάριο
Κτηματολόγιο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. inventario
Ιμποτάρω
εισάγω, επιφέρω, αξίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. importare
Ιμπονέρω
Δίνω σημασία, επιθυμώ πολύ, με νοιάζει
«..χωρίς να ιμπονέρεσθε σαν πνεύματα γυναικεία, απο τ'αντρίκια βλέμματα που πέφτουν σαν τουφέκια...»
Ινπούντος
στην ώρα σου ακριβώς
Ετυμολογία: εκ του ιταλ inpunto, apunto
Ιντεραμέντε
εξ ολοκλήρου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. interamente
Ίτσιμα
μέχρι χείλος ποτηριού, κλίνης, βράχου, τσίμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cima
Ιμπιάνκο
το αυγολέμονο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. in bianco
Ιμπιτσίλες
βλάκας
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. imbecille, imbecillirsi
Ιζολάτο σπίτι
μεμονωμένη κατοικία, έχουσα κήπους
Ετυμολογία: εκ του ιτ. isola
Ικράμι
προνόμιο, περιποίηση
Ετυμολογία: τουρκική λέξη
Ισκοπατημένος
αυτός που προσεβλήθη υπό σκιά κακού πνεύματος
Ιντερέσο
Αλλά και νιτερέσο = εκφ. συμφέρον, ωφέλεια, κέρδος. Ιντερέσα = η υπόθεση, το έργο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. interesse
Ιπούντο
ακριβώς, καθαυτό
Ισπετόρος
αστυνόμος, επιθεωρητής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ispettore
Ίφου
α.τζάμπα, χαράμι, στράφι. β. ολική καταστροφή, εκφ. : ίφου του νύφου
«Ίφου και στο διάολο, ίφου και στην κάταρά μου. Το σπίτι εκειό επήε ίφου του νύφου.»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ufo
Ίνμπράτσο
αγκαζέ, αλλά μπρατσέτα
Ίλιγγας
Αλλιώς και Ίλιγκας = Ο λόξυγγας
«Ίλιγγας, βήχας και εμετός του χάρου προμηνύματα!»
Ικετήριος
αίτηση
«Έχω κάμει μια ικετήριο και περιμένω απάντηση!»
Ιγκανάρω
εξαπατώ, ξεγελώ
«Τόσες όμοεφες κοπέλες να με κογιονάρουνε και να βλέπω τα νεφρά μου να με ιγκανάρουνε!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ingannare
Ιντάγιο α μάνο κάρινο κομοντίνο
το σκαλισμένο στο χέρι κομοδίνο από ξύλο καρυδιάς
«μέσα στην κάμαρα τι ωραίο που είναι το ιντάγιο α μάνο κάρινο κομοντίνο»
Ετυμολογία: Ιτ. intaglio a mano comodino di noce
Ινταγιαδόρος
ο γλύπτης που δημιουργεί σχέδια σε πέτρα,ξύλο,κορνίζες κτλ αλλά δεν πλάθει μορφές.Κάποιες φορές αναφέρεται και ως ταλιαδούρος
«Ευκειό το Θρόνο τση Παναγίας τον έκαμε φαμόζος ινταγιαδόρος.»
Ετυμολογία: Ιτ.intagliatore di legno
Ινταρσιάτο
το ξυλόγλυπτο αλλα και η ξυλένθετη διακόσμηση,η οποία επιτυγχάνεται με διαφορετικούς τύπους του ιδίου ξύλου ή διαφορετικών ξύλων ή υλικών,κομμένα σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο σχέδιο(μαρκετερί).
«το κομό είναι ινταρσιάτο»
Ετυμολογία: Ιτ.Intarsio, Βεν.Intarsiao
Ιμπεριάλ [ιμπερι ά λ]
ρυθμός αυτοκρατορικός
«η καρέκλα είναι ρυθμού ιμπεριάλ.»
Ετυμολογία: Βεν. Imperial
Ισούρτο
ντρόπιασμα, θίξιμο, βρισιά
Ισαπέρα
ευθεία πέρα
Ισαπάνου
ευθεία πάνω
Ισακάτου
ευθεία κάτου
Ιντονάδος
Αλλά και Ιντονάτος = α.καλοντυμένος β. ο καλός τραγουδιστής, με σωστό τόνο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. intonatione
Ιμπαράτσο
αμηχανία, δύσκολη θέση, στεναχώρια
Ιδεασμένος
υποψιάζομαι με κακό συνήθως προαίσθημα
Ίγκλα
Αλλά και ίνγγλα = τα λουριά και τα σχοινιά που κρατούσαν το σαμάρι στη ράχη του ζώου
Ιγκάντο
α. απότομη διακοπή μιας συνέχειας β.η δημοσίευση μιας σχέσης, την έβγαλε στο ιγκάντο

Κ

Καριζένιο
Είδος υφάσματος
Κάρτα
Μέτρο χωρητικότητας σιτηρών. Το τέταρτο του στάρου (staro ή staio) που αντιστοιχούσε σε 83,3 λίτρα
Κουμέσιος
ο Επίτροπος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. commissario
Κονταπόληκα (τα)
Τα κοντάκια και απολυτίκια που διαβάζονται στη λειτουργία της ημέρας.
Κοζόρο (το) 🏛️ Κοινότητας
το νεαρό κορίτσι
καλαμίδι 🏛️ Κοινότητας
το καλάμι του ψαρέματος
Κομπινάρω 🏛️ Κοινότητας
Αποκτώ κάτι μετά από πολύ προσπάθεια ή πολλές φορές μετά από αθέμιτη συναλλαγή. Αναφέρθηκε και ως πορμηθεύω
Καλαβαλίνα 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Καβαλίνα = Η κοπριά, τα κόπρανα του αλόγου
κογιοναρω 🏛️ Κοινότητας
κοροιδευω
κατσιασμενη 🏛️ Κοινότητας
η κιτρινη,αρρωστημενη
καρικωθηκα 🏛️ Κοινότητας
εκλεισε ο λαιμος λου, βραχνιασα
κεφαλάρης 🏛️ Κοινότητας
μεγάλο αυλάκι ομβρίων. Πληθυντικός οι κεφαλαραίοι
«Σηκώνω κεφαλαραίους σήμαινε καθαρίζω το χώμα που έχει εναποτεθει από τη βροχή. Ήταν δουλειά στα τέλη Μαϊου. ο κεφαλάρης σηκώνετε σημαίνει καθαρίζετε»
Καδίνα 🏛️ Κοινότητας
Η αλυσίδα λαιμού, η καδένα. Καδινέτο= μικρή αλυσίδα. Καδινότο= μακρυά γυναικεία αλυσίδα λαιμού που φοριόνταν σε πολλές γύρες, αλλά και αλυσίδα της άγκυρας.
«Φόρεσες πρωινιάτικα τσι χρυσές σου τσι καδίνες και βγήκες συριάνι;»
Ετυμολογία: εκ παραφθ. καδένα
Καρδόνι 🏛️ Κοινότητας
Το καδρόνι, στην περιοχή του Ληξούρι
Κιάμο 🏛️ Κοινότητας
Χαρτοπαικτικό παιχνίδι με 4 παίχτες. Παίζεται είτε καθένας μόνος του, είτε κολεϊδάτο.
Καραμπάνα 🏛️ Κοινότητας
Παιδικό παιχνίδι που παιζόταν με βήσαλο (κομμάτι σπασμένου κεραμιδιού η άλλου δομικού υλικού) που μετακινείτο πάνω σε παραλληλόγραμμα ή στρογγυλά σχέδια χαραγμένα στο δάπεδο. Γνωστό και ως κουτσό, αφού τα παιδιά πηδούσαν από σχέδιο σε σχέδιο με το ένα πόδι. Συνών.= Παπανάρα(η)
Καρτεζίνι 🏛️ Κοινότητας
Μονάδα μέτρησης υγρών. Ισούται με 1/4 της πίντας. Συνώνυμο με το καρτούτσο.
Κουφόβραση 🏛️ Κοινότητας
Πολλή ζέστη με υγρασία, χωρίς καθόλου αέρα.
Κουσούνι 🏛️ Κοινότητας
Μαξιλαράκι διακόσμησης κυλινδρικό, προσκέφαλο. Ορισμένες φορές χρησιμοποιείται για να περιγραφεί το μακρύ μαξιλάρι που τοποθετείται στις πόρτες ώστε να μην περνάει ο αέρας.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Cuscino
Κοκκινοπήλι (το) 🏛️ Κοινότητας
Το κοκκινόχωμα, το οποίο έχει πολύ χαλίκι.
Ετυμολογία: κοκκήλι κατά συγκ.
Κατώϊ 🏛️ Κοινότητας
το υπόγειο του σπιτιού που συνήθως συνδεόταν με το ισόγειο, με ξύλινη εσωτερική σκάλα, τον καταρράχτη.
Κόλεθρο 🏛️ Κοινότητας
Το αμνιακό υγρό, αλλά και υποτιμητικός, υβριστικός χαρακτηρισμός, ιδίως για παιδιά - νεαρά άτομα.
Κουτσονόρης 🏛️ Κοινότητας
Κολοβός, ζώο με κομμένη ουρά. Αναφέρθηκε και ως κουτσονούρικος.
Κατσαργιόλα 🏛️ Κοινότητας
Κατά παράφραση : η κατσαρόλα.
Κιαρίνα 🏛️ Κοινότητας
Άμμος άσπρη, με την οποία επέστρωναν τους δρόμους, χαλίκι μικρό λευκό, γαρμπίλι.
Κουτράω 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και κουντράω = κουτουλάω, συγκρούομαι, χτυπώ, προσκρούω με το κεφάλι,πέφτω πάνω σε εμπόδιο, κυρίως με το κεφάλι, χτυπάω. Κούτρα = κούτελο, κεφάλι,
«Αλί που τόχει η κούτρα σου, να κατεβάζει ψείρες»
Ετυμολογία: Παρ. αρχ. κορύπτω,εκ του ιταλ. scutra;
Κόμοδο
εύκολο, αναπαυτικό, άνετο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. comodo
Κρεντένζα ή κασοντί
έπιπλο στο οποίο φυλάσσονται σκεύη για την τραπεζαρία.
«μέσα στη κρεντένζα είναι τα ποτήρια»
Ετυμολογία: Ιτ.Credenza Βεν.Cassoncin
Κουάδρο [κουάδρο]
το πλαίσιο πίνακα ζωγραφικής αλλά και ενίοτε χρησιμοποιείται και για τον πίνακα ζωγραφικής
«το κουάδρο με τον νόνο είναι κρεμασμένο στο τοίχο στο σαλότο»
Ετυμολογία: Ιτ.Quadro
Κβαλιτά [κβαλιτά]
ποιότητα
«η κβαλιτά του ρούχου ειναι καλή.»
Ετυμολογία: Ιτ. Qualita
Κάρινο
φτιαγμένος απο καρί (= το ξύλο καρυδιάς)
«η κασέλα είναι κάρινη»
Καντηλιέρης
Αλλιώς και καντηλέρης = κομψό αργυρό ή μπρούτζινο επιτραπέζιο φωτιστικό λαδιού δίφωτο, τρίφωτο ή τετράφωτο.
«Ο καντηλιέρης είναι επάνω στο τραπέζι»
Ετυμολογία: Ιτ.Candeliere, Βεν. Candelier
Καμαρίν
το μικρό δωμάτιο
«μέσα στο καμαρίν κοιμόμαστε τα μεσημέρια»
Ετυμολογία: Βεν. Camarin
Καθίκλα
αλλιώς και καθέκλι = καρέκλα
«η βιενέζικη καθίκλα μέσα στο σαλότο»
Ετυμολογία: Βεν.Cadeglia
Κωλομπίδι
Γύμνια (Ιθάκη)
«Βγήκε κωλομπίδι στο δρόμο! »
Κωλοφωτιά
πυγολαμπίδα
Κωλοτανιέμαι
τεμπελιάζω, τεντώνομαι τεμπέλικα
Κυρμιγκίξω
Αλλιώς και κυριμηγγίξω = ιδιότροπη γυναίκα, σχολαστική, που προσέχει τα πάντα
Κυπρί
Αλλιώς και κύπρος = το μεγάλο κουδούνι για τα πρόβατα
Κυβούρι
ο τάφος
Κρυογάτσουλο
Εκείνος που κρυώνει πολύ
Κρούω
βρωμάω υπερβολικά πολύ, αλλά και χυπάω
«Κρούω την πόρτα μα δε μ' ανοίγουνε! Μας έκρωξες πηένε πλύσου!»
Κρησάρα
Αλλά και κρισάρα = η σήτα, λεπτό κόσκινο με το οποίο συνήθως κοσκινίζουν το αλεύρι.
«Χτυπούν τα κόσκινα για ν'ακούν οι κρησάρες!(Λασκαράτος)»
Κρεπάρω
σκάω απ'το κακό μου, ασφυκτιώ
«Σκασμός και κρέπα! Έβαλες πολύ αέρα στη μπάλα και εκρεπάρισε!»
Κράζω
φωνάζω, καταγγέλω στο δικαστήριο, στη χαρτοπαιξία = ανοίγω τα χαρτιά
Κοφίσι
Αλλιώς και κοφίση παστος μπακαλιάρος, πολύ σκληρό παστό ψάρι, συνήθως σερβίρεται με σκορδαλιά. Αναφέρθηκε και ως ψάρι αποξηραμένο και όχι παστό.
«Εψές με τα κοφίσια μας και με τσου μπακαλιάρους, σήμερα με τσι τσάπες μας σαν τσου παλιογαϊδάρους!»
Ετυμολογία: εκ του αγγλ. stock fish
Κούχτιο
αλλιώς και κούφταλο = ξεμωραμένος γέρος, γεροσαράβαλο
Κουφεταρία
θήκη για γλυκά
Κουτσοχεριάστηκα
έχασα τη βοήθεια που είχα
Κουτσουρίζω
κόβω την κορυφή (κορφολογάω)
Κουτσουνοκάρες
Αλλιώς αγιοβασιλίτσες ή κουτσούνες ή ασκινοκάρες = αγριοκρεμμύδες (Urginea maritima ή Drimia maritima)
Κουτσούνα
α.Πρόχειρα φτιαγμένη κούκλα, β. το φυτό αθάνατος, γ. η αγιοβασιλίτικη κρεμμύδα, η ασκινοκάρα, δ. το μαλλί
Κουτσουμπλιάζω
Δικαιολογούμαι για κάτι και δε με πιστεύουν,λέω ψεύτικες δικαιολογίες και ειδήσεις
Κούτουπος
Αλλιώς και κούτουπο = εφόρμηση, επίθεση, αρπαγή, λεηλασία. Κουτουπώνω = Αρπάζω με ορμή, ρίχνομαι.
«...Και κουτουπωνόμαστε άσκημα τότε, σς τρόπο που ερκότανε ο παπάς και μας χώριζε...(Λουκάτος)»
Κουτάω
τολμάω
«Τρώγω κότα και κουτάω, κόκκορα και δε ρωτάω! (Διλινάτα)»
Κουσουμάρω
Λιγοστεύω τη φωτιά για να δέσει το φαγητό, μεταφ. = αισθάνομαι πίκρα και στεναχώρια
Κούσουλο
Αλλιώς και κούσαλο = γέρος,ηλικιωμένος, σάψαλο, ραμολιμέντο
Κούρτη
μαντρότοιχος, πέτρινος φράχτης, αυλόμαντρα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. corte
Κουρτελάδα
η σειρά απο ίδιου πάχους πέτρες στη πάνω μεριά του ξερότοιχου
Κουρούτα
θηλυκό πρόβατο με κέρατα
Κουρλαίνω
Κουρλαίνομαι = τρελαίνω-ομαι Κουρλός = τρελός, μουρλός.
«Τον κουρλό κι αν ορμηνεύεις, κρύο σίδερο δουλεύεις!(Διλινάτα)»
Κουργιόζος
Αλλιώς και κουριόζος = ο περίεργος, παράξενος, αστείος, παράδοξος. Κουργιοζιτά = η περιέργεια
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. curioso
Κούρβουλο
ο κορμός , οι ρίζες του αμπελιού
«Πόσα κούρβουλα έχει το αμπέλι σου »
Κουρβούλιασμα
δυσκηνισία, σκλήρυνση των αθρώσεων Ρήμα : Κουρβουλιάζομαι = παραλύω, μένα ακίνητος.
Κούρβα
παλιοθήλυκο, μέθυση, πόρνη, μεταφ. = γουρούνα
Κουπώνω
σκεπάζω , κουπωνομαι=σκεπάζομαι
Κούπωμα
το σκέπασμα, το καπάκι
Κουντούρα
δεμάτι στάρι κατά το θερισμό
Κουμπάνια
προμήθεια, απόθεμα
Κουλούφι
Αλλιώς και κούλινδρος = καλοκαιρινό στρώμα για ύπνο έξω, φτιαγμένο με ροκόφυλλα (ξερά φύλλα απο καλαμποκιές)
Κουλούμι
γεμάτο ως επάνω Ρήμα = κουλουμώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ culumo (σωρός, ύψωμα), λατ. columna & tulumus
Κοτσέτο
εκτίμηση, υπόλειψη, σεβασμός
Κουλουμπάρι
α.σβώλος, β. σωρός όμοιων και ανόμοιων πραγμάτων
«Και κάτω απ' τ 'ολόγιομο τ' Απρίλη φεγγάρι, τα νοητά και ανόητα, γινήκαν κουλουμπάρι»
Κουδέλες
κόλπα, βόλτες, υπεκφυγές, στριφογυρίσματα
Κουκαλίζω
μασάω δυνατά καραμέλες ή ξηρούς καρπούς
Κούδα
βρακί γυναικείο ή παιδικό, αλλά και η βράκα που φορούσαν παλιά
«Δέκα κρατούν την κούδα της, τριάντα τον καμούσα της, πενήντα το χεράκι της, μην πέσει και ραίσει. (Λασκαράτος)»
Κούγιο
Αλλιώς και κούγια = πρόβατο με πολύ μικρά αυτιά ή καθόλου, β. είδος κουδουνιού για πρόβατα
Κουγιάμπαλο
α. το χαζό πρόβατο, β. ο αποβλακωμένος γέρο (βλ. κούχτιο), ανθρώπινο ερείπιο
Κουβέλι
η κυψέλη του μελισσιού, μελισσοφωλια
Κουάρτο
Αλλιώς και καρτούτσο ή κάρτο (Ιθάκη)= το 1/4 της λίτρας = 4 ουγγιές
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. quarto
Κόστα
ακρογιαλιά, ακτή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. costa
Κορέλι
χάντρα, μεταφ. καρποί κάποιων δέντρων που μοιάζουν με χάντρες (π.χ. φυστικιά, κοκορεβιθιά κ.λ.π)
Κοντεζίνι
Αλλιώς και ρακογυάλι = το ποτήρι του λικέρ, ρακοπότηρο
Κομπί τσι σφαής
εκφρ. ο σπόνδυλος του αυχένα
«Και μας πονούσε το κομπί τση σφαής απ' τσι βουτιές !»
Κομπαρίρω
παρουσιάζομαι, φαίνομαι, καταφθάνω ξαφνικά, εμφανίζομαι Κομπαρατζιό : η εμφάνιση, επίδειξη
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. comparire
Κομοδάρομαι
ετοιμάζομαι, σιγυρίζομαι
Κομιντόρο
Αλλιώς και κομεντόρο και πομιντόρο = μικρή ντομάτα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. come d'oro, pome d'oro
Κόλυμπος
λιμνάζοντα νερά
Κολυμπάδες
οι σπιτικιές ελιές που ξεπικρίζουν στο νερό (στη σαλαμούρα)
Κόλπο
αλλιώς και κόρπο = α. το εκλογικό σώμα, β. προσβολή, γ. συμφόρηση, αποπληξία
«Κόλπο ντ'αριο (=το αίμα στο κεφάλι, παλιά φράση)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. corpo
Κολοσούσα
η σουσουράδα
Κολεϊδάτα
μαζί- μαζί, παρέα σε παιχνίδι κυρίως
Κολέας
σύντροφος, συνέταιρος, φίλος
Ετυμολογία: εκτ ου ιταλ. collega
Κολέτο
γραβάτα, γιακάς, το παπιγιόν Κολετάντες = κορϊδευτικά για όσους φορούν κολέτο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. colletto
Κολάγιο
Ο καλός τρόπος, ήρεμος, η ρέγουλα
«Κάντο με το κολάγιο σου και όχι βιαστικά!»
Κοκολόϊ
α. το δεύτερο τρύγημα των σταφυλλιών, β. Το πέσιμο της ελιάς μετά την πρώτη περισυλλογή
Κολοκάθι
κατακάθι
Κοκκινογούλι
παντζάρι
Κογιονάρισμα
κοροϊδία, εμπεγμός. Ρήμα : κογιονάρω = κοροϊδεύω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. coglionare
Κολονάτο
Ισπανικό ασημένιο τάληρο δίστηλο (νόμισμα με μεγάλη αξία στα Επτάνησα)
Κλώστης
ειδικό αδράχτι για το στρήψιμο νημάτων
Ετυμολογία: κλώθω
Κλωνά
η κλωστή
«Μακρυά κλωνά κουρλόςο ράφτης! Κάμε κόμπο η κλωνά σου να μη φύγει η βελονιά σου ! (Πύλαρος)»
Κλιτσινάρια
Αλλά και και κλωτσινάρια = τα αδύνατα πόδια
Ετυμολογία: σαν της τσίκλας (πουλί) τα πόδια
Κλινάρι
Ο κατάκοιτος
«Κάλλιο σ'άντρα αποκρέβατο, παρά σ'αδερφού κλινάρι!»
Κλήρα
τα παιδιά, οι απόγονοι
«Μάζεψε την κληρα σου να μην μας ανησυχεί!»
Κλαούνια
κλαψουρίσματα
«Είμαι κλαούνης (= κλαψουρίζω)»
Κλανιόλα
συσκευή που χρησιμοποιούσαν οι ευγενείς συνήθως τη νύχτα στοκρεββάτι (σωληναγωγός με επιστόμιο) για να διώχνουν τη δυσοσμία των αερίων τους, οι οποίες περνούσαν μέσα απο ένα κουτί με καρβουνόσκονη και άμμο, προφανώς για να διαλύονται
Κλαδιές
κληματόβεργες
Κίσσα
το πουλί κάργια, καρακάξα
Κατουρογυάλι
δοχείο νυκτός
«Και με δίχως περούκα, Ώ Παναγία! Τί μενει στο δικό μου το κεφάλι; Κατουρογυάλι! (Λασκαράτος)»
Κιαρίρει
έκφρ. για τον καιρό = ξαστέρωσε, άνοιξε ο καιρός (τότε σηκώνεται η φουρτούνα). κιαρίρω = καθαρίζω, κάνω κάτι διάφανο καθάρισε η φωνή, μεταφορ. = άνοιξε η φωνή
«Όταν χιονίζει αρμένιζε κι όταν κιαρίρει κάτσε!(Λειβαθώς) Φωνή κιάρα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. chiarire
Κιάκιο
σπίρτο
«Μια σκάτουλα κιάκια! (=μια κουτί σπίρτα)»
Κενώνω
Δημιουργώ κενό αδειάζω. Στην κεφαλονιά = βάζω φαγητό στα πιάτα, σερβίρω
«Η μάνα εκένωσε το φαϊ»
Ετυμολογία: παραφθορά του εκκενώνω
Κέντρωμα
το μπόλιασμα των δέντρων Ρήμα : κεντρώνω
Κάψαλο
καμένο τόπος, αποκαΐδια
Καψάλης
παρατσούκλη του Αγίου Γερασίμου συνήθως απο τους τρελλούς
Κάψα
αλλιώς και κάψη = μεγάλη ζέστη, καύσωνας, αλλά και ο πυρετός
Κάφυρα
Αλλιώς και κάθυρα = τα ρουθούναια, τα ιγμόρεια
Καυτρίλια
αλλιώς και καφτρίλα = η καμμένη άκρη φυτιλιού, λύχνου ή κεριού
«Είπε η γάνα τση καφτρίλας : φύγε εδώθε, μη μ' αγγίζεις! (Ληξούρι)»
Καυκιά
Αλλιώς και καφκιά = το πέτρινο ή ξύλινο μεγάλο γουδί που συνήθως κοπανίζουν την παραδοσιακή σκορδαλιά. Στην Ιθάκη λέγεται και κοπάνι
Κατωφλόπορτο
το κατώφλι της πόρτας
Καυκί
ξύλινο κύπελλο, ποτήρι, β. το καβούκι του σαλίγγαρου
«Ο σάλιαγκας σα βουληθεί να έβγη απ΄το καυκί του, πρώτα βγάνει τα κέρατα κι συτερα το κορμί του!»
Κάτσα
η βιασύνη
«Στο μαναστήρι φτάνουμε βαδίζοντας με κάτσα, χτυπούν εδώ, χτυπούν εκεί κι ολούθε καδινάτσα!»
Κατσάμπα
αρωματικό πεπόνι που κρατάει μέχρι το Χειμώνα, συνήθως παράγεται στο Ληξούρι
Κατραπακιά
Αλλιώς και κατράπακος = δυνατό χαστούκι, καρπαζιά
Κατζέλο
Αλλιώς και καντσέλο = συρτάρι κάθε επίπλου και παλαιότερα μεταφορ. το συμβολαιογραφείο
«το κλειδί ειναι μέσα στο καντζέλο»
Ετυμολογία: βεν.Cancelo
Κατελώνω
βρωμάω, μυρίζω άσχημα πολύ
Καταράχτης
καταπακτή, εσωτερική σκάλας που ενώνει δυο πατώματα, αλλά και το μεγάλο πριόνι
Καταποτήρας
οχετοί δρόμων και τρύπες σε μουράγια για να φεύγουντα νερά.
«μεταφ. : Τι κατέβασε ο καταποτήρας σου! »
Καταπόρι
το στενό δρομάκι, μπροστά από το σπίτι
«Φυλάω τα καταπόρια (μεταφ. =φυλαω τσι γωνίες)»
Καταπιόνας
Αλλιώς και καταπίτης = οισοφάγος
Κατάπιασμα
Το ξεκίνημα στο πλέξιμο (Ιθάκη)
Κασκαβάλι
α. μικρό δοχείο φαγητού, β. σκληρό τυρί (ξεροτύρι)
Κατακλείδι
το κάτω σαγόνι, μασέλες
«Να γυρίσει το κατακλείδι σου και να φτάσει στο σβέρκο σου!»
Κατίνιαζω
δίψαω και πεινάω πολύ
Καταβολάδα
Παραμονή πέραν του δέοντος (Ιθάκη) αλλά και το καταγώνιασμα των φυτών.
«Την εστειλα να πάει να γδει τί κάνει η θειά της και εκείνη έμεινε καταβολάδα!»
Καστίγιο
Αλλιώς και καστίγο = ταπείνωση, βασανισμός, τιμωρία. Ρήμα : Καστιγάρω = τιμωρώ
«Και βάλε με στην κόλαση να βλεπω να γλεντάω, το πως θα καστιγάρονται, όσοι εδώ σκορτσάρονται!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. castigo ή βεν. castigio
Καρτούτσο
το τέταρτο της πίντας
Ετυμολογία: εκ τουι ταλ. quartuccio
Καρτέρει
περίμενέ με, στάσου
Καρκαούρα
ροκάνα Μεταφ. = η πολυλογού γυναίκα
Καρπούζα
το καλαμπόκι
Καρονιάζω
στεγνώνει ο λαιμός μου από δίψα
«Εκαρόνιασα για μια στάλα νερό!»
Καρκανιάζω
γίνομαι κάρβουνω, καρβουνιάζω. Κάρκανο = κάρβουνο
«Καρκάνιασε η φέτα του ψωμιού»
Καρικωμένος
πολύ βραχνιασμένος, με βαρύ πονόλαιμο
Καρικώνω
Αλλά και καρυκώνω = α. μαντάρω τις τρύπες στις κάλτσες, β. πνίγω κάποιον με τα χέρια μου, γ. εχω βραχνιασμένο λαιμό
«Βρέθηκε καρυκωμένος!»
Καρίκι
Αλλιώς και καρύκι = α.κουκούτσι, β. το μήλο του Αδάμ στον λαιμό, γ. Οι σκληρές φλούδες, δ. νεροκολόκυθο κομμένο στη μέση που το χρησιμοποιούσαν για να βγάζουν το λάδι απο το πιθάρι (Ιθάκη)
Καρδοκαΐλα
Αλλιώς και καρδιοκαΐλα = το κάψιμο στον λαιμού ή στο στομάχι, καούρα. Μεταφ. = ο μεγάλος έρωτας
Καργάρω
γεμίζω με μπαρούτι φουρνέλο, τουφέκι, μπροστογιομή
Καράφλα
Αλλιώς και κάραφλο = φαλάκρα
«Ο καραφλός χείρες δεν έχει!»
Καραμπάτσα
μεγάλο κεφάλι φαλακρό (Ιθάκη)
Καράπαπας
το δοχείο με ζεστό νερό στους καφετζήδες για να ψήνουν καφέδες Μεταφ. λέγεται για κάτι που εμποδίζει
Καρακαηδόνα
υποτιμητική έκφραση για γυναίκες
Καπροδόντης
αυτός του οποίου τα δόντια της κάτω σαγόνας προεξέχουν
Καπρίτσιο
πείσμα, παραξενιά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. capriccio
Καπόνι
ευνουχισμένος κόκκορας
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. capponare
Καπονάρα
το κοτέτσι
Καπίστρι
αλλιώς και καπιστράνα = το χαλινάρι, γκέμια. Στην Ιθάκη λέγεταο και κατρουμάς = τα γκέμια. Μεταφ. = δέσμευση
«Δύσκολα πιάνεται ο ψαράς στου γάμου το καπίστρι, κι αλάργεψε απο δαύτονε, γιατί κραττεί τ'αγκίστρι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ capestro
Καπέτα(η)
φράντζα
Καπιτάρισε
συμβαίνει, συμπίπτει Καπιτάρει = αν αποφασίσω ξαφνικά, αν μου 'ερθει η διάθεση! Λέγεται συνήθως με επιθετική διάθεση (Ιθάκη)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ capitare
Καπέλο
συναντάται και ως καπέλλο = το συκώτι και τα πνευμόνια του σφαχτού
Καπακίζω
διαβάζω συλλαβιστά και αργά
Κάουρας
κάβουρας (Ιθάκη). Καουριάζω = μαζεύομαι, συσπειρώνομαι
Καούνι
Κεφαλονίτικο πεπόνι αρωματικό
Καντούνι
σχετικά στενός δρόμος στη πόλη ή στα χωριά.
«το καντούνι τελειώνει στην εκκλησιά.»
Ετυμολογία: μσν. καντούνι < βεν. canton , ιταλ. cantone
Καντίνι
χορδή οργάνου και φωνή καντίνι, δλδ.. καθαρή και ωραία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cantino= η οξύτερη χορδή οργάνου
Καντήλα
αλλιώς και το καρούλι = η φουσκάλα από έγκαυμα. Ρήμα : Καντηλιάζω =
«Έφαγα μια αλιάδα που σήκωσε καντήλες στη γλώσσα μου!»
Καντάρω
τραγουδάω,, Καντάτε = ο τραγουδιστής, Κάντο = το τραγούδι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. candare, candate
Κάνω κακό κρασί
έκφρ. δεν διαφωνώ
Κάνταρος
Αλλιώς και κόνταρος = μεγάλη πήλινη λεκάνη, είδος γαβάθας μεταφ. μεγάλη ποσότητα
«Έφαγα ένα κάνταρο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cantaro
Κανούλι
αλλιώς και κάνουλα =α. κρούνος, β.η κάνη μονόκανου όπλου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cannella, canola
Κάνκαρο
Αλλιώς και κάκαρο = το κρανίο, το καύκαλο
Ετυμολογία: ενετική λέξη cancaro
Κανκάγια
πολύ παλιό αντικείμενο. μεταφ. = το γερασμένο πρόσωπο
Κάναβας
οιναποθήκη, κάβα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. canova
Κάνια (η)
Πολύ αδύνατο αρπαχτικό πουλί. Ρήμα κανιάζω και μάλιστα "κανιάζω τση πείνας" = πεινάω υπερβολικά, είμαι πολύ αδύνατος όπως η κάνια εξαιτίας της πείνας. Στην Ιθάκη =αγανακτώ, βαριέμαι να περιμένω
Κάντιο
ζάχαρη
Ετυμολογία: εκ τουιταλ. cadito
Κάνε
τουλάχιστον, εστω,παρά
«Αν δεν έρθετε μαζί έλα κάνε μοναχός σου! Κάνε να ρκόσουνα!»
Κανάβι
χοντρό σχοινί
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. canapo
Καμπρί
άσπρο ύφασμα, χασές
Ετυμολογία: εκ του γαλ. camprai
Καμούφο
αλλιώς και καμούφα = κεντητές πιέτες φουστανιού
Κάμωμα
συνηθέστερα στον πληθυντικό καμώματα = πράξεις όχι καλές, άξιες μομφής
«Τί καμωματα είναι τούτα»
Καμούτσι
μαστίγιο, καμουτσίκι
Καμιζιόλα
Αλλιώς και καμιζέτα=πουκάμισο γυναικείο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. camicetta
Κάρπης
αναξιόπιστος,ψεύτης, κατεργάρης, δόλιος. Καρπιά = ψευτιά, κατεργαριά. Κάρπικος = ψεύτικος, κίβδηλος. Καρπίζω = κάνω κατεργαριές.
«Είναι κάρπης μην πιστεύετε τι λέει!»
Καλοπέσουλος
συγκαταβατικός, υποχωρητικός, τόσο καλός μέχρι εκμετάλλευσης
«Να'ναι και καλοπέσουλη, να μη του κοντραστάρει!»
Καλιά
αλλιώς και καμιλιά = μαζί με προσωπική αντωνυμία (καμιλιά σου, καμιλιά του κλπ) και με σημαντικά ρήματα κινήσεως (πήενε καλιά σου) = φύγε Σε κάποια μέρη του νησιού σημαίνει και φωλιά
Κάλεσσα
η προβατίνα με σημάδια στο πρόσωπο, η ωραία, η ευτραφής
Καλέστρα
η πρόσκληση, το σύνολο των καλεσμένων
Καλαμαντάρα
ψηλή και αδύνατη γυναίκα σαν καλάμι
«Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψηλή καλαμαντάνα! (Διλινάτα)»
Κακοθάνατος
σε κακά χάλια
«Ωρέ σέκαμε κακοθάνατο!»
Καϊνέλο
αλλιώς και καΐνι = η λεκάνη του νιπτήρα
«Τί να το κάμης το χρυσό καΐνι και να φτυείς το αίμα μέσα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tinella
Καϊδός
αλλήθωρος
«Όπου κοιμάται με στραβούς αποταχιά καϊδίζει! (Πυργί)»
Καθαρίζει ο ουρανός
εκφρ. διαλύονται τα νέφη
Κακάβι
είδος χύτρας
Κάζο
α.τυχαία ανθρωποκτονία, αλλά και φόνος β.συμβάν, γεγονός γ. πάθημα, ρεζιλίκι
«Εγίνηκε μεγάλο κάζο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. caso
Καγγαρέλι
είδος μικρού βάτραχου
Καδινάτσος
Αλλιώς και καντινάτσιος = σιδερένιος σύρτης πόρτας εσωτερικός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. catenaggio
Καδινέλλα
αλλιώς και κρούστης = α. το ξύλο που κρατούν το παντζούρια ανοικτά. β. είδος βελόνας ραψίματος των τσαγγάρηδων
«Οι Ληξουριώτες έφτιαναν σκηνή με καδινέλλες κι απτον Οχτώβρη φέρνανε καινούργιες πιμπρινέλες ! Μολφέτας»
Ετυμολογία:  εκ του ιταλ. catenella
Κάγγαλης
είδος πλοίου με στρογγυλή πρύμνη
Κάβολε
κουνουπίδι
Ετυμολογία: εκ του. cavol fiore ή Brassica oleracea botrytes
Καβατζάρω
αλλά και καβετζαρω. Ναυτ. όρος = προσπερνώ τον κάβο, μεταφ. = διαφεύγω τον κίνδυνο
Καβελλαριά
η στέγη, συγκεκριμένα το σημείο της σκεπής που σμίγουν τα κεραμίδια από τις δύο πλευρές
Καβαλιεράτο
παράσημο, έπαθλο αλλά και το αξίωμα του ιππότη
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Cavalierato
Καβαλλέτο
αλλιώς και ντριστέλι = υπόβαθρο όπου τοποθετούσαν σανίδες και στρώμα και γινόταν κρεβάτι. Δύο τρίποδα που επάνω έβαζαν τάβλες και δυο στρώματα. Το πρώτο ήταν γεμάτο άχυρα και το δεύτερο γεμάτο μαλλιά προβάτων με δυο ανοίγματα για να αναφουφουλιάζονται (βλ. αναφουφουλιάζω) τα μαλλιά και να γίνεται το στρώμα λείο και μαλακό.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cavalletto
Κότσια
α. η κνήμη, β. το κουράγιο, οι σωματικές δυνάμεις
«Δε με βαστούν τα κότσια μου =είμαι αδύναμος, δεν αντέχω)»
Κοτσάρω
φορτώνω, τοποθετώ, εμφανίζω
Κοσπέτο ντε Μπάκο
επιφων. Μα το Θεό!
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Cospetto di Bacco
Κόρνος
αλλιώς κούρνος = μεγάλο κοχλιώδες όστρακο, αλλά και η σφυρίχτρα των αυτοκινήτων
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. corno
Κορνιόλα
καμμέο = λίθος για δαχτυλίδια με κάποια παράσταση συνήθως. Μεταφ. η παστρικιά γυναίκα
«Που μου κουβαλήθηκε με νια κορνιόλα ίσαμ'ένα πιατέλο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cammeo,corniola, sollevato
Κορκοσουριά
σχόλια, κουτσομπολιά. Ρήμα : Κορκοσουρεύω (βλ. και ξομπλιάζω) = κουτσομπολεύω
Κορκάλι
το μικρό κρεμμύδι για φύτεμα (Ιθάκη)
Κορδομύγι
μικρό μύγα πολύ ενοχλητική
Κόπανος
α.το ξύλο που κοπάνιζαν τα όσπρια, αλλά και τη μπουγάδα β. μεγάλη φυάλη (τριπιντάρα)
Κόντος
έγγραφος λογαριασμός
«Κάνω κόντο»
Κοντραμπάντο
το λαθρεμπόριο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. contrabbanto
Κοντζερίζομαι
καλοσκέφτομαι, αντιλαμβάνομαι, διορθώνω, βελτιώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. correggere
Κοντοκλώτσης
αυτός που έχει κοντά πόδια και συνεπώς μικρά βήματα και λακτίσματα
Κοντογούνι
είδος επενδύτη, το κοντό παλτό

Λ

Λινοβρόχι (το)
Η φυσική λίμνη ή μεγάλη λίμπα ή τεχνητή ανοιχτή στέρνα γεμάτες νερό που μέσα τοποθετούσανν το λινάρι να σαπίσει.
Λίτρα 🏛️ Κοινότητας
Βεμετσιάνικο νόμισμα γνωστό σα lira και libra. εκφρ. Λιτράρικο = Έχει αξία μιας λίτρα
«..Ακόμη ομολόγησε ο κυρ Αλέξης πως έλαβε και απάνου στη δούλεψη της θυγατέρας του από τον μισέρο Μάρκο, λίτρες 25 κάνουν άσπρα 208 και 2 σολίδια...Νοτάριος Καραντινός ιερεύς Γεώργιος 14(Φ.Κ.) βιβλίο συμβολαίων 1585-1600, φ. 81»
Λιδίνης 🏛️ Κοινότητας
αυτός που είναι από τα Διλινάτα
«εφκείνοι οι Λιδίνηδες είναι θεόκουρλοι!»
Λείψεμε 🏛️ Κοινότητας
Ασε με ησυχο
Λακκοφούρνι 🏛️ Κοινότητας
Μικρός αποθηκευτικός χώρος κάτω από τον ξυλοφουρνο, συνήθως για ξύλα ή προσανάμματα. Το εσωτερικό του φούρνου.
«Όλη την ημέρα έμεινε χωσμένη στο λακκοφούρνι, άνιφτη και αχτένιγια!»
Λόμπος 🏛️ Κοινότητας
Μεγάλη λακκούβα που κρατάει νερό. Λομπάρια =3,142 άρια τα νερά μέσα στους λόμπους.
Λαβομάνο 🏛️ Κοινότητας
Στενό ξύλινο τραπεζάκι με τρύπα στη μέση στην οποία εφάρμοζαν μια λεκάνη εμαγιέ και με μια κανάτα έπλεναν τα χέρια τους.
Ετυμολογία: ιταλ. lavamano
Λαπόρδα 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και λαμπόρδα= Είδος ψαριού (Coryphaena hippurus). Μεταφ. = πλαδαρός, κουτός, αλλά και άνοστος. Υποτιμητικός χαρακτηρισμό γυναίκας = η ζωηρή, "πεταχτή", η άσεμνη
«Για γδέστε τη λαπόρδα!»
Λαδοφλαούνα
Είδος λαγάνας
Λίμπρο
βιβλίο
«Το λίμπρο είναι επάνω στο γραφείο.»
Ετυμολογία: Ιτ. Libro
Λυσσομανάω
και λυσσομαχάω και λυσσουράω = είμαι ασυγκράτητος
«Όλοι οι διαόλου του βουνού, ελάτε που’ναι χρεία, να μπείτε στην αγάπη μου, οπ’ώχει λυσσουρια!»
Λυσσοκούκκι
και λυσσιντίκι = το παιδί που κινείται συνεχώς, δεν κάθεται φρόνιμο, είναι άτακτο
Λύσσα
Μεταφ. Το υπερβολικά αλατισμένο φαΐ
«Τόκαμες λύσσα ωρέ το φαΐ!»
Λυγίζομαι
Καμαρώνω, κουνιέμαι με φιλαρέσκεια
«Εδανειζόμουνα κι ελυγιζόμουνα, μα ήρα’ η ώρα να πλερώσω κι εβουρλιζόμουνα»
Λούττο
Πένθος, θλίψη, λύπη
Λούρτιμο
Οτι απομένει, στο τελείωμα
«Πήρα μόνο λίγο ψάρι γιατί ήτανε στο λούρτιμο!»
Ετυμολογία: Εκ του λατιν. Ultimus
Λοκάντα
Ταβέρνα
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Locanda
Λογοτριβή
Λογοδιάρροια, πάρλα
«Απ’ την πολλή Λογοτριβή που ‘χες εψές το βράδυ, σαράντα τεσσάρες φορές, βανεις του λύχνου λάδι!»
Λόγιαζω
Νομίζω, υποθέτω, φρονώ
Λοής-λοής
Λογής λογής
Λιτρουβιό
Ελαιοτριβείο
Λίρες κοτσιδάτες
εκφρ. Λίρες με ουρά
Λιμπά (τα)
Οι όρχεις
Λιμπρέτο
Αλλά και Λιμπρετάδα = Μισάνοιχτα πατζούρια, παραθυρόφυλλα
Λιμοξίφτερο
Το μικρό γεράκι Μεταφ. Το αδύνατο παιδί
Λιμνιόνι
Το λιμάνι
«Απερπισμένο κάτεργο, σ’ ένα βαθύ λιμνιόνι! (Παλλική)»
Λιμιτάρω
Ορίζω, περιορίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. limitare
Λικουδάρω
Εκκαθαρίζω, ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς μου
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Liquidare
Λιγοθυμιά
Λιποθυμία
Λιγοδούρητος
άτυχος, κακορίζικος
Λουβί
α.Σκελίδα σκόρδου β. Λωβος του αυτιού γ. Η φλούδα των οσπρίων
Λιαρίζω
Σαλιαρίζω, είμαι πολυλογάς, λέω ανοησίες Αλλά και ως έκφραση συναντάται = πέφτουν τα μαλλιά μου
Λιανοκούκι
Τα μικρά, μαύρα κουκιά Βλ. Καλογρίτσες Μεταφ. ο μικροκαμωμένος
Λιανοθέρμη
Δέκατα, χαμηλός πυρετός
Ληπάδι
Το υπόλοιπο, το ρέστο,
Λεχωνούδι
Νεογέννητο, μικρό παιδί
Λέφας
Τυφοειδής πυρετός, θανατηφόρα ασθένεια Λεφοβαρεμένο = χτυπημένο από αρρώστια θανατηφόρα
«Κατάρα : Να σε βαρέσει κακός λέφας (Ιθάκη)»
Λενιάμι
Ξυλεία
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. Legname
Λεμέντο
Παράπονο, μεμψιμοιρία, γκρίνια, μουρμούρα
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. Lemento
Λιχούτσης
ή λειχούτσης ή λιχούδης = Αυτός που του αρέσουν τα γλυκά, αλλά και ο λαίμαργος
«Ο φαγάς χορταίνει, μα ο λιχούτσης δεν χορταίνει! (Σάμη)»
Λεγρόνι
ή αλεγρόνι = γρήγορο, ζωντανό, ξύπνιο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Allegro
Λεγκάγιο
Κουβεντολοι, λογοδιάρροια αλλά και επιδεικτική εμφάνιση, τόλμη
Λεγάτο
Κληροδότημα, δωρεά, διαθήκη
Λεγάλε
νομικός, δικηγόρος αλλά και τίμιος ειλικρινής
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Legale
Λεβίθες
Παρασιτικά σκουλήκια των εντέρων, ελμίνθες, ασκαρίδες
Λαχτέντο
Το πολύ φρέσκο, νωπό.
«Ο ψαράς έφερε ψάρια λαχτέντα!»
Λαψάνα
Είδος ενδωδιμου χόρτου αλλά και το τμήμα του σταριού που έχει τον καρπό
Λαχομανάω
Λαχανιάζω
Λαστικέρα
Σφεντόνα
Λάσος
Λαίμαργος, πολυφαγίας
Λασκαδούρα
Ελευθερία, λασκάρισμα
«Μην αφήνεις τη γυναίκα λασκαδούρα, γιατί γρήγορα θα τηνε χάσεις!»
Λαπέρδα
Γλωσσού, αλλά και η γλώσσα
«Η λαπέρδα σου πάει ροδάνι!»
Λαουδαδόρος
Αλλιώς και Λαουδαδούρης = (μεταφ.) ο μάρτυρας, βάζω κάποιον μάρτυρα (αναφέρεται στις Νοταριακές πράξεις) Βλ. Λάουδο και λαουδάρω
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laudare
Λαουδάρω
και λαγουδάρω = δοξολογώ, επαινώ, επιδοκιμάζω, εγκρίνω
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laudare
Λάουδο
Δοξολογία, ύμνος, έπαινος
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laudare
Λαντσιέρες
Είδος αποκριάτικου χορού
Λαντσέτα
Νυστέρι
«Στο Ληξούρι οπερέτα κι άσμα έρωτος γλυκύ, στ’Αργοστόλι μας λαντσέτα και βατσίνα γενική! Λασκαράτος»
Ετυμολογία: εκ του Αγγλ. Lancet
Λανάρω
Γυναίκα αχτένιστη, αλλά και γλωσσού, καβγατζού
Λάνα
Λεπτό ύφασμα από τουλουπάνι. Χρησιμοποιόταν για γυναικείο μαντίλι κεφαλής
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Lana = μαλλί
Λαμπηδόνα
ή λαμπηδόνι = είδος βότανου που φυτρώνει στον Αίνο. Την ημέρα δεν φαίνεται αλλά τη νύχτα λάμπει. Ο θρύλος λέει πως όταν το έτρωγαν τα γίδοπρόβατα χρύσιζαν τα δόντια τους.
Λαμπιδόνα
Είδος μικρού ψαριού
Λαμπροντόρος
Άσπρος καναδέζικος μπακαλιάρος με νόστιμο και τρυφερό κρέας που ψαρεύονταν από Καναδούς στο ρεύμα του Λαμπραντόρ
Λαμπίκο [εκ του Ιταλ. Lambiccare]
πεντακάθαρο
Λαμπικάρω
και ξελαμπικάρω = καθαρίζω, ραφινάρω, διυλίζω.
«Ξελαμπικάρισε η φωνή του!»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Rampiccare
Λαμπή
Αστραπή, και κατάρα
«Μεγάλη λαμπή να σε κάψει!»
Λαμπασμένος
αλλιώς και Λαμπαγμένος =Τρομαγμένος, νευρικός Μεταφορικά ο περήφανος, ο εγωιστής
Λαμπάζω
Ξαφνιάζομαι, τρομάζω, προκαλώ φόβο, πανικό
Λαμνάτος
Ζώα με μακριά ράχη Μεταφ. ο εκλεπτυσμένος, με στυλ
«Βόι λαμνάτο αγόραζε και γαίδαρο καμπούρη, γυναίκα κοντοκάπουλη και χοίρο μακρυμούρη!»
Λαμναδόρος
κωπηλάτης στις γαλέρες
Λαμάσα
Αχόρταγη, φιλήδονη
Λαλάς
ο αδελφός
Λαζαρέτο
λοιμοκαθαρτήριο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Lazzareto
Λαθούρης
Ανόητος, φλύαρος, πολυλογάς
Λαδοκουρούπα
Δοχείο με λάδι Μεταφ . γυναίκα άσχημη (Ιθάκη)
Λαγκαμάς
Αχόρταγος, άπληστος, Πλεονέκτης
Λαγγωνίτης
Πόνος στην περιοχή των λαγόνων, δεξιά ή αριστερά. Κυρίως προέρχεται από κούραση.
Λαγγεύω
Σπαρταράω, κουνιέμαι, δίνω σημείο ζωής, σκιρτάω
«Λαγγεύει το μάτι μου!»
Ετυμολογία: εκ του λαγγάζω=υποχωρώ
Λάγγερο
Λέγεται συνήθως για κακής ποιοτητασ Κρασιού: α. Κρασί νερωμένο. β.Κρασί από τα υπολείμματα του πρώτου πατήματος. γ. Κρασί που προέρχεται από τα κατακάθια του βαρελιού.
Λαγάρα
Φεγγαρόλουστη βραδια
Λαβουτσάρω
ή Λαμπουτσάρω = τσαλαβουτάω σε βρώμικα νερά, σε λάσπες και πιτσιλίζω
Ετυμολογία: εκ του Γαλλ. Eclabousset
Λαβουδάρο
Υπερασπιστής, συνήγορος, πρόμαχος
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laudator
Λαβοράδα
Σκαλίσματα χειροποίητα, έπιπλο χειροποίητο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Lavorare
Λαβοράρε
Εργάζομαι
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Lavorare
Λαβέντζο
Κατσαρόλα με δύο λαβές
Λαβαμάς
Και λαβουμάνος ή λαβουμάνο = νιπτήρας. Ειδικό τραπέζι που περιλαμβάνει θέση για λεκάνη νιψίματος (=καϊνέλο) και πετσετοθήκη για να κρέμεται η μπόλια
Λυσαντέρια
η δυσεντερία
Λίμπα
Βαθουλωμα, κοίλωμα σε πέτρα ή πλάκα που μαζεύει νερό, πέτρινη γούρνα
«Απ’ του Σταυρού κι ομπρός, κάθε ελιά το λάδι της κι η λίμπα το νερό της ! (Έρυσσος)»
Ετυμολογία: Ιτ.Libare<Λατ.Libare
Λούρος
ο ομφάλιος λώρος
Λουμάκι
Αλλιώς και Λουμί = το βλαστάρι δέντρου, το κλαδάκι
Λότζα
η σκεπαστή προεξοχή, το υπόστεγο, θεωρείο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Loggia
Λόξα
τριγωνική μακριά λωρίδα στα πουκάμισα απο την μασχάλη εως τον ποδόγυρο, μεταφ. η παραξενιά, η τρέλα
«έχεις λόξα!»
Λόντρες
Παλιός χορός που έχει λησμονηθεί
Λογγώνω
Φουντώνω, γεμίζω, δασών επι φυτών αλλά και επι εξανθηματων
«Λόγγωσε από σπυριά!»
Λοΐδι
μικρό κοτσίδα των μαλλιων
«Μάζεψε τα λοΐδια σου, που πέφτουν στα μούτρα σου!»
Λοζός
ένας χώρος βρώμικος
«Τον χοίρο βάζω στο παστό, κι αυτός λοζό γυρεύει!»
Λογάτε
π.χ, όπως, σα να λέμε, τάχα, δήθεν
Λιρόνα
Η πληρωμή των παπάδων σε κηδεία
Λισβός
λειψός, μικρός
Λιόντας
ψευτοπαλικαράς, ψευτονταής που παριστάνει το λιοντάρι
Λιόκρουση
Μεταφ. ίκτερος, χρυσή Για άλλη πάθηση στο χαλινό της γλώσσας, στους μικρούς αδένες. Λέγεται και λιόκρουση και έχει σχέση με την ημέρα που ανατέλοντας ο ήλιος αντικρύζει τη σελήνη που πάει να δύσει
Λιοκόρνο
Το φίδι που έχει στο κεφάλι του κέρατο λέγεται λιοκόρνο και αρχηγεύει στα υπόλοιπα φίδια. Πρέπει όταν έρθει η ώρα του, να πέσει στη θάλασσα, αφού πρώτα του πέσει το κέρατο στη γη. Όποιος το βρει και το έχει μαζί του δεν φοβάται από δαγκωματιές φιδιών και πολύ επιπλέον την ικανότητα να γιατρεύει κι άλλους από δαγκωματιές φιδιών!
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Corno
Λιοβόρι
Ζεστός αέρας νοτιοανατολικός, υπερβολικά θερμός το καλοκαιρι, λέγεται έτσι και η ίδια η ζέστη.
«Τ’ αλωναριού τα κάματα, τ’ Αυγούστου τα λιοβόρια!(Σάμη)»
Λινοκόκκι
Ο λιναρόσπορος. Παλαιότερα τους σπόρους του λιναριού κοπανισμένους και βρεγμένου στους έβαζαν σε ένα πανί και το χρησιμοποιούσαν σαν κατάπλασμα στους πόνους, στα σπασίματα κλπ
Λιμπρετάρω
ανοίγω λίγο τα παραθυρόφυλλα
Λιμοψείρι
Ψείρα των πουλερικών, προκαλεί πτώση των φτερών στις κότες(πτερορρύησις)
Λίμα
Μεγάλη πείνα, στέρηση Λιμασμένος και Λιμάρης = πολύ πεινασμένος.
«Με ‘χει κόψει η πείνα! Λιμάρει το ψωμί!»
Λιοκόμισμα
Το μάζεμα της ελιάς
Λιθόστρωτο
κεντρικός δρόμος του Αργοστολίου
Λιθιά
τοίχος λιθόχτιστος, ξερολιθιά, φράχτης
Λιγκόνι
Αλλά και Λιγγόνι = Το μυρμήγκι
«Ολοχρονίς στις κάψες και στα χιόνια, στην παγωμένη ανάσα του βοριά, ακούραστες εσείς, που σαν τα λιγκόνια, του κόπου σας τρυγάτε τη σοδειά. Νιονιος Πουλάκης (Αγρότισσες)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. leccone
Λιανό
λιγνό, μικρό
«Το λιανό δάχτυλο (το μικρό δάχτυλο)»
Λεφατσάδα
η κατσάδα, το μαλωμα, η επίπληξη
Λετόνι
ή λεττόνι =ψηλός με ωραίο σώμα, σωματώδης άνθρωπος (Φαρακλατα & Ιθάκη)
Λετράτο
υποκείμενο, άχρηστος και κακόβουλος άνθρωπος
Λειψανέβατος
Αδυνατος, ισχνός, αρρωστιάρης, αλλά και μικρός, λειψός (ειρωνικά) Οξύμωρο σχήμα: Όταν το ζυμάρι είναι λειψό δεν ανεβαίνει - φουσκώνει
«Σιγά το λειψανέβατο!»
Λειτουργιά
το πρόσφορο
Λεβιθόχορτο
Θαλασσινό φύκι. Τα ελμινθόχορτα που καταστρέφουν τις ελμίνθες (λεβίθες) Το έδιναν βραστό στα παιδιά για την καταπολέμηση των σκουληκιών και τους πόνους της.
«Τσου αχινούς οι Φαρσινοί τσου κάνουνε στιφάδο κι όλο το λεβιθόχορτο το τρώνε σοφιγάδο!»
Λάτα
τενεκές
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Latta
Λάπατο
λάχανο σαν σπανάκι
Λαουρέντες
Αλλά και Λαγουρέντες = Βοηθός τεχνίτη, συνήθως του χτίστη
«Κατά το Μαστρογιάννη και οι λαγουρέντες του! Παιδί μου σα θα μεγαλώσεις θα γένεις λαγουρέντες και δε θα μοιάσεις κανενός! Σ' έχω για λαγουρέντε στο βάψιμο! »
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laborante
Λάου - λάου
κρυφά, σιγά-σιγά

Μ

Ματαράτζι
Το στρώμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. matarasso
Μπάντο (το)
Η εξορία. Μπάντος (ο) = ο εξόριστος
«...να τον φτιάσει από το μπάντο, όπου ήταν μπάντος για φονικό...Νοτάριος Ρωμανός ιερεύς Νικολαος(1572-1576)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bando
Μόδο (το)
Η μέθοδος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. modo
μαλιοστουπισε 🏛️ Κοινότητας
μαλλιοτραβηξε
μαροκα 🏛️ Κοινότητας
πετρα
μπομποφανειες 🏛️ Κοινότητας
ανοητες επιδειξεις
Ματά 🏛️ Κοινότητας
και πάλι, ξανά
«Μη μου μάτα πεις να έρτουμε, για θα σε στελιαρώσω!»
Μπαστακώνομαι 🏛️ Κοινότητας
Κάθομαι πάρα πολύ ώρα. Μπάστακας = σκοπός, φρουρός, φύλακας
«Μου μπαστακωθηκε από νωρις και δεν λέει να φύγει»
Μποτσονοβούλωμα 🏛️ Κοινότητας
Περιπαιχτικός χαρακτηρισμό κοντόχοντρου ανθρώπου, προφανώς επειδή ο φελλός του μποτσονιού, ήταν πιο κοντόχοντρος σε σχέση με τους φελλούς από μπουκάλια, που είναι μακρόστενοι. Μπότσα = Μεγάλη μποτίλια, φιάλη,μποτσόνι,μποτσίδι,μποτσονέτο = διαφόρων μεγεθών μπουκάλια, συνήθως επιτραπέζια για κρασί.
Ετυμολογία: Εκ του ιταλ. Bottiglia + βούλωμα
Μπρίσκουλα(η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και μπρίσκολα = χαρτοπαιχτικό παιχνίδι με 4 παιχτες. παιζόταν κολεϊδάτο. Συνων.=σκαμπίλι
Μποδιακό 🏛️ Κοινότητας
Το ποδαρικό
Ετυμολογία: Κατά παραφθ. Ποδαρικό
Μόνε 🏛️ Κοινότητας
μοναχά, αλλά παρά
Μπιτσιλίρω 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και μπιτσιλιάζω και μπριτσιλίρω = ξεκουτιένομαι, παλαβώνω, μου στρίβει, τρελαίνομαι, αρχίζω να χάνω το μυαλό μου. Μπιτσίλος = αυτός που τον κάνουν ότι θέλουν, έχει γίνει παίγνιο.
«Μπιτσιλίρησες και θες να βγεις ζώρκος όξου;»
Μπόχα (ή) 🏛️ Κοινότητας
Η απόχη
Μαχτάς 🏛️ Κοινότητας
Τεμπέλης (Ιθάκη). Υποτιμητική έκφραση για άντρα, σήμαινε τον αδέξιο, χοντροκομμένο. Μαχτίζω = Καλοθρέφω ζώα για πάχυνση. Μαχτός(ο)= ο τόπος πάχυνσης των ζώων.
Μπούκιο 🏛️ Κοινότητας
Σιδερένια σφαίρα με τη οποία παίζονταν οι μπούζοι ή μπούκια (= παιχνίδι που έπαιζαν στο δρόμο με μπάλες και προσπαθούσαν να τις βάλουν σε τρύπες)
Μπροστομούνι 🏛️ Κοινότητας
η πόδια της νοικοκυράς. συνώνυμο με μπροστέλα
Μπροστέλα 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και μπροστονέλα = η πόδια της υπηρεσίας
Μπουρανέλος
ο έποικος από το νησί Μπουράνο της Βενετίας.Οι άνδρες ήταν γνώστες της τέχνης των διαφορετικών τρόπων ψαρέματος και της κατασκευής των απαραίτητων ειδικών συνέργων. Οι γυναίκες ήφεραν την παραδοσιακή τους τέχνη κατασκευής νταντελών.
«Οι μπουρανέλοι έριξαν τα δίχτυα απόψε και είχανε καλή ψαριά.»
Ετυμολογία: Ιτ.Burano,buranello.
Μούλα
το μουλάρι. Μεταφ. = ο νόθος
Μπρόνζ
Μπρούτζος
«Το χερούλι του επίπλου είναι μπρόνζ»
Ετυμολογία: Γαλ.Bronze
Μπιμπλιοτέκα
Το έπιπλο βιβλιοθήκη
«το λίμπρο είναι μέσα στη μπιμπλιοτέκα.»
Ετυμολογία: Ιτ. Biblioteca
Μόμπιλο
Αλλιώς και μόμπιλε = έπιπλο, διακόσμηση
«τα μόμπιλα του σπιτιού»
Ετυμολογία: Ιτ.Mobile,Βεν.Mobigliar,-are
Μόγανο
Μαόνι
«η καρέκλα είναι κατασκευασμένη από ξύλο μόγανο»
Ετυμολογία: Ιτ. Mogano
Μπριχού
Αλλιώς και Μπριχτού (επιρ.) = προτού
Μπρί
πριν
Μπρέκια
ζημιά, βρωμοδουλειά, πάθημα
«Είναι φυσικό πως όταν παν οι άντρες στις γυναίκες , θα συμβούν και καυγάδες κι εκατό λογιώνε μπρέκιες!»
Μπουχαρί
Αλλιώς και μπουχαρής = καπνοδόχος
Μπούτζαρα
τιποτένια, άχρηστα πράγματα
Μπουρίκος
Συνηθισμένο όνομα γαϊδουριών στην Κεφαλονιά
«Σπαρτινοί και Κοριαννίτες, μ' έναν πρόεδρο "στα δυο" και με Τάση Μπεκατώρο πού'ναι ζωντανό βιβλίο, πώχετε τσου Ροσόλυμους, τσου Πανάδες, τσου Μπονίκους και για τσου αγρούς μπουρίκους! (Καλογηράς)»
Μπουρνέλα
Αλλιώς και πουρνέλα = Δαμάσκηνα (Prunus)
Μπουρμπουρελού
η Παναγία που γιορτάζει της 21 Νοεμβρίου. Μπουρμπουρέλια = βλ. Πολυσπόρια (βρασμένα όσπρια και δημητριακά για την εορτή των Εισοδίων) και Μισοσπορίτισσα.
Μπούρμπουλο
βρασμός. Ρήμα : Μπουρμπουρίζει = κοχλάζει, βράζει το φαγητό συνήθως. Μεταφ. Θυμώνει, εκρήγνυται, αλλά και είμαι υγιής, ζωηρός, νέος
«Περιπ. Κάνει ο κώλος του μπουρμπουλήθρες! (= πνίγεται), Παίρνει μπούρμπουλο το αίμα μου!»
Μπουρλάρω
αστειεύομαι, σαχλαμαρίζω
Μπουρί
Έκρηξη θυμού, βλ. μπουρίνι = σφοδρός άνεμος και μάλιστα ζεστός.
«Άστονε σε λίγο θα του περάσει το μπουρί και θα ματάρθει»
Μπούρδινο
φθηνό φτωχικό ύφασμα, αλατζάς στικτό. Παλιότερα το μπούρδινο ήταν λινό ύφασμα που φτιαχνόταν το βελέσι
Ετυμολογία: ίσως απο τη λέξη bordura
Μπουργέτο
ψάρι, συνήθως γαύρος, στο τηγάνι ή στο ταψί με ρίγανη, λάδι και λεμόνι. Μπουργετάδα = σούπα απο ψάρια σαν την κακαβιά (Ιθάκη)
Μπουνέλο
ακατάσχετη διάρροια
Μπουζακιάς
καχεκτικός
Μπουκούνι
κομμάτι, η μπουκιά
«Τι; Θε να παίξεις με την κούνια; Να μιά, να γένεις χίλια μπουκούνια; (Καλογηράς)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. boccone
Μπουζουνάρα
Αλλιώς και πουσνάρα και μπουζνάρα = η βαθιά τσέπη
Μπούζι
το πολύ κρύο, το παγωμένο
«Μπούζι είναι το νερό τση βρύσης»
Μπουζάκα
είδος βατράχου αμφίβιου που ζει και έξω απο το νερό
Μπουγιανάρι
το πατζάκι του παντελονιού
Μπότσα
Αλλιώς και μποτσόνι, μπότσι, μποτσούλα = μπουκάλι
Ετυμολογία: εκ του ενετ. bozza
Μπότης
πήλινη στάμνα
«Με άκραν περιποίηση και με καθαριότη και πάντοτε γλυκό νερό θα βρίσκεται στον μπότη (Λασκαράτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. botte
Μποτέγα
Υπαίθριο παράπηγμα με ποτά και φρούτα, πρόχειρο μαγαζί κυρίως στα πανηγυρια παλιά, που προσέφερε φαγητό και ποτό, κυρίως ψητά για όσες μέρες διαρκούσε το πανηγύρι.
«...Δυο τρείς μποτέγες έξω απο τη πόρτα της, φορτωμένες λιχουδιές , πιοτά και πρασινάδες....και οι μποτεγαραίοι μας φωνάζανε : Αφεντάδες, καλώς ήρτατε!Ελάτε να σας τραττάρουμε...(Λουκάτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bottega
Μποστάνι
λαχανόκηπος, ,περιβόλι,μπαξές
Μπονώρα
Αλλιώς και μπονοριά= νωρίς το πρωί.
«Ήρτες μπονώρα - μπονώρα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. buonora
Μπότο
Αλλιώς και δεμπότο = εκφρ. ακριβώς στην ώρα
«Μες στο μπότο!»
Μπότσολο-μπο
είδος κοριτσίστικου παιδικού παιχνιδιού
Ετυμολογία: εκ του ενετ. bozolo
Μπόνα
Αλλιώς και Μπόνε = α. δεν είμαι καλά, είμαι αδιάθετος. β. η νταντά, η γκουβερνάντα
«Απόψε δεν είμαι στα μπόνα μου!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. buona
Μπομπόνι
καρούμπαλο
Μπόμπολας
Αλλιώς και Μπόβολος = σαλιγκάρι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bovolo
Μποκολέτα
είδος μικρού σκουλαρικιού
Μπομπή
ντροπή, ξετσιπωσιά, αδιαντροπιά
«Κι έκατσε η μπομπή τσι στράτες κι αναμπαίζει τσου διαβάτες»
Μπόλια
μαντίλι γυναικείο, αλλά και πετσέτα
«Κι ένα σαλάγισμα φτερών στα δυο σου μάτια, που με τον ήλιο τυλιγμένο στην ομπόλια σου τη χρυσοπλούμιστη»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. εμβολί ή εμβόλιον, εκ του ιταλ. boglia
Μποκές
μπουκέτο, ανθοδέσμη
Μποθρακλάς
Αλλά και μπουθρακλάς = βάτραχος, μπάκακας
Μπιστιού
βερεσέ, εν τη καλή πίστη σε αγορές και πωλήσεις συνήθως
Μπιστικός
Ο μισθωτός τσοπάνης ή ο συναίτερος στα κοπάδια. Σπανίως είναι ο κύριος του κοπαδιού
«Να ΄μουν το Μάη μπιστικός, τον Αύγουστο τραγάτης και μες στο μισοχείμωνο λεχώνα στο κρεββάτι.(Παλλική)»
Μπερδελίζω
τραυλίζω, μιλώ ψευδά και μπερδεμένα
«Μιλώ μπερδελά!»
Μπιομπός
Είδος μικρού παιδικού μεταλλικού μουσικού πνευστού οργάνου. Μεταφ. = ο γελοίος άνθρωπος, ο τιποτένιος
«Κι αν θέλεις το χωριό να μη σε κογιονάρει, παράτησέ το το μπιομπιό και πιάσε το ξινάρι»
Μπιλιέτο
εισιτήριο θεάτρου κυρίως
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. biglietto
Μπιζόνια
ανάγκη, φτώχεια, στρίμωγμα
Ετυμολογία: εκ τουιταλ. bisogna
Μπικερίνι
Αλλιώς και κοντεζίνι = ποτηράκι για λικέρ, ρακογυάλι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. biccierino
Μπίδι-μπίδι
ολόγυμνος, γδυτός
Μπιβαδόρος
Αλλιώς και μπεβερίνος = μεθύστακας, μπεκρής
Μπέστιας
ο παλιάνθρωπος, το παλιοτόμαρο
Ετυμολογία: εκ τουιταλ. bestia
Μπερτάδος
ο βλάκας
Μπερετόνι
Αλλιώς και μπερέττα = κασκέτο, σκουφάκι, μπερές
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. berretta
Μπερδέλα
Είδος πάπιας με χρώματα ζωηρά, παρδαλή (αλλιώς και μπερδελός και περδελός =), μεταφορικά λέγεται και για γυναίκα
Μπεμπούρι
το οικόσιτο ζώο που μας ακολουθεί, αλλά και παιχνίδι που το σέρνουν τα παιδάκια
Μπελντέ
πολτός, αλλά και το ζουμί του κυδωνιού
Μπελέτσα
η ομορφιά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bellezza
Μπελλαβέστρα
η ζωηρή γυναίκα, ελαφρών ηθών
Μπεζεστένι
μεζές
Μπεβερίνος
πότης, μπεκρής, αλκοολικός
Μπατινάδα
Αλλιώς και σονάδα και σερενάδα = σερενάτα, νυκτερινή συναυλία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ mattinata (ίσως επειδή τραγουδιέται προς την αυγή)
Μπαστόνες
Βλ. και ξυλοδεττόρος = περιπαικτικά ο γιατρός ή ο δικηγόρος
Μπατούτα
μουσικό μέτρο, μεταφ. = φασαρία, αναστάτωση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. battuta
Μπάτινα
το βερνίκι παπουτσιών
«Και με παπούτσια κουμπωτά, τση ώρας μπατινάδα»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. patina
Μπατικιά
Αλλιώς και μαροκιά = πετροβόλισμα, λιθοβόλισμα με μεγάλες πέτρες (μαροκιές)
Μπατίδος
αφερέγγυος, κακοποιός, ληστής
«Φύγαμε μπατίδοι απο την Τροία, έχω και χαρτί με μαρτυρία, δε θυμάμαι μόνο την πορεία(Καββασίας Παιδεία)»
Μπάτης
ο εισερχόμενος στο σπίτι
«Ούτε μπάτης, ούτε βγάτης!»
Μπαταρέλα
χειροκρότημα, αλλά και γιουχάρισμα (με την παλάμη χτύπημα του στόματος)
«Βγάνω την μπαταρέλα! (=αποδοκιμάζω, γελοιοποιώ κάποιον)»
Ετυμολογία: εκ του ενετ. baterela
Μπατανία
κουβέρτα σκέπασμα, κλινοσκέπασμα
Μπαστελάμενος
εμφανίσιμος, καλοστεκούμενος, γερός, δυνατός
Μπασιά
είσοδος σε σπίτι και μεταφορικά σημαίνει επισκέψεις, έχω μπασιά
«Η μπασιά είναι στο πλάι του σπιτιού.»
Ετυμολογία: μπασιά < Μεσαιωνική ελλ. (ἐ)μπασιά < ἐμπασία < Ελληνιστική < αρχαία ελληνική ἐμβαίνω
Μπαρτσολλέττα
κωμικά αστεία, χωρατά. Ρήμα : Μπαρτσολλεττάρω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. barzelletta
Μπαρτσινέβελος
προϊστάμενος, αφεντικό, επιστάτης
Ετυμολογία: ενετική λέξη =μεριδιούχος =parcenevole
Μπάρτσια
γίδα με στριφτά κέρατα
Μπαρμπούτσι
απειθαρχία, ρεμπελιό, αλλά και το κακόφημο στέκι
Μπαρμπούτα
το προσωπείο, η μάσκα
«Αρσενικοί και θηλυκοί κρυμμένοι στη μπαρμπούτα, εβγήκανε πολυθάρευτοι, να κάμουν όσα δε μπορούν να κάνουν αμασκάρευτοι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. barbuta(=περικεφαλαία, κράνος), βεν. moretta
Μπαρμπουλές
τοπικό παραδοσιακό ζαχαρωτό με αμύγδαλα και καραμέλα
Μπαρμπαροσυσκιά
φραγκοσυκιά (Opuntia)
Μπαραφούζα
Συνάθροιση πολλών σε συμπλοκή, σύγχυση, κομφούζιο, σαματάς αλλά και βρωμοδουλειά
Ετυμολογία: εκ του ενετ. barafusa, ιταλ. abbaruffare
Μπαόρδα
Αλλιώς και μπαούρδα = τα φαγώσιμα, τι μπόλικο φαγητό
Μπαμπουλωμένος
σκεπάζω κεφάλη και πρόσωπο για να μη με χτυπάει ο αέρας, κουκουλώνομαι
«έτσι μπαμπουλωμένος πούσαι ποιος να σε γνωρίσει κακομοιριά σου!»
Μπαλλοτατσιόν
εκλογή, αλλά και η πληρωμή στα παλιά έγγραφα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. μπαλλοτάρω
Μπαμπόνι
καρούμπαλο,απόστημα. Κυριολ. απόστημα στη βουβωνική περιοχή
Μπαμπαφίος
Το δεύτερο πανί του οιστού. Μεταφ. = κάτι χωρίς γούστο Στην Ιθάκη λέγονται τα κακόγουστα στολίδια, πράγματα
«Τι μπαμπαφίοι είναι ευκείνοι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pappafico
Μπαμπάουλας
κακό πνεύμα με τη μορφή λύκου για εκφόβιση των παιδιών, το οποίο είναι πάντα κρυμμένο και δε φαίνεται, φάντασμα
Μπαμπάι
μικρό έντομο
«Σου λέω εμπιστευτικώς και μεταξύ μας Γιάννη, πως με τα νέα παρφουμε, πήγα και μ' έπλυναν και εμέ εις τα λουτρά του Δήμου, και πλέον δεν υφίσταται μπαμπάι στο κορμί μου!»
Μπάλος
o λοστός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ, palo di ferro
Μπάλλος
γνωστός κεφαλονίτικος χορός
Μπαλιγάρω
προσπαθώ να ηρεμήσω κάποιον, κολακεύω, καταφέρνω με ψέμματα
Μπακατέλες
κακοφτιαγμένες δουλειές, αλλά και γυναίκες περασμένης ηλικίας
Μπαγκανότα
τραπεζικά γραμμάτια
Μπαϊλίζω
κουράζομαι,
Μπαζίνα
χοντροζυμωμένο και μαλακό κατασκεύασμα, πολέντα απο αλεύρι καλαμποκιού, ο χυλός που έπηξε πολύ
Μουτσούνα
Αλλιώς και μούτσουνο = το μικρό πρόσωπο, αλλά και παλιάνθρωπος μεταφ. η αποκριάτικη μάσκα
Μουτρούνα
φυτό με αγκάθια και φαρδιά φύλλα (Branca Ursina, Acanthus Spinosus)
Μούτος
αμίλητος, βουβός, άφωνος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. muto
Μούρτα
πρόστιμο, χρηματική ποινή
Μούσουλα
μύδια
«εκφρ.: Επήε για μούσουλα (=πήγε στονπάτο, πνίγηκε)»
Μουσούδι
σαγόνι, μουσούδα κυρίως ζώου.
Μουσκλωμένος
κατσουφιασμένος, μουτρωμένος. Μουσκλώνω : μουτρώνω, θυμώνω
Μουσκέτο
κοντό βραχύκαννο τουφέκι Μουσκετάρω = πυροβολώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ moschetto
Μουρτόριο
η νεκρική πομπή, η κηδεία
Μούρδου
επιρρ. ανάμεικτα πράγματα, ανάκατα, ανακατεμένα
«σούρδου - μούρδου τάλια δέκα! »
Ετυμολογία: εκ του ιτα. sordo-muto
Μουρτάρι
μπρούτζινο δοχείο που μέσα κοπανούσαν το πιπέρι κ.λ.π. καταγραφή από Ι.Λευτεράτο (γεν.1939, Αργοστόλι),το έλεγε η γιαγιά του, Χλόη(γεν.1870,Διλινάτα)
Μόρφι
καλλυντικό, λευκή πούδρα (ψιμύθιον=λευκή σκόνη που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα ως καλλυντικό για να λευκαίνει το πρόσωπο)
«Η καλή καρδιά είναι μόρφι, και η καλύτερη φταμόρφι (επτά + όμορφο=υπερβολικό όμορφο)»
Μουρδούλης
ρυπαρός, βρωμιάρης, ακατάστατος. Μουρδουλιά = η βρωμιά,η ακαταστασία. Ρήμα : Μουρδουλεύω.
«Μουρδουλομέρες : οι μέρες της πολυφαγίας κατ'α τη διάρκεια της Αποκριάς και άλλων εορτών, π.χ. Μουρδουλοπέφτη (Τσικνοπέμπτη) »
Μουρέλο
κάθε μεγάλο χοντροκομμένο ξύλο
Μουντίζω
(βλ. μουντί) = ασβεστώνω
Μουντί
η βούρτσα του ασπρίσματος
«Μουστάκι ωσαν μουντί!»
Μουμούδι
το κουκούτσι του αμυγδάλου και του κουκουναριού. Μεταφ. έκφρ. το βάζω στο νού μου
«Του μπήκε το μουμούδι!»
Μουλώνω
(βλ. μούλα) μεταφ. πεισματώνω, κάνω μούτρα, όπως το μουλάρι
Μουλιάτικο
ορφανοτροφείο για νόθα (βλ. μούλα) Αλλά και τα δικαιώματα του νόθου
«Επήρε τα μουλιάτικά του!»
Μουζουντούρος
μουτρωμένος, σκυθρωπός
Μοτάρι
πληγή, αλλά και καημός, στεναχώρια επίπονη και βασανιστική
«Τόχω μοτάρι μέσα μου! (είμαι πολύ πικραμμένος)»
Μοσκιά
αναρριχώμενη τριανταφυλλιά, ροζ, άσπρη
«Δεν έχεις της μοσκιάς την εμορφάδα, ουτε του ρόδου, λυγερή μου ξένη, στην όψη τη ζωηρή τη κοκκινάδα. όπου σε τόσες λάμπει αγορασμένη (Μ. Αβλιχος)»
Μορταρία
αληταρία, οι μόρτηδες
Μοροφίντο
μεσοτοιχία, πρόχειρο εσωτερικό χώρισμα σπιτιού
Μόρος
μαύρος και άραχνος, αμίλητος, σκυθρωπός. Το φάντασμα του νεκρού που δεν κοινώνησε πριν πεθάνει και κυκλοφορεί στο σπίτι
Μωρόπουλο
Τα μικρά κολοκύθια
«Και του Λουρδά μωρόπουλα, τουπίκλην κολοκύθια, είτε με κρέας αγκαζέ, είτε και ως νηστίσιμα. (Καλογηράς)»
Μορογάρω
αργοπορώ
Μονοτσέμπερος
Δεν έχει άλλο ρούχο να βάλει
Μονάτος
σκέτος, ολόιδιος, καθαρός, σωστός
«Είναι μονάτος ο πατέρας του! Αυτός γίνηκε γάιδαρος μονάτος!»
Μονορέντι
μονότονο, ανιαρό, πληκτικό
Μονομερίδα
φαρμακερό φίδι
«Κατάρα : Οχιά και μονομερίδα να σε φάει!»
Μονή
Αλλιώς και μονιά = η φωλιά των ζώων, κυρίως του λαγού
«Βρήκα το λαγό στη μονή του!»
Μονιτάρους
τελείως, ολοσχερώς
Μονήρονο
η στέγη που έχει μόνο απο μια πλευρα υδρορροή
Μόνια
ησυχία, ανάπαυση. Μονιάζω αλλιώς και μορώνω = είμαι ήσυχος, ηρεμώ
«Δε βρίσκω μόνια!»
Μονάλλαγος
αυτός που έχει μόνο μια αλλαξιά ρούχα
Μόμολο
Αλλιώς και μόμολα = ο πίθηκος, μεταφ. 0 γελοίος, η ανοησία, η άσχημη γυναίκα
«Τί με κληρώνουν ένορκο, δεν το γνωρίζουν τάχα, όπως εγώ γεννήθηκα για μόμολες μονάχα!»
Μομέντο
σε μια στιγμή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. momento
Μόκολο
Αλλιώς και μονονγάλι = κοντό και χοντρό κερί στα μανουάλια της εκκλησίας
Ετυμολογία: εκ του ενετ. moccolo
Μοιχογέννητο
εξώγαμο παιδί που έχει αναγνωριστεί κανονικά. Στη βάφτιση ανάδοχος γίνεται όπιος προσφερθεί.
Μολημέρι
λέγεται για την ημέρα κατά τη διάρκεια της οποίας βρέχει συνεχώς, αντίστοιχα και για τη νύχτα μοληνύχτι (=μεταφ. και η αγρύπνια στις χριστιαννικές εορτές)
Μολαϊμίζω
ηρεμώ, καταπραϋνω
Μογδόνι
πολύ μεγάλη πέτρα οικοδομής
Μισοψιχαλισμένος
μισομεθυσμένος
Μισοφαστιδιασμένος
ζαλισμένο, μισολιπόθυμο
Μισοβέτσικο
μισότρελο, χαζό, ανόητο, ασυνάρτητο
Μίνα
το ορυχείο.
«εκφρ. Είναι για τη μίνα! (=θα καταδικαστεί με βαριά ποινή)»
Ετυμολογία: εκ του ιαλ. mina
Μιρακολόζο
θαυμάσιο, αξιοθαύμαστο
Μιράκολο
θαύμα, θαυμάσιο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. miracolo
Μιόβολο
Αλλά και μιώβολο = παλιό χάλκινο κέρμα, πεντάρα, οβολός μικρής αξίας, το 1/4 της αγγλικής πέννας
«Όσοι είχαμε μιόβολα, κουμπάρε και κουμπάρε, και τώρα που τα σώσαμε, ξεκουμπαρού κουμπάρε!»
Μινούτο
το λεπτό της ώρας
«Μπαρκάρισα κι αλάργιεψα απ'το νησί μας τούτο, αλλά δε σ'αλησμόνησα, αγάπη μου, μινούτο! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. minuto
Μιλιταριό
πολυλογία
Μικιάρισμα
σημάδι, στόχος σκοποβολής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mizare
Μιγρές
είδος μακρύ επενδύτη, ρεντικότα. Εμιγράδες μεταφ. (Λασκαράτος)= οι μετανάστες
Ετυμολογία: εκ του γαλ. emigre (μακριά φορέματα εξορίστων)
Μέτελας
παραφθορά του Μεϊτλανδ, Άγγλου αρμοστή
Μέσπολα
μούσμουλο
Μεσάλι
Αναφέρθηκε και ως μεσάλα = το τραπεζομάντιλο
«...που εδώναι μαύρο το νερό και το ψωμί φαρμάκι, και τα μεσαλοτούβαλα μαύρα κι αραχνιασμένα (Ιθάκη)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mensale
Μεροστράτι
ο πορεία μιας ημέρας
Μέρμηγκας
Χορός Πανελλήνιος που χορεύεται και στην Κεφαλονιά
Μέρετο
ευγνωμοσύνη, ανταμοιβή, αρετή, σεβασμός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. merito
Μερετάρω
αξίζω, σέβομαι, εκφράζω τις ευχαριστίες μου εκφρ. Σου μερετάρει = σου αξίζει, εκφρ. Δεν έχω μερέτο = δεν εχω λόγια να σε ευχαριστήσω
«Χαίρε που μες στη φυλακή να λιώσεις μερετάρεις, χαίρε νυμφίε δάσκαλε που νύφη δε θα πάρεις!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. meritare
Μέντζο τράγιο - Μέντζο πρόβειο
Έκφρ. = έτσι και έτσι, σχεδόν, σε ισορροπία
Μεντέρι
καναπές μονός ή που γίνεται ανοίγει τοποθετημένος σε καθιστικό για πρόχειρη χρήση ξαπλώματος
Μέντε (τα)
προσοχή,νους, πνεύμα εκφ. έχω το νου μου
«Έχε τα μέντε σου! Είχε τα μέντε του να μην του ματαφύγει!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mente
Μαϊνάρω
καλμάρω, ηρεμώ, χαλαρώνω, κοπάζω. Για τα πλοία = κατεβάζω τα πανιά, μειώνω τα βάρη (ναυτ. προστ. μάϊνα)
«Ο καιρός μαϊνάρισε!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mainare, ammainare
Μελιοκομμάρα
Αλλιώς και μέλιασμα ή κομμάρα =κακοδιάθεση με κουρασμένα άκρα
Μέλιορ
καλύτερα
Μελέχα
δυσαρέσκεια, οργή
«Μου χρωστάει ή μου κραττεί ή έχει μελέχα!»
Μελίδια
μικρά κομμάτια και μάλιστα μελών (βλ. τετάρτια) Ρήμα : Μελιδιάζω = διαμελίζω, διαμερίζω, Μελιδιάζομαι = τσακίζομαι, γίνομαι κομμάτια. Συνων.= μελιάζω-ομαι= διαμελίζω-ομαι, κόβω-ομαι
«Τον έκαμε μελίδια τ'άλογο! (τον πέταξε, τον έσυρε και τον διαμέλυσε). Μελίδια ψωμιού (=κομμάτια ψωμιού). »
Μεδά
Αλλιώς και μαδά : επιρρ. = τάχα, μήπως, μη δά
«Μεδά ήρθε ακόμα»
Μεγάρι
Αλλιώς και μαγάρι = είθε, μακάρι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. magari
Μαυροτσούκαλο
Αλλιώς και μαυροτσούκω ή μαυροτσούπω = ηλιοκαμμένος
Ετυμολογία: μαύρος-τσούπα(=μικρή κοπέλα)
Μαυρόγιο
Αλλιώς και κισσήρι (= η ελαφρόπετρα του αιγιαλού) είδος μαυρωπού εδάφους
Ματοχυλισμένος
αιματοβαμμένος. Ρήμα : Ματοχυλάω = αιματοκυλάω
Ματίζω
ενώνω δυο κομμάτια, συγκολλώ
Μαστέλο
μικρός ξύλινος κάδος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mastello
Μάρτσια
μουσικό κομμάτι, εμβατήριο
«...Οι μουσικές αρχίζουν να παίζουν τσι αργιές μάρτσιες τους, κι καμπάνες απο πάνω τους τις συντροφεύουν...(Λουκάτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. marcia
Μάρτσια φούνεμπρε
πένθιμο εμβατήριο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. marcia funebre
Μαρτούριο
Αλλιώς και μαρτούγιο = μαρτύριο, βασανιστήριο. Ρήμα : Μαρτουρεύω = βασανίζω, τυραννάω
Μαρτιάκος
λουλούδι άγριο κίτρινο που ανθίζει την άνοιξη (Erigerum)
Μαρόκος
βράχος, κοτρώνα, ογκόλιθος. Μαροκιά = πετριά
Ετυμολογία: εκ του ενετ. maroco = ηλίθιος
Μαρογάρω
χρονοτριβώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. moroso
Μαρμάγκα
Αλλιώς και μαρμάγγα = δηλητηριώδες έντομο, αράχνη
Μαρινάρος
ο ναύτης,ο θαλασσινός, ο ναυτικός
«Ολόρτο το φεγγάρι, δίπλα οι μαρινάροι, δίπλα το φεγγάρι, ολόρτοι οι μαρινάροι (Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: εκ τουιταλ. marinaro
Μαργώνω
κρυώνω, παγώνω, με παγωμένα τα άκρα
«Δάχτυλα, πόδια, χέρια μαργωμένα! Πέρδικ τση ακρογιαλιάς που τρέλανες τ'αηδόνι, και τόκαμες να προβατεί (περπατεί) τσι νύχτες και μαργώνει! (Λασκαράτος)»
Μαριόλος
πονηρός, απατεώνας,. Συνήθως αναφέρεται στα μάτια τα εκφραστικά, τα ζωηρά. Εχει επίσης τη σημασία του οξυδερκή ανθρώπου
«Μα΄τια μου μαργιολεμένα, για κοιτάξετε καλά, να μου πιάσετε τον κλεφτη πώρχεται στη γειτονιά!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mariuolo
Μαργέλι
το ρεβέρ του παντελονιού ή του μανικιού
Μαραγκιασμένο
μαραμένο. Μαραγκιάζω = μαραζώνω,
«μεταφ. Μαραγκιασμένα χείλη (τα ωχρά, τα κιτρινιασμένα)»
Ετυμολογία: εκ του μαραίνω
Μάρα
σφοδρή επιθυμία,
«τοχω μάρα να φάω ευκειό το φαϊ!»
Μαξούλι
μικρό εισόδημα γεωργού, τσοπάνη κ.λ.π., είσπραξη, συγκομιδή
Μαντραούρα
είδος μύκητα, μανιτάρι μανδραγόρας (Atropa Mandagora, Mandragora officinarum )
Μάντολα
παραδοσιακό κεφαλονίτικο ζαχαρωτό με αμύγδαλα και ζάχαρη, κόκκινου χρώματος.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mandorla
Μαντενούτα (η)
Αλλιώς και Μαντετούα = η ερωμένη, η παλακίδα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mantenuta
Μάνταλος
είδος σύρτη που κλείνει την πόρτα
Μάμμα (η)
Στα πτηνά ο πρόλοβος του πεπτικού σωλήνα. Μεταφ. = το ευτραφές προγούλι
«Κάλλιο η μάμμα μου (γεμάτη) παρά η μάνα μου! (Ληξούρι)»
Μάντα
μέρος, πλάι, άκρη, Αλλιώς και αλλαχού = γωνία, μέρος
«Είμαι αθάνατη σάρκα χρυσή, 'ργασμένη μ' έρωτα και με κρασί. Ρωμιοί κι Εβραίοι σα μ'απανταίνουνε σαν πέτρες φέρμοι στη μάντα μένουνε...Ακούς καθρέφτη μου; Α!μην ντρεκλίζεις! Α! στάσου ντρίτος και με σκοτίζεις! ("Ένας μεθυσμένος εμπρός στον Καθρέφτη", Αποθήκη του Διαβόλου, σελ.323, τόμ.Β)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. manda κατά παραφθ. ή εκ του ιταλ banda
Μανοθυγατέρα
μάνα και κόρη
Μανέστρα
Αλλά και χαβιαρομανέστρα = σούπα με ζυμαρικά ή ρύζι. Μεταφ. ανάμειξη, σκευωρία. Χρησιμοποιείται κυρίως σαρκαστικά
«Μάτια μου ξυνόρογδο (= εκφρ. για γυναίκες άσχημες, ειρων.) και χαβιαρομανέστρα, την Κυριακ' ήσουν ώμορφη, και τη Δευτέρα χέστρα!»
Μαμούρι (το)
ο μικρός σε ηλικία και για ευτελείς υπηρεσίες υπηρέτης. Μάμουρας = ο μεγαλύτερης ηλικίας υπηρέτης. Λέγεται καταφρονητικά για κάθε άτομο που υπηρετεί Μαμουριό = λέγεται εμπεκτικά για τις δουλείες. Μαμουρεύω και μαμουρολογάω= υπηρετώ
«Μή σε πλανέσει ο λογισμός, και μ'αρνηθείς, μαμούρα, και βάλεις άλλο δουλευτή να φάει τη κουλούρα. (Λασκαράτος)»
Μαλιφίτσι
καυγάς, δυσαρέσκεια, ΄νετονη διαφωνία, μεγάλη φασαρία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. maleficio
Μαλιοστουπάω
Αλλιώς και μαλιοστουπίζω = κάνω τα πάντα άνω κάτω, όπως ανακατεύω τα μαλλιά της κεφαλής
Μαλλιοκάβουρας
Είδος καβουριολυ, μεταφ. ο ακοινώνητος
Μαλίνο (το)
ασθένεια, γρίπη, κακιά αρρώστεια
«Να σε φάει κακό μαλίνο! Έβγαλε το μαλίνο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. maglina
Μαλάτσα (η)
η πρωινή δροσιά
Μαλαφράντζα
η γαλλική αρρώστεια, σύφιλη
Ετυμολογία: εκ του ιτ. mal di Francia
Μαλαουδιασμένος
μαζεμένος, κακοδιάθετος,φοβισμένος, συνεσταλμένος
Μαλαουδιάζω
είμαι κακοδιάθετος, εξασθενίζω, μουδιάζω. Μαλαουδιασμάρα = κακοδιαθεσιά, ελαφριά ασθένεια
Μαλάθα
Αλλιώς και μαλαθούνι = μεγάλο καλάθι, κοφίνι μεταφ. λέω βλακείες. Συνων. Κόφα(η)
«Μούτρα σα μαλάθες!»
Ετυμολογία: εκ παραφθοράς της λέξης καλάθα
Μαγουλοσέρνομαι
σέρνομαι στη γη με τα μάγουλα, τραβάω τα μάγουλά μου απο υπερβολική λύπη
Μαϊτζέβελος
νολικός, διαχειρίσιμος, καλόβολος, εύκολος
«Με βρήκατε μαϊτζέβελη και μου βάλατε σάλιο στη μύτη!»
Μαΐστρα
α. Ναυτ. όρος = το πρώτο και μεγαύτερο πανί του μεγάλου ιστού των ιστιοφόρων. β. η μεσαία κεραία που κρέμεται το τετράγωνο πανί του ιστιοφόρο. γ.ο κεντρικός ξύλινος δοκός που στήριζε το πάτωμα του ισογείου.
Μάζωξη
συγκέντρωση. Μαζώνω=μαζεύω μετφ. = πνέω τα ολίσθια, είμαι ετοιμοθάνατος, αλλά και έκφραση που λέγονταν όταν οι φυματικοί έβγαιναν να περπατήσουν
«Μαζώνω γραφές!»
Ετυμολογία: εκ του μάζα (μάττω-μάζω)
Μαγιόλι
μικρό λεπτό κερί. Μαγιόλα = τα γυαλιστερά πλακάκια
««…Πατούμε σ’ ένα δάπεδο γλιστερό, στρωμένο από μαρμάρινες ή μαγιόλινες πλάκες…σαπουνισμένες και κατακάθαρες…»(Λουκάτος)»
Ετυμολογία: εκ του βεν. magiolo
Μάγκος
ξύλινο, βαρύ τραπέζι, μαγκάδα = τραπέζια των οπωροπολών συνήθως μαγκαδόροι= οπωροπώλες
Μαγκλαούρι
μαστίγιο, βούρδουλας, μεγάλο ξύλο με το οποίο τινάζαν τα δέντρα
Μάγιο (το)
Ματρακάς (εργαλείο πελεκίσματος, είδος σφυριού)
Μαγαρισμένος
βρώμικος, κακόψυχος, δόλιος, φαύλος, ενίοτε και ο καταραμένος
Μαγαρισιά
κυριολ. περιττώματα γάτας, ποντικού ή σκύλου μετφ. η νοθεία, πονηριά, κοκοψυχιά
Μαγαρίζω
νοθεύω, λερώνω, μολύνω επί ζώου κυρίως γάτας ή ποντικού όταν ακουμπούν φαγητό
«Μου μαγάρισε το φαί!»
Μάγγανα
α.σύγχιση, ταραχή, β. σαχλαμάρες, κουταμάρες. γ. υπολείμματα λιναριού
«Κάλλιο λόγια στο χωράφι, παρά μάγγανα στ' αλώνι Πάλι Γιάννη μάγγανα, πάλι Μαργιώ τραγούδι»
Μαγάρα
η δόλια, κοκοήθης, μοχθηρή γυναίκα
«Όπου ακαμάτρας ριζικό, κι όπου μαγάρας μοίρα, κι όπου καλή νοικοκυρά, μαύρη και κακομοίρα!»
Μούσκλα
α. κατήφεια, παράπονο, σκυθρωπότητα β. τα χόρτα που βρίσκονται στα έλατα του βουνού Αίνος

Ν

Νταβάς 🏛️ Κοινότητας
Το γιουβέτσι, πήλινο ταψί στρογγυλό, αλλά και ρηχή πήλινη χύτρα. Περιπαιχτικά λέγεται για κοντό και χοντρό άνθρωπο.
Ντουγκάνα ή Ντογκάνα 🏛️ Κοινότητας
Το Τελωνείο και γενικά οι Τελωνειακές Αρχές σε έναν τόπο (συνήθως στο λιμάνια). Ντογκανιέρε= ο τελώνης,
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. dogana
Ντομινικάλε
η κύρια κατοικία στην πρωτεύουσα.
«το ντομινικάλε τση φαμελιάς βρίσκεται στην χώρα.»
Ετυμολογία: Ιτ.Domicilio Βεν.Domiciliar
Νάπα
κτιστό ή μεταλλικό κάλυμμα ύπερθεν του φουρνέλου δηλαδή της εστίας που μαγέρευαν,που οδηγεί τον καπνό στην καπνοδόχο.
«η νάπα δεν αφήνει τις μυρωδιές απο τα φαγητά που μαγειρεύονται να απλωθούν στο σπίτι.»
Ετυμολογία: εκ του Βεν.Napa
Νετάρω
Τελειώνω, εκκαθαρίζω
«Σκορπολογάγανε το μπαμπάκι για να νετάρουνε γλήγορα, οι ακαμάτρες!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Nettare
Ντυώ
Και ντυώμαι =ντύνω και ντύνομαι
«Γλυκά, θαυμαστά και διότροπα ντυεί η μέρα τις ώρες της!»
Ντριβέλι
Αλλιώς και τριβέλι = σκέψεις βασανιστικές, διαρκής ανησυχία, αγωνία
Ντρόλακας
θόρυβος δυνατός, ορυμαγδός
Ντροδίζω
Κάνω φασαρία, σαματά, ξεκουφαίνω τους αλλους. Ντροδούρα =(Ιθακη) φωνές, αναταραχή, φασαρία
Ντρογάδα
Απότομος ορμητικός άνεμος που φέρνει μαζί του και ξαφνική και περαστική μπόρα
Ετυμολογία: Πανταζατος 177, Δομένικος 78,Βλησμα 189
Ντρίτος
Ευθύς, ίσιος Μεταφ. Έντιμος, σωστός Επιρ. Ντρίτα = Ευθεία, ίσια
«Πιαίνε ντρίτα στο δεόμο σου και θα’βρεις αυτό που γυρεύεις μπροστά σου! Παροιμία : Κάτσε στραβά και κρίνε ντρίτα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. diritto
Ντριτάρω
Ισιώνω βλ. Ντρίτος
Ντραντραούνα
Τερατομορφη γυναίκα που τη χρησιμοποιούν για να τρομάξουν τα μικρά παιδιά
Ντριμόνι
Αλλιως κα ντριμοντέλο = κόσκινο με μεγάλες τρύπες για το κοσκίνισμα της ξερής σταφίδας
Ντράβαλα
ταραχές, φασαρίες, θόρυβος
«Πάλε Γιάννη ντράβαλα, πάλε Μαριώ τραγούδι! Έχω τρία τάλλαρα, μες στην τρύπα τά ΄βαλα, κι' άκουσα τα ντράβαλα, πάλε τα ματάβγαλα!»
Ετυμολογία: εκ του αντράβαλα, κατά παραφθ. του αράσσω-355
Ντόνκουε
και ντούνκουε = ώστε, λοιπόν
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. dunque
Ντούκια
άρρωστος στο κρεβάτι
«Είναι ντούκια πολύ καιρό!»
Ντορός
Τα ίχνη
«Βρίσκομαι στο ντορό!»
Ντολτσέτσα
Αλλιώς και Ντόλτσε = γλυκά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Dolcezza
Ντζελουδία
Δικτυωτά καταπετάσπαματα στους γυναικωνίτες των εκκλησιών, κάποιες φορές και στα παράθυρα των σπιτιών για να μην φαίνονται οι γυναίκες
Ντάβανος
Μεγάλη μύγα της υπαίθρου. Αλογόμυγα.
«Εχτύπησε ο ντάβανος (=ξεκίνησε το καλοκαίρι). Αρχίνησε ο ντάβανος να μας χτυπάει και η μαμαζέλ ξεκάλτσωτη κι ημίγυμνη περνάει!»
Ντερίνα (η)
Σουπιέρα, μεγάλη γαβάθα
Ντεμέλα
Και ντεμέλλα = μαξιλαροθήκη
Ντελίριο
Έξαλλη κατάσταση, εκτός εαυτού, παροξυσμός, παραλήρημα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. delirio
Νταντανίζω
Τραντάζω, κουνάω, κλονίζω
Νταγιαντάω
Αντέχω, υπομένω
«Δε σε νταγιαντάω πια!»
Νευρικιασμένος
Νευριασμένος
Ντακόρντο
συμφωνία στη μουσική μεταφ. Σύμφωνοι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. daccornto
Νότια
Αλλά και νότη = η υγρασία
Νόνα (η)
γιαγιά
Νογάω
Καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, εννοώ, γνωριζω
«Δε νογάω γράμματα!»
Ετυμολογία: εκ του αρ. νοώ
Νοβιτά
Αλλά και νοβητά =κουτσομπολιά, αλλά και είδηση, νέο
«Έλα ν’ακούσεις νοβιτές, με γλέντια και μεθύσια, επήα στην πανήγυρη, που γίνηκαν στα Σίμια!»
Νόμπιλε
Συγγενής , ευγενικός, ευπατρίδης
«Κονσίλιο ντέϊ Νομπιλε (=Το Συμβούλιο των Ευγενών επι Ενετοκρατίας)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. nobile
Νιτερέσι
Αλλιώς και Νιτερέσο = συμφέρον, κέρδος, ωφέλεια, δοσοληψία Νιτερεσάδος = συμφεροντολόγος
«Με το συγγενή σου φάε και πιέ και νιτερέσο μην κάνεις! Και τί σε νοιάζει εσένανε για τα ξένα νιτερέσια;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.interesse
Νιπαινιάρισμα
Αλλιώς και Νυπαινιάρισμα = Ο υπαινιγμός. Νιπαινιάρω = υπόσχομαι, τάζω
«Το νιπενιάρισες στον Άγιο!»
Νιπένιο (το)
Υπόσχεση,τάξιμο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. impegno
Ντρίτσα - κάτσα
εκφρ. ευθέως και ορμητικά. Σε περίπτωση χαρακτήρα ο ευθής, ειλικρινής. Σε περίπτωση εξήγησης σημαίνει σαφήνεια.
Νιονιό (το)
μυαλό
Νιέντε
τίποτα, καθόλου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. niente
Νιβιδιόζος
Ο φθονερός, κακόκαρδος, χαιρέκακος, εμπαθης
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Invidioso
Νιανιάος
Αλλιώς και νιανιαρίτης = ο έχων ψιλή φωνούλα, σα της γάτας
Νιάζω
Νιαουρίζω. Μεταφ. γκρινιάζω, παραπονιέμαι
Νιά
Μια, μία
«Νια φορά »
Νεφταρμοί
οφθαλμοί, μάτια
Νέκρα
Η γεύση του ανάλατου φαγητού και η μυρωδιά του κλουβιού αυγού
«Βρωμάει τση νέκρας! Βάλε μια στάλα αλάτι, είναι νεκρό το φαΐ!»
Νεγότσιο
Εμπορικό κατάστημα, αλλά και εμπορική συναλλαγή, πάρε - δώσε, νταλαβέρι. Νεγοτσιάντες = ο έμπορος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. negozio
Ναίσκε
ναι, μάλιστα

Ξ

ξεσφαιζομαι 🏛️ Κοινότητας
πεφτω και χτυπαω, τσακιζομαι
Ξομπλιάζω
κουτσομπολεύω. Ξόμπλιο: κουτσομπολιό. Ξομπλιάστρης : κουτσομπόλης.
Ξετσανίζομαι
είμαι ενθουσιασμένος, βρίσκομαι σε κέφι
Ξαλαφρίκι
η σαύρα, σαλαβρίχα (Φαρακλάτα)
Ξαλεγράρω
χαίρομαι, ζωηρεύω
Ξαλαλιάζω
πέφτω σε ζάλη, ζαλίζομαι, παλαβώνω
Ξαγαναχτάω
ξεκουράζω
Ξαβδελιάζω
ξεκοιλιάζω, ξεπαραδιάζω
Ξεφάαμε
αποφάγαμε, τελειώσαμε το φαγητό
Ξαγκλίστρημα
γλίστρημα
Ξάμωσε
βίαιη επιθετική χειρονομία, όρμησε
«Εξάμωσε απάνου στον πατέρα του»
Ξανασόφισε
υποτροπίασε
Ξανασπούρι
ξεριζωτό γέννημα ή χόρτο
Ξεθάλα
πλατύ στο άκρο κοντάρι για να απομακρύνουν τις στάχτες απο το ξυλόφουρνο
Ξεμποχειλιασμένο
ξεχειλωμένο, χαλαρωμένο χωρίς σχήμα
Ξεραγκιερνός
κοκκαλιάρης, αδύνατος, ξερακιανός
Ξεργαλίστηκα
γδάρθηκα ελαφρώς
Ξεσπουργάρισε
ξέφραξε και έφυγαν τα υγρά
Ξυλοφάος
η ράσπα,
Ξώπετσα
Αλλιώς και ξώφερμα = επιπόλαια
«Τον πήρε η μαχαιριά ξώπετσα! Ξένος πόνος ξώφερμα!»
Ξυπολιέμαι
βγάνω τα παπούτσια
Ξυπολιάς
ξυπόλυτος
Ξυνόρογδο
ξινό ρόδι
«Μάτια μου, γυιέ, ξυνόροδο και χαυγιαρομανέστρα, την Κυριακή ήσουν όμορφη και τη Δευτέρα χέστρα!»
Ξυλόγατα
ξύλινη ποντικοπαγίδα
Ξυλιάζω
πεθαίνω, κοιμάμαι
Ξύκουστα
ακούραστα
Ξονοματίζω
αναφέρω κάτι κατ όνομα
«Μας εξωνομάτισε τον κλεφτη!»
Ξόμπλι
μοιρολόι
Ξόανο
ο ηλίθιος ο δύσμορφος, άσχημς
Ξίτι
επιφώνημα για να διώξει τη γάτα
Ξηντάρι
η μισή κορώνα κατά την Αγγλοκρατεία, είχε 60 οβολούς
Ξεχαραΐζω
μένω έκπληκτος
Ξεχάνω
αφαιρούμαι, λησμονώ
Ξεσφαλαγγουνιάζω
καθαρίζω τους ιστούς της αράχνης
Ξεσκοτίζω
αναρρώνω
Ξεροφρυμάρα
ξηρασία του στόματαος , αλλά και η δίψα
Ξεροκαίρι (το)
ανομβρία
Ξεποδαρίζω
α.συνήθως λέγεται όταν το παιδί κάνει τα πρώτα βήματα β. κουράζεις τα πόδια
«με εξεποδάρισες απτο τρεχάκι»
Ξέπλεγη (η)
γυναίκα με λιτά μαλλιά, άπλεκτα
Ξεπειρίζω
Αλλιώς και ξεπυρίζω = αφαιρώ τοπειρί (το ξύλινο καπάκι-πώμα με το οποίο βουλωνουν τον κρουνο των βαρελιών)
«εκφρ. εξεπείρισε το βουτσί ο ζωηρός ο πετεινός καθώς μας είπε ο Καμπανός αυτός που τον ορίζει, υπαρηφάνως προχωρεί και με τη μύτι το πυρί τραβά και ξεπυρίζει»
Ξενούρα
πλήθος ξένων σε επίσκεψη ή γάμο
Ξεμπουρισμένος
αλήτης, κακοήθης, έγκλυτος Θηλ. Ξεμπουροθήλυκο ή ξεμπούρω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. buso
Ξέμπολο
Αλλιώς και Νέμπολο = Το άφραγο κτήμα
Ξελεχτής
και ξελέχτρα = οι ομοφυλόφιλοι
Ξελέχω
βρίζω κάποιον,, κάνω πικρές παρατηρήσεις σε κάποιον
Ξελουλόνομαι
πέφτω αναίσθητος είτε απο μέθη είτε απο πυρετό
Ξελέστατος
άκοσμος, βρώμικα ντυμένος,
Ξελαγαρίζω
α.καταδεικνύομαι και κυρίως για κακό β. όταν βελτιώνεται ο καιρός εκφρ. γ. κατάκατσε, έγινε διάφανο
«εξελαγάρισε φοβερός εξελαγάρισε ο καιρός ξελαγάρισε η σκέψη μου»
Ξεκουκκαλιάζω
α.αφαιρώ το κρέας απο τα κόκκαλα β. εξασθενώ, καταβάλλω
«Πίτα ξεκουκκαλιαστή (η κρεατόπιτα). Με εξεκουκκάλιασε στα έξοδα!»
Ξεκάμω
α.λογαριάζω το προιόν μου και παίρνω το λογαριασμό μου β. ταλαιπωρούμαι, αποκάνω, τελειώνω, πεθαίνω
«Εξέκαμε τη σταφίδα μου τσοι 150 δρχ!»
Ξεκακίζω
εκφρ. οταν βελτιώνεται ο καιρός
«Εξεκάκισε ο ουρανός!»
Ξέθαρρα
με θάρρος
«Πάτει ξέθαρρα ωρε!»
Ξέδουλας
το τελείωμα του παιδικού παιχνιδιού καραμπάνα
Ξεδούλιο
κέρδος απο εργασία, απολαβή χρηματική
Ξεδουλιάζω
ξεκουράζομαι μετά τη δουλειά, ξαποσταίνω
Ξεδώνω
διασκεδάζω, στρέφω αλλού την προσοχή μου, ενίοτε και ξεδίνω, ότι μας ευχαριστεί
«Ξεδίνει το μυαλό μου! Το παιδάκι μας είναι το ξεδοτήρι μας!»
Ξαχλυάζω
α.χαίρομαι, ευθυμό, διάγω βίον ανθόσπαρτον β.γλεντάω, το ρίχνω έξω
Ξαχερίτης
κτήμα, χωράφι απο το οποίο έχουν θεριστεί οι καρποί και δεν έχουν απομείνει ούτε τα άχυρα
Ξεβακίζω
καλλιεργώ τόπο χέρσο και ακαλλιέργητο
Ξαφνίζομαι
α.έρχομαι ξαφνικά, επανέρχομαι β. τρομάζω κάποιον με φωνή, είδηση, μορφασμό ή ενδυμασία γ. ξαφνικό, κακιά είδηση δ.κατάρα ε. το πολύ, μεγάλη ποσότητα
«Ξαφνίσου στερνότερα αποδώ! Τί καιρός σε ξάφνισε;! Τι ξαφνικό σ' έβρηκε; Κακό ξαφνικό να μώρτει! Από κακό ξαφνικό να σ'ακούσω! Κακό ξαφνικό στο σπίτι σου! Ένα ξαφνικό λάχανα πουλάνε σήμερα! Εβγήκε ξαφνικό ψάρι !»
Ξάφνου
ξαφνικά
«Κακό ξαφνικό στο σπίτι σου! (Κατάρα)»
Ξεγάλισμα
εκδορά, γρατζουνιά
Ξασκοντιά
σπρωξιά, εμποδισια, σπρώχνω βίαια
Ξαργώ
αργώ, καθυστερώ
Ξαπαλλιώς
διαφορετικά, τουναντίον
Ξαντερίζομαι
ξεκαρδίζομαι απο τα γέλια μεταφ. υπερβολικό γέλιο
«Ξαντερίζομαι απ' τα γέλια!»
Ξαναγκαιρνός
ο ασθενικός, ο κακοφυής
«Το ξαναγκαιρνό γαιδούρι, χαλασμός στον αχεριώνα!»
Ξανασκελιά
Αλλιώς και ξανασκέλιασμα = μεταφ. ο μικρός χώρος, η μικρή απόσταση
«Μια ξανασκελιά τόπος!»
Ξαλαφιάζομαι
είμαι αφηρημένος
Ξαγγαστρικό
φαγητό που ζητάει, επιθυμή η έγγυος γυναίκα και αν δεν το πάρει υπάρχει κίνδυνος να αποβάλλει μετ. το επιθυμητό
Ξαδειάζω
τελειώνω μια εργασία, ευκαιρώ
«Μόλις ξαδειάσω απ'τσι αγγαρείς μου, θα ρτω!»
Ξαβασκαμός
Ευχή κατά της βασκανίας μεταφ. λέγεται όταν κάποιος εκράζει τη χαρά του ή το θαυμασμό του για την ευρωστία ή την υγεία κάποιου
«Ξαβασκαμός σου!»
Ξυλλοδεττόρος
πειπαικτικά ο γιατρός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. dottore
Ξερομπούκι
ξερό ψωμί το ψωμί που τρώει κάποιος χωρίς άλλο προσφάι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ bocca
Ξεμπουργαίνω
καθαρίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. puro
Ξεκαμπίζω
Αλλιώς και ξεκαμπανίζω = βγαίνω απο την πόλη και πάω προς τους αγρούς, περνώ τους κάμπους μεταφ. αυτός που χάνει τα μυαλά του ο πλανόδιος, ο φαύλος, ο ζωηρός, ο ερωτομανής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. campo ή campagna
Ξώκαρδα
με κρύα καρδιά, όχι με την καρδιά μου
Ξυγκάκι
εντεροκήλη, το περιτόνιο, πχ. σιγά και μη σου βγει το ξυγκάκι
«"μου πέφτει το ξυγγάκι μου"»
Ξεχάραξε
για την κότα που κάνει αυγό πρώτη φορά
Ξετσανίζω
εμφανίζομαι σιγά σιγά
Ξετιμωτής
ο πραγματογνώμων, εκτιμητής
Ξετιμώνω
α, εκτιμώ β.κουτσομπολεύω, κάνω βούκινο
«Που ξετιμώνει τη γνώμη του, ποτέ του δεν ξεπέφτει»
Ξεσφαΐζω, -ομαι
α. στρέφω τον τράχηλο και πονάω β.πέφτω και χτυπάω, τσακίζομαι, γκρεμοτσακίζομαι
Ξεσυνερισιά
έριδα, αντιλογία αλλά και η άμιλλα
Ξεσυνερίζομαι
α.δεν αντιλέγω, δεν κρίνω, συμερίζομαι, λαμβάνω υπόψη
«"Μην τον ξεσυνερίζεσαι", "Δε σε ξεσυνερίζομαι", "Να μη σε ξεσυνεριστεί ο Θεός!" Κουρλούς και παλαβούς ο Θεός δεν τους ξεσυνερίζεται»
Ξεστελλιάζω
α.διαλύω, βγάζω από τη θέση, αφαιρώ τα στηρίγματα Ξεστέλλιαστος : χωρίς στηρίγματα, χωρίς επιχειρήματα, ετοιμόρροπος
«Ξεστέλιαστη πληροφορία»
Ξεσπουρδίζω
μετά από ασθένεια γίνομαι ευτραφής και ζωηρός, ή ο σοβαρός γίνεται εύθυμος. Σημαίνει επίσης και ξεθαρρεύω, παύω να είμαι άτολμος και μαζεμένος
Ξεσκλίζω ή ξεσκλάω
Αλλιώς και ξεσκλάω = σκίζω βίαια, ξεσκίζω
«Παίγνο του ανέμου κατήντησε η ψυχή μου, ξεσκλίδι στον αφρό της τρικυμμίας»
Ξερνοβολάω
κάνω εμετό
Ξερίχι (το)
σταφύλι μαύρο
Ξερέξι (το)
κάτι εξαιρετικά, ορεκτικό, λιχουδιά
«Ενώ αν έχετε παρά, πέστε το να το ξέρουμε, για να πασχίσουμε πολλά, ξερέξια να σας φέρουμε»
Ξύω
και και ξυώμαι = ξύνω και ξύνομαι
«Όποιος ξυεί ταλλουνου την ψώρα,δροσίζει τη δικη του»
Ξεραποξυλωμένος
κατάρα : "αίξης και ξερός και ξεραποξυλωμένος" να γίνεις ξερός, από ξύλο
«"-Δεν ξέρω, - Να ξεραποξυλωθείς"»
Ξεραθυμάω
τρώω κάτι με ευχαρίστηση, χορταίνω, ικανοποιούμαι
Ξεντωλογιέμαι
τεντώνομαι
Ξενοψωμίζω
α.τρώω σε ξένο σπίτι β. ζητάω ικανοποίηση ερωτικκή εκτός σπιτιού
Ξενότισμα
πλεχτό μπάλωμα στις κάλτσες, στις φτέρνες
Ξενοπρεδεύω
γυρίζω αλλού για ερωτοδουλειές
Ξεμπουρίζω
α.βγάζω κάποιον απο το όρια, διαφθείρω, ξετρελαίνομαι, κάνω ανοησίες, συνηθίζω στις απολαύσεις β. κακόμαθε, γλυκάθηκε στις ευχαριστίες γ. ξεμυαλίζω
«Τέλος πάντων κάθε χρόνο είμαστε υποχρεωμένοι να ακλουθάμε και το θρόνο με τη Κεχαριτωμένη κι όλους τους προσκυνητάδες απο χώρες και χωριά κι ανασύσταγες χηράδες που διψούν για ξεμπουργιά!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ buso
Ξεμπάχαλος
Αλλιώς και Ξεμπαχαλιά = σπ. δυνατός μπάτσος, χαστούκι
Ξεμυτιστό φάσκελο
Η κεφαλονίτικη μούντζα, που απο τη γροθιά βγαίνει το χοντρό δάχτυλο ανάμεσα δείκτη και μέσου δαχτύλου
Ξελεξιά
Αλλιώς και ξέλεξη = Το βρίσιμο και από τις δυο πλευρές, αλληλοβρίσιμο
Ξυλιά
ράπισμα
Ξυλάκου
επιρρ. καταδιώκω κάποιον με ξύλο
«"παίρνω ή βάνω ξυλάκου"»
Ξεκουτάλεμα
δοκιμή του φαγητού για να δούμε αν είναι έτοιμο ρημ. ξεκουταλεύω
Ξεκουρούπωτος
α.ασκεπής, με το κεφάλι χωρίς καπέλο β.το δέντρο που δεν έχεικλαδευτεί
Ξεκήπισε
έπαψε να βγάζει καρπού λόγω εποχής
Ξγεί
ξύνει
Ξεγαλίζω
βγάζω την πέτσα του δέρματος, γδέρνω
Ξαστοχάω
Λησμονώ
Ξαρκής
κάνω κάτι από την αρχή
Ξαπόστασε
ξεκουράστηκε
Ξαπόστα
Αλλιώς και Ξαποστινιάρικα και Απόστα = επίτηδες
«Ληξούρι κι Αργοστόλι είναι δυο τόποι, που τσώφτιασ' ο Θεός ξαποστινιάρικα»
Ξαναπούλιασμα
το φτέρωμα των πουλερικών όταν ανανεώνεται το χειμώνα
«Η πούρβερη το πρόσωπο πως το κατασκευάζει, σα κότα το Μαγιάπριλο που ξαναπουπουλιάζει»
Ξαναθηλυκώνω
ξανατυλίγω
Ξωφόρι
παλτό, επενδύτης
Ξαμπελώνω
ξεφυτεύω το παλιό αμπέλι
«"Ξαμπελωμένα κτήματα"»
Ξανασκελάω ή Ξανασκελίζω
α.διαβαίνω, βηματίζω, πηδάω πάνω απο κάποιον που είναι ξαπλωμένος και μάλιστα ύπτια, κάτι που θεωρείται ότι εμποδίζει την σωματική ανάπτυξη του ξαπλωμένου, την υγεία και την πρόοδό του. β. προσφέρομαι ανα΄σκελα για ερωτική πράξη
Ξαλαφιασμένος
αφηρημένος κατατρομαγμένος, ανάστατος
Ξαίνω
το καθάρισμα του μαλλιού πριν το γνέσιμο μεταφ. μπλέχτηκα σε δύσκολα και δυσάρεστα πράγματα
«Εύρηκα μαλλιά να ξάνω!»
Ξαγραμπαλώνω
ξεγαντζώνω, ξεκρεμάω
Ξαγκρίζω
καθαρίζω προσεχτικά το σπίτι
Ξαγγλίζω
ξεμπερδεύω μαλλιά, χτενίζω και χωρίζω με ωραία κτένα τα μπλεγμένα μαλλιά
Ξαγιάζω
πληρώνω σε είδος, πχ. το ξάι του λιτρουβιού

Ο

Οστρικό (το) 🏛️ Κοινότητας
Κακοτυχία, γκαντεμιλα, κακια αύρα, κακό ποδαρικό
«Κακό οστρικό έχεις όλα ανάποδα πάνε από την ώρα πούρτες»
Ομπλιγάρω 🏛️ Κοινότητας
Αναγκάζω, υποχρεώνω. Ουσ. Ομπλιγατζιόν ή Ομπλιγατσιόν = η υποχρέωση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. obbligazione
ορτοκουτσουλο 🏛️ Κοινότητας
κατι ορθιο και αχαρο
Ούρτος 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και ούρτο = Διάθεση για εμετό, εμετός, ναυτία. Ρήμα = ουρτάρω
«Μόλις προχθές σ'αντάμωσα με το κοντό φουστάνι, μου ήρθε ούρτο κι έτρεξα ο δόλιος...για λεκάνη! (Βουνάς)»
Ολούθενε
Παντού, σε όλα τα μέρη
Ουζινιόλα
Αηδόνι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ, usignolo
Ότινος
οποιουδήποτε, οποιανού
Ορλάντα
Χάρτινη αποκριάτικη περικεφαλαία στολισμένη με πολλά μπιχλιμπίδια
Οξουργιά
η παραμονήέξω απο το σπίτι χωρίς λόγο
«Δεν τη βλέπει το σπίτι τσι, όλη μέρα οξουργιά!»
Οξαποδός (ο)
Ο διάολος, ο έξω απο δώ, ο σατανάς
Ετυμολογία: ο -έξω-από-εδώ
Όμπιο
Το πύον
«Κι ιδρώνει όμπυο και χολή, η ουράνια μορφή σου! Μ.Αβλιχος (Ο Αμανές)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. objo
Ομπιδέντζιον
Υπακοή, συμμόρφωση
Ετυμολογία: εκ το ιταλ. obbedienza
Ολορέντατος
τρέχοντας πολύ γρήγορα
«Και γύρισε συλίντριχος και ολορέντατος, στη θειά του για να περιδρομιάσει!»
Ολιβέλο (το)
Νοίκι, μίσθωμα, εδαφονόμιο, η υποχρέωση του ενοιασμού εδαφικής περιοχής προς τον εκμισθωτή
Οκιάλια
Τα κυάλια
«Ξένοι ιδώντες πρόσωπο οι εν τη φυλακή, με οκιάλια, με μιγκρέ και με ψηλό βρακί!»
Οζουρπάρω
Κάνω δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει, σφετερίζομαι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. usurpare
Ογκώνω
Χόρτασα, είμαι χορτάτος
Οβέρο
Επεξ. συνδ. = Δηλαδή
Οβάτες
βάτες, αραιό στρώμα μπαμπακιού που χρησιμοποιούνται στη ραπτική
Οχτροκάκια (η)
έχθρα, παράπονο βαρύ
Ούντρα
προς τα εμπρος απρόσεκτα
«Ήρθε ούντρα ούντρα!»
Ορτολήρα
Η γυναίκα που περπατά αγέρωχα (όπως οι κότες εχουν ψηλά το λοφίο)
Όρσε
Αλλά και Όρστε = ορίστε, νάτα, πάρετε, λάβετε, εκφ. όταν φασκελώνεις κάποιον
«"Όρσε δέκα φάσκελα και με τα δυο μου χέρια" "Όρσε γαμπρέ κουφέτα". "Όρτσε για κείνο, όρτσε για κειό σας, όρστε κορδέλλες για το λαιμό σας" (Καλογηράς)»
Ορπίδα
εκ παρφθ. η ελπίδα. ρήμα : ερπίζω, ορπίζω
Ορμήνεια
Συμβουλή, νουθεσία
«"Τσι γυναικός τα χάδια και τ'αφεντός οι ορμήνεις, είναι συρτοθηλειές"»
Ετυμολογία: κατ. παραφ. ερμηνεία
Οργικό
Επήρρεια κακού πνεύματος, της οργής , διαβολικό, φάντασμα
Όξου
Έξω
Οργή του Θεού
έκφρ. και κατάρα
«Σύρε στην οργή του Θεού! Η οργή του Θεού έχει πολλά ποδάρια!»
Όρδινο
διάταγμα. Ορδινάρω : διατάζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ordinare
Όρτσολα
Ασθένεια, το συφυλλιτικό έλκος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ulcera
Οπερατσιό
Η εγχείριση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.
Ολόρτος
όρθιος, άγρυπνος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. all' erta
Ολοκούβαρος
παχύς και κοντός, στρογγυλός σαν κουβάρι, αγαθός
Ολημεριάζω
Περνώ κάπου ολόκληρη τη μέρα μου, διημερεύω
Όψια
Η καλή πλευρά, αντίθετα
«"Κάθε ανάποδη, έχει και την όψια της"»
Οφίτσια (τα)
Τα αξιώματα, προνόμια. Οφίτσ(ζ)ιο της Καντζελαρίας = Η Γραμματεία της Βενετσιάνικης Διοικήσεως και την θέση του Γραμματέα τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια του ΙΣΤ' αιώνα είχε Βενετός. Εκεί γίνονταν οι καταθέσεις των μηνύσεων κάθε εγκληματικής ενέργειας.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. officio
Ούρδου
Ορμάω, κάνω έφοδο προστ. : όρμα
«"Ούρδου ωρέ, στα σκυλιά!"»
Όστρια
άνεμος νότιος, ζεστός, λίβας, μπάτης
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ostro
Όσκε
Όχι
Όσπως
όπως, ενίοτε και καθώς
«Όσπως του εμίλησα ερχότουνε η γυναίκα του!»
Όρμπο κι αναθαλασσιά
Έκφραση, αλλιώς και "όρμπο για γόρμπο" = Δε βαριέσαι , ας γίνει ότι θέλει ας πάει ώρα του καλή
Ορκέστρα
Η ορχήστρα
Όρντινο
διαταγή, εντολή, παραγγελία, διευθέτηση, τακτοποίηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ordino
Ορνέλλα
Το μεγάλο κωνικό βαρέλι ή ξυλινος κάδος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. urma, urnella
Ορμηνεύω
Συμβουλεύω
«Τον κουρλό κι αν ορμηνεύεις, κρύο σίδερο δουλεύεις! (Παροιμία)»
Οργιοστάλαχτος
Άψογος, καλοντυμένος, καθαρός πεντακάθαρος
Οργιό (το)
τρεμούλα, ρίγος, πυρετός, πολύ κρύο, τσουχτερό κρύο.
«"Ωρέ, έξω κάνει οργιό", Εσύ απ' τον παλιόμοντζο (παλιομπάλκονο) κι εγώ οχ' το μαγερειό, πρόβαλε, μαμουρούλα μου, και μ'έκοψε το ργιο! (Λασκαράτος)»
Ορά
Η ουρά
Όντις
Αλλά και Όντες = (Χρον. συνδ.) Όταν
«"Όντις έπλασε ο Θεός την οικουμένη, το Ληξούρι και τόσους άλλους τόπους, είπε στο νου του, Α! Τώρα δε μένει, παρί να πλάσω τώρα και τσ'ανθρώπους"»
Ονόρε
Η τιμή, ο σεβασμός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. onore
Ογρός
μουσκεμένος, βρεγμένος. (και ολόγρος=πολύ βρεγμένος, μουσκίδι)
Ογγιά
Η υποδιαίρεση της λίτρας
«"Όπου θα δώσει τάζει ογγιές, όπου δε δώσει λίτρες"»
Ογέσκε
Αλλιώς και Όσκε = όχι

Π

Πάτι (το)
Συμφωνία, όρος
«κατά τα ήθη και πάτι των καλών Ρωμαίων, να τα λάβει ... Νοτάριος Μαυροιωάννης ιερεύς Ανδρέας (Φ.Μ. 56)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. patto
Πιετζαρία (η)
Η εγγύηση
Παλιάτζα (η)
Μέτρο ποσότητας λαδιού που αντιστοιχεί σε 8.1 κιλά περίπου. Χρησιμοποιείται κυρίως στην Παλική.
Πρεμεντάρω
Υπόσχομαι
«Πρεμεντάρει δε ράτο (premettere derrata) = υπόσχομαι για το αντίστοιχο μέρος (κυρίως το συναντάμε σε νοταριακές πράξεις)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. promettere
Πουνηάλο (το)
Μαχαίρο, εγχειρίδιο, κάμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pugnale
Πρετζέσον
Η δίκη
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. processo
Πέτομαι
Υπερηφανεύομαι
«Πιστεύω πως ο έρωτας δεν είναι ανομία. Πιστεύω και το πέτομαι πώς όποιος με κοιτάει, αν άντρας ... μ' ερωτεύεται, γυναίκα με φθονάει...(αποσπ. από το Πιστεύω της Περπερούλας, Αποθήκη του Διαβόλου, 1860,σελ.192, τόμ.Β)»
προγκάω 🏛️ Κοινότητας
διώχνω κάποιον με βίαιο τρόπο
Παραργατάρω 🏛️ Κοινότητας
συναγωνίζομαι, παραβγαίνω με κάποιον
Πούλιο 🏛️ Κοινότητας
Επιρρ. και πουλιότερο και πουλιό και πολυσότερο= πιο, πλέον, πιο πολύ (αξίζει), πλέον,περισσότερο, καλύτερα. Πουλιοκεί = Πιο εκεί, πιο πέρα.
«Κάμε πουλιοκεί να με γδεί ο ήλιος! Πουλιό ‘ν’ ο καλοφούρτουνος, παρά αντρειωμένος! (Παροιμία) Δε ξέρω α θα γυρίσω να σε ματαϊδώ πουλιό!(Λασκαράτος) »
Περδιαλλάζω 🏛️ Κοινότητας
Ανταλλάσω επ'αμοιβής, μεταβάλλω. Εκ παραφθ. λέγεται και πυργιαλλάζω.
«Έχω 3 βελέσια και πυργιαλλάζω»
Πρικιλίδι (το) 🏛️ Κοινότητας
κάτι που στάζει σιγά σιγά. Καταγραφή από την περιοχή της Κρανιάς (Γρατσιόζα Κορέση, γεν. 1875, Αργοστόλι)
«Τανάσκελα ταμπρούμητα το πρικιλίδι στάζει!»
Πορτογάλι 🏛️ Κοινότητας
το πορτοκάλι. Πορτογαλιά = η πορτοκαλιά
Ετυμολογία: εκ παρφ. πορτοκάλι
Πρεβεράντζιο (το) 🏛️ Κοινότητας
Το φιλοδώρημα. Το έδιναν στο παιδί που παρέδιδε το καινούριο ρούχο από τη μοδίστρα στην πελάτισσα.
Ποροπιάνω 🏛️ Κοινότητας
Κλείνω πρόχειρα, προσωρινά τον δρόμο. Επισκευάζω κάτι πρόχειρα για να λειτουργήσει προσωρινά, μέχρι τη τη τελική επισκευή από τον ειδικό.
Πουσνάρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Μπουσνάρα και Πουζουνάρα = Η τσέπη.
«Στην πουσνάρα του παπά, ζωντανοί και πεθαμένοι!»
Ετυμολογία: υπό-ζωνάριον;
Πιργιόνι (το) 🏛️ Κοινότητας
το πριόνι στο Ληξούρι
Πούντα(ή) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και πόντα =Α. κρύωμα, κρυολόγημα. Β. Μυτερή άκρη, αλλά και ακρωτήριο. Ποντιάζω = είμαι κρυωμένος.
«Α.Άρπαξα ωρε μια πούντα! Β. Η αδερφή τον αδερφό, χρυσό σταυρό τον έχει, κι ο αδερφός την αδερφή στην πούντα του σπαθιού του. (Παλλική)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Punta
Πεσωμένος 🏛️ Κοινότητας
Ο πεσμένος, ξαπλωμένος.
Ετυμολογία: παραφθ. μτχ πεσμένος
Πυροστιά 🏛️ Κοινότητας
σιδερένιος ή μαντεμένιος τρίποδας που έβαζαν πάνω απο τη χόβολη και απο πάνω τοποθετούσαν την κατσαρόλα για να μαγειρεύουν.Στην Ιθάκη αναφέρεται ως πρόστια.
Πατσανάτσες 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Πατσανιές= παλαβομάρες, αστεία, σαχλαμάρες. Πατσαναδόρος αλλά και πατσανατσαδόρος = αυτός που κάνει πατσανάτσες.
Ετυμολογία: Εκ του ιταλ. Pazzai
Περικοπά 🏛️ Κοινότητας
Επιρρ. = κόβω δρόμο, επιλέγω σύντομη διαδρομή για να πάω γρηγορότερα.
«Και κάθε νέος π’αγαπά, περιπατεί περικοπά και τη φίλτατη κλέβει!»
Προτζουλής 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Προύτζουλας = Καθιστός και όρθιος = παλιό τυχερό παιχνίδι με αμάδες και χρήματα. Τοποθετούσαν ένα κονσερβοκούτι και προσπαθούσαν να το πετύχουν με αμάδες
Πεύκι 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Πέφκι = Χαλί, χαλάκι, η κουρελού συνηθέστερα
Παλαιγός (ο) 🏛️ Κοινότητας
Κατά παράφρ. = Παλαιός-α-ο
Πούντοε 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και πούντονε = Πού είναι αυτό ;
Πέτσο 🏛️ Κοινότητας
Μεγάλη φασαρία, μεγάλος καυγάς, ξυλοκόπημα
«Εγίνηκε μεγάλο πέτσο ψες βράδυ στην πλαταία!»
Πατάκα (η) 🏛️ Κοινότητας
Πατάτα. Στην περιοχή της Παλλικής. Λέξη γνωστή από συγγενείς στην περιοχή.
Πατακιό (το) 🏛️ Κοινότητας
Αναφέρετε και ως πακακιό = Άνθρωπος κακοφτιαγμένος και με ελλιπή ανάπτυξη, που λέει ανόητα πράγματα συνοδευόμενα από υποκριτικές γκριμάτσες και δήθεν μυστηριώδεις χειρονομίες. Τέτοιες ομιλίες λέγονται “πατακιά” και “πακιούα”.
Παραμπαστός 🏛️ Κοινότητας
Είναι ιδιωματική, κυρίως Κεφαλονίτικη, έκφραση που αναφέρεται σε άτομο που είναι κατά το ήμισυ (μισός) Κεφαλονίτης, αλλά συχνά υποδηλώνει την υπερίσχυση της κεφαλονίτικης καταγωγής ή νοοτροπίας.
Πωρί
Ο πωρόλιθος
«τα αγκωνάρια του σπιτιού είναι από πωρόλιθο.»
Πριβιλέτζο (το)
το προνόμιο
«είναι πριβιλέτζο του Κόντε!»
Ετυμολογία: Ιτ. Privilegio
Πρεβεδούρος
ο Βενετός προνοητής
Ετυμολογία: Βεν. proveditor
Πολτρόνα καρελίνια
Η τροχήλατη πολυθρόνα
«έσυρε την πολτρόνα καρελίνια δίπλα στη φανέστρα για να βλέπει έξω.»
Ετυμολογία: Ιτ.poltrona carrello
Πιάνο
Ο όροφος
Ετυμολογία: Ιτ.piano
Πάτζινα
σελίδα
«άνοιξε στο βιβλίο την πάτζινα 20»
Ετυμολογία: Ιτ.,Βεν. Pagina
Παρλατόρια (η)
φλυαρία
«η παρλατόρια τση Μαρίας δεν λέγεται!»
Ετυμολογία: Ιτ. parlatoria
Παμφλέτι (το)
μονόφυλλο έντυπο,φυλλάδιο
«τα παμφλέτια των ραντικαλιστών με τις πολιτικές τους απόψεις.»
Ετυμολογία: Αγγλ. pamphlet
Πράτιγο
Ναυτική άδεια υγειονομείου για ελευθερη επικοινωνία. Πρατιγάρω : έχω άδεια
«Επήρε πράτιγο για να ρτει!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pratigo
Πορτοθούρης
αυτός ή αυτή που γυρίζει απο πόρτα σε πόρτα Ρήμα : Πορτοθουρίζω αλλά και πορτοθουράω = γυρνάω αποπόρτα σε πόρτα και μιλάω, φλυαρώ, συζητάω. Συνήθως λέγεται για γυναίκες. Μεταφ. = Λείπω συνεχώς απο το σπίτι και το αφήνω ακατάστατο, αφρόντιστο..
«Καυχιέται τ' Αργοστόλι για το λούσο της κάθε μορφονιάς και πορτοθούρη!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. porta
Πομπή
ντροπή, κατηγορία, αισχρή πράξη
«Είναι μια πομπή! (=λέγεται για άσχημο άνθρωπο). Πομπή του τόπου! Πομπή τση γειτονιάς! Του φτωχού η πομπή στο κούτελο, του άρχοντα στο γόνα!»
Πετέγολος
Αλλά και πετόγολος = Ο φλύαρος, φαφλατάς, o καθόλου εχέμυθος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ petogolezzo, pettegola
Πετογολέτσα
Φλυαρία, μωρολογία.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ petogolezzo
Πέρονας
Αλλιώς και Περόνι = άξονας, πολύ μεγάλο καρφί
Ετυμολογία: κατ. παρφ. περόνης
Περφέτος
τέλειος, σωστός, ιδανικός Επιρρ. Περφέτα = άριστα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. perfero, perfeto
Πατρεντί
Αλλιώς και Πατιρντί = αναταραχή, αναμπουμπούλα
Πούντη
Αλλά και πούντηνε = Που είναι αυτή;
Πούντος
Αλλά και πούντοσης = που είναι αυτός;
Πύργια
Αλλιώς και πίργια = χωνί που χρησιμοποιείται για να μεταφέρουν υγρά σε δοχεία.
Πρωτολάτος
Αλλιώς και πρωτολάτης = Ο πρώτος ώριμος καρπός (βλ. πρωτολούβι)
Ετυμολογία: εκ του πρώτος ελαύνω ή πρωτόλειον
Προσμπούκι
το πρόχειρο γεύμα πριν το φαγητό
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bocca
Πρικός
Ο πικρός
«Η αγάπη ανάθεμά τη, στην αρχή είναι γλυκιά, μες τη μέση πιπερίζει(=καίει)και στο τέλος ειν΄πρικιά!»
Ετυμολογία: εκ παραφθ.
Πρεμούρα
Ανησυχία και ενδιαφέρον, βιασύνη, πόθος, μεγάλο ενδιαφέρον. Πρεμεράκουλο = εκφρ. ψάχνω κάτι εναγωνίως . Πρεμουράρω = πιέζω κάποιον να βιαστεί, αγωνιώ, βιάζομαι.
«Έχω πρεμούρα μέχρι να γυρίσει πίσω ο άντρας μου! Τώρα σε πιάσανε οι πρεμούρες αφέντη μου;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. premura,premurare
Προτσεσιό
Αλλίως και Πρετσεσιό = Η Λιτανεία, η πομπή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. processione
Πρέδα
Η λεία, αλλά και ζημιά σε χωράφια από πρόβατα, αλλά και ερωτοδουλειές
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. preda
Πράτιγος
α.Πεπειραμένος,
Πράματις
επιρ. πραγματικά
Πρεζάρω
Αλλιώς και πρεγάρω = α.προσφέρω, είμαι προσιτός, β. σέβομαι, εκτιμώ, υπολογίζω (Ιθάκη)
«Φάτες φίλες και κουμπάροι, απ'εκειό που δεν πρεζάρει! Την όμορφη φιλούν αητοί, την άσκημη όποιος βρεθεί κι εκείες που δεν πρεζάρονται για τιμημένες κράζονται!»
Πορτάδα
ο δίσκος με τα γλυκά που προσφέρεται σε καλεσμένους κυρίως σε γάμους
«Τρείς πορτάδες είχανε στο γάμο του γιού τους!»
Ετυμολογία: εκ του βεν. portada
Πουλογάνα
ο κρυψίνους, ο ευφυής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pulegana
Πουργαμέντο
To καθαρτικό λάδι Ρήμα : πουργάρω = παίρνω καθαρτικό λάδι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. purga, purgante
Πουράτζινο
Είδος μικρού χόρτου (Βοράγινον το φαρμακευτικόν), που χρησιμοποιείται και στα τσιγαρίδια. Μεταφ. λέγεται για το νέο και άτακτο παιδί, το ναζιάρικο, το πεταχτό.
Πούπετα
Αλλιώς και Πούπετις και Πούπετες = πουθενά, που
«Δεν τον βρίσκω πούπετα, έχει χαθεί!»
Πουντέλι
Το στήριγμα, ξύλινο υποστήριγμα κυρίως στ' αμπέλια
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pountello
Πουνέντες
Ο δυτικός άνεμος και το σημείο της δύσης του ήλιου.
Πορτόνι
η μεγάλη εξώπορταστην είσοδο της αυλής, του χωραφιού, του κήπου.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. portone
Πυρί
Η διάρροια
«Τον πήρε πυρί από κάτω!»
Πότα
επιρ. Πότε
«Πότα ήρτες; Πότα πίτα και φλασκί, πότα πίτα μοναχή! (Λασκαράτος)»
Ετυμολογία: εκ παραφθοράς
Ποστιάζω
Τοποθετώ με τάξη το ένα πάνω στο άλλο (πόστα), τακτοποιώ πράγματα
Πόρτο
Αλλιώς και Πορτέο = Το λιμάνι
Πορταδέλα
χειροποίητος μεντεσές σε παράθυρα ή πόρτες
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. portare, bertuelle
Πορόκλι
Βλ. και Ποργιά = α. φράχτης απο κλαδιά που κλεινει την είσοδο για να μην βγαίνουν τα ζώα, β.το κλίσιμο του κλιβάνου
Ετυμολογία: πορόκλειον, από το πόρος και κλειω
Πορδόμυλος
η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά όταν υπάρχει συνεχής αντιλογία και εριστική συνομιλία
Ποργιά
η είσοδος χωραφιού, μαντριού κλεισμένη με κλαριλα, διάβαση, πέρασμα
«Βγάλε την ποριά να μπούμε μέσα!»
Πόντα
Αλλιώς και Πούντα = α. κρύωμα, πλευρίτης. β. το μπροστινό μέρος του παπουτσιού(=το ποντίνι)
Πονόκαρδος
οίκτος, λύπηση
«Μέπιασε πονόκαρδος να τονέ βλέπως έτσι!»
Πόλσο
Αλλιώς και Πόνσο = Ο σφυγμός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ponso
Πομποφανία
ανόητες επιδείξεις
Ποδόχι
Λάκκος που πέφτει ο μούστος όταν πατιούνται τα σταφύλια στο λινό. Μεταφ. = κάτι το πολύ πλατύ
«Έχει στόμα ποδόχυ!»
Ποδολόγος
Αλλιώς και πιδολόγος = μια ποδιά που την έστριβαν κατάλληλα, την τοποθετούσαν στο κεφάλι οι γυναίκες που μετέφεραν τα λαγήνια. Αλλά και πανί διπλωμένο στριφτό προστατευτικό του κεφαλιού για μεταφορά βαρών.
Πιτιτέλι
ορεκτικό, καρίκευμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. appetito
Πίτσα
Αλλιώς και Πίτσι = παιχνίδι που παιζόταν με δεκάρες . Οι παίκτες ρίχνουν τις αμάδες τους (πέτρα που λέγεται στο παιχνίδι σάντες και πανω έχει νόμισμα) απο ένα καθορισμένο σημείο. Όποιος ρίξει τη δική του και πετύχει το σάντε, όσα νομίσματα έριξε τα παίρνει.
Πιτοπούλι
το ζυμάτι που περίσσευε όταν έπλαθε η νοικοκυρά για να ψήσει ψωμί ή να κάνει πίτες, Το έψηνε σα μικρή πίτα ή μεγάλο λαδοκούλουρο.
Πιστριά
Αλλιώς και πιστρό = παρδαλό, πολύχρωμο, παρδαλό κατσίκι
Πισσάρα (η)
Αλλιώς και ψάρρα = φυτό για σαλάτα και όσπρια, συγγενικό του αρακά
Πίντα
μέτρο χωρητικότητας λαδιού ή κρασιού
Πινομή
εξαιτίας σου, για το χατίρι σου, για χάρη
«Για πινομή σου δίνω δέκα φράγκα! Για πινομή σου μάτια μου, ό,τι μου πείς να κάμω. Να κάθομαι να διαμετρώ κλωνί κλωνί την άμμο! (Μεταλληνός)»
Πινιάτα
μεγάλη χάλκινη χύτρα, καζάνι
Ετυμολογία: εκ τ ου ιταλ. pigniatta, βεν. pignata
Πινακωτή
ξύλινο σκεύος για το ζύμωμα του ψωμιού
Πικιώνα
Μεγάλο φλιτζάνι, κύπελλο
«Είναι μια πικιώνα αυτός (μεταφ. πότης)»
Πικάρω
Πειράζω, τσαντίζω, ενοχλώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. piccare
Πικατάρατος
Ο διάβολος
«Ο πρώτος γάμος του Θεού, ο δεύτερος των ανθρώπωνε και ο τρίτος του πικατάρατου (Λειβαθώς)»
Πηαίνω
Πηγαίνω, πάω
«Πήαινε μ' ένανε που ξέρει για να μάθεις και συ κάτι!»
Πετροκόριθο
σταφύλι επιτραπέζιο
Πετρίτης
Είδος γερακιού
«Μάτια σαν του πετρίτη (= τα οξυδερκή)»
Πέτο
To στέρνο, το στήθος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. petto
Πετίνι (το)
Το τσόκαρο
Περικολόζος
Επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pericoloso
Περέσι
Επιρρ. = Ανοιχτό, διάπλατο (Ιθάκη)
«Το κάμνε περέσι! (παροιμία)»
Περγουλιά
Αλλιώς και περγουλάδα = η Κληματαριά
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. pergola
Περατζάδα
Η βόλτα
«Πηαίνω περατζάδα! (περνοδιαβαίνω)»
Πέρα περού
πέρα-πέρα, απο το ένα μέρος στο άλλο
Πειρί
Αλλιώς και πειρός = ο πίρος του βαρελιού
Ετυμολογία: εκ του πείρω
Πέζο
ζυγαριά, βάρος Ρήμα : Πεζάρω = Σταθμίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. peso
Πατρεμός
το Πάτηρ Ημών.
«Πατρεμός της Μεγάλης Πέφτης »
Πατέλα
Αλλιώς και πετάλα = Η πεταλίδα (θαλάσσιο κοχύλη κολλημένο σε βράχους) Πατελομανέστρα = σούπα με πεταλίδες και ρύζι
«Βρέξεις κώλο, φας πετάλα!»
Παταούδι
το υπερβολικό κρύο, παγωμένο, ξεπαγιασμένο (Ιθάκη)
Πάστρα (η)
Η καθαριότητα, η νοικοκυροσύνη. Μεταφ. με σαφήνεια, ειλικρινά, σταράτα.
«Μιλώ παστρικά! Η πάστρα είναι μισή αρχοντιά! (Λειβαθώς)»
Παστόκα
Αλλιώς και πατσανάτσα = το ψεύτικο αστείο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ
Πασέτο (το)
Το μέτρο
Παρτικουλάρω
Συνηγορώ, υπερασπίζομαι, υποστηρίζω, παίρνω το μέρος κάποιου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. particolare
Πάρτε διαόλοι βάγια
Έκφρ. Δηλώνει ασυδοσία
Παρμένος
Πιασμένος απο πόνους, αθριτικά ή ημιπληγία, Μεταφ. = ο δαιμονισμένος
Πάρλα
Tο κουβεντολόι. Παρλαδόρα = φλύαρη, πολυλογού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. parlare, parlatore
Παρί
παρά, μονάχα, εκτός
«Δεν έχω παρί δυο λεπτά! Γιατί κυρα δε με κοιτάς, που άλλη θροφή δεν έχω, παρί τα μάτια σου τα δυο κι όλο σε ΄κείνα τρέχω; (Λασκαράτος)»
Πρωτολούβι
ο πρώτος καρπός που ωριμάζει
Παρασάνταλο
Το άτομο που το σέρνουν απο εκεί κι απο δω χωρίς τη θέλησή του
Παρακουφάδες
εμβοές
«Έβγαλες παρακουφάδες; (=κουφάθηκες;)»
Παρακατούλια
Αλλιώς και παρακατάλια = τοπικό, λίγο πιο κάτω, υποδεέστερο
Παραζούζουλος
Ελαττωματικός, στραβός, ζαβός, με ατελή σωματική ανάπτυξη
Παπόρο
Αλλιώς και παπόρι = βαπόρι
«Σ' ενά παπόρο μέσα, όλοι μέσα όλοι μέσα (Καντάδα)»
Παγγέλο (το)
Κάθισμα στη βάρκα
Προνουτσιαμέντο
στάση, ανταρσία, επανάσταση
Ετυμολογία: εκ τ ου ιταλ. pronunciamento
Παντιέρα
Η σημαία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bandiera
Πρελεγατάριος
προκληρονόμος, προκληροδότημα. Πρελαζιόνε = προτεραιότητα, προτίμηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. prelegato, prelazione
Πανιάζω
γίνομαι ωχρός, άσπρος σαν το λευκό πανί. Το ρήμα σημαίνει κακοβράζω χόρτα, ωστε να κιτρινίσουν και να γίνουν σαν πανιά
«Πανιασμένα λάχανα»
Πρέντζιο
αξία, τιμή, εκτίμηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.it pregio
Πάλε
Πάλι
«Τι με θες πάλε;»
Ετυμολογία: εκ παραφθοράς
Παλαμίζω
σοβατίζω
Παΐζι (το)
μέρος, τόπος, χωριό
«Τί ζοφώδης ατμόσφαιρα και παράξενο παϊζι. Λες τ'ανθρώπου καλημέρα και γυρίζει και σε βρίζει!»
Πάκια (τα)
οι μυς της οσφυικής χώρας, αλλά και τα νεφρά
«Ωρέ μου πονάνε τα πάκια μου! Κουβάλησα τσι πέτρες και μουπέσανε τα πάκια μου!»
Παδέλα
τσουκάλι, χύτρα, πήλινη κατσαρόλα
«Τσ' Απόκριες και τσι τρινές και τη μουρδουλοπέφτη, διαλέπαρτην παδέλα μου κι αν μέσα κάτι πέφτει!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. padella
Παδέρνω
Περνάω άσχημα, ταλαιπωρούμαι!
«Όσα με κάνεις να τα παδείρεις! (Κατάρα)»

Ρ

Ρόγα
Ο μισθός, αλλά και η ανταμοιβή έμμισθου υπηρέτη ή στρατιωτικού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rogare
Ρεγκιστράρω
Αλλά και Ρεγιστράρω = Καταχωρίζω, πρωτοκολλώ. Ουσ. η ρεγκιστράδα 'η ρεγιστράδα = η καταχώρηση, η πρωτοκόλληση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. registrare
Ριμετέρω
Παραπέμπω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rimandare
Ρεπόστα
Εξήγηση, αφήγηση, αναφορά. Ουσ. Ραπόρτο (rapporto)
«Σιγά μη σου δώκω και ραπόρτο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rapportare, βεν. reportar
Ρόγγι 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Ρόγκι και Ρογγισιά = φωτιά σε λόγγο που μεταδίδεται γρήγορα στα ξερόχορτα. Στη Λευκάδα αναφέρεται ως βάτος, θάμνος, ζιζάνιο του αγρού. Ρογκίζω = καίγομαι, αλλά και ανάβω φωτιά Στη Λευκάδα καταγράφεται ως καθαρίζω χωράφι απο αγριόχορτα, εκχερσώνω.
«Ερόγγισε ο τόπος από τη βατσουνιά!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rogo,rogare
ρεσευω 🏛️ Κοινότητας
κακομαθαινω
ροζαμαπα 🏛️ Κοινότητας
μεγαλο τριανταφυλλο
Ροδοσταμένια 🏛️ Κοινότητας
Χαρακτηρισμός για κάποια πολύ ξεχωριστή.
«Να 'ρθεις ροδοσταμένια μου να σ' αποχαιρετήσω!»
Ριζάδα 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και ρυζάδα = Το ρυζόγαλο
«Έλα να φας μια ριζάδα!»
Ραμπαούνι 🏛️ Κοινότητας
κατασκευή με άγκιστρα, τσιγγέλια για τη ανάσυρση κουβά που είχε πέσει σε πηγάδι. Στη θηνιά λέγεται και αρπάδι.
Ρεστέλλο 🏛️ Κοινότητας
Κάγκελο, κιγκλίδωμα, ξύλινη οριζόντια κατασκευή που στηρίζεται πάνω σε μικρούς κίονες, αλλά και εμπόδιο. Ρεστελάδα : Κλείσιμο με κάγκελα.
«Κι έπειτα να κλείσουμε τουσ κλέφτες στην Ελλάδα, όλο το κράτος θα'πρεπε να γίνει ρεσταλάδα (Μολφέτας)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rastello&rastrello
Ρεκαμάδα ντεμέλα
Η κεντητή θήκη μαξιλαριού
«πολύ φιγουράτη είναι ευκείνη η ρεκαμάδα ντεμέλα.»
Ετυμολογία: Βεν.recamo
Ρεστόμπολα
Επιμήκες άσπρο κεντητό ύφασμα που χρησιμοποιείται για τον στολισμό του κρεβατιού,επίπλων του σπιτιού και της εκκλησίας.Η ρεστόμπολα είναι το υπολειπόμενο απο μεγαλύτερο τεμάχιο υφάσματος.
«Στρώσε την ρεστόμπολα στο κρεβάτι! «…τα στασίδια των γυναικών, στρωμένα πάντα με κάτασπρες ρεστόμπολες…»»
Ετυμολογία: Ιτ.invoglia di resta, Βεν. imboglia
Ρεμεσιέρης
Ο επιπλοποιός
«ο μαστρο Νικόλας ειναι καλός ρεμεσιέρης»
Ετυμολογία: ΒΕν. remesser
Ρεζιντένσα (η)
κατοικία που δεν είναι η επίσημη στην χώρα αλλά στην περιφέρεια και χρησιμοποιείται περιοδικά
«η σιόρα είναι στη ρεζιντένσα στη Σάμη.»
Ετυμολογία: Ιτ.residenza
Ράρο (το)
σπάνιο
«είναι ράρο λίμπρο.»
Ετυμολογία: Ιτ. raro
Ρουχουνίζω
Ροχαλίζω
Ετυμολογία: εκ του ρέγχω, ρόγχος
Ρουχούνισμα
Το ροχάλισμα
Ετυμολογία: εκ του ρέγχω, ρόγχος
Ρίτσιο
Αλλιώς και ρίτσο = κατσαρό, σγουρό
«Ρίτσα μαλλιά, ρίτσα φύλλα ή κλήματα»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. riccio
Ρουμπώνω
τρώω βιαστικά και κομπιάζομαι, στομώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rubare
Ρουμάνα
α. το μαρούλι β. είδος κτενίσματος των ανδρών (alla romana)
Ετυμολογία: εκ του salata romana
Ρούδι (το)
Το δεύτερο μεγαλύτερο βουνό της Κεφαλονιάς
Ρούγα (η)
ο δρόμος, η οδός
«Άσκημο στην κούνια κι όμορφο στη ρούγα! (Παροιμία Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: Λατ. ruta
Ρούγγλα
Αλλά και ρούγκλα = η πηχτή και κίτρινινη βλέννα της μύτης (μύξα)
Ετυμολογία: εκ του ρύγχος, ροή
Ροσοπίλια
αλλιώς και ρεσπίλια = Ερυσίπελας, ανεμοπύρωμα
Ρόντα (η)
βόλτα, γύρος, περίπολος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ronda
Ρονιές
Οι υδρορροές της στέγης, στα χωριά λέγονταν και νερονιές. Αλλά και τα αυλάκια του κεραμιδιού, το νερό που τρέχει απο τα κεραμίδια. Μεταφορικά εννοείται και το σπίτι.
Ετυμολογία: εκ του ρέω, ροή, ρανίς
Ρομπόλα
έιδος λευκού σταφυλλιού, παραδοσιακό κρασί της Κεφαλονιάς
«Τη μάνα σου τη μάγισσα ρομπόλα θα ποτίσω, να πέσει ν’ αποκοιμηθεί ναρτώ να σε φιλήσω! »
Ετυμολογία: Ιταλοφερμένη λέξη
Ρομαντσίνο
Αλλιώς και Ρομπαντσινα = η θορυβωδης επίπληξη, η λογομαχία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. romancina,rombazzo
Ροκέλλο
η κουβαρίστρα, το πηνίο=καρούλι, μασούρι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rocchello, rocchetto,rocello
Ρόιδο
το ρόδι
Ετυμολογία: εκ του ρωά, ροιά
Ροϊνάρω
καταστρέφω
«"Ο ήλιος ερροϊνάρισε τ' αμπέλια"»
Ροζόλι(το)
Αλλιώς και ροσόλι = είδος αρωματικού κεφαλονίτικου λικέρ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rosolio
Ρόζα (η)
Ρόζα = τριαντάφυλλο, Είδη τριανταφυλλιάς : α. Ροζαραμπάντε = αναρριχόμενη τριανταφυλλιά, β. Ροζαμάπα = μεγάλο και πλατύ τριαντάφυλλο, γ. Αρμπαρόζα, Ρήμα : Ροδίζω = αποκτώ υποκόκκινο χρώμα, ροζ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rosa
Ροδέλα
είδος πυροτεχνήματος με μορφή τροχού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ruota
Ρεφόρτσο
δυνάμωμα, αναζωογόνηση
Ετυμολογία: ίσως εκ του ιταλ rifocillare
Ριπιτίδι
η διάρροια
«"Τον πήγε ριπίδι"»
Ρίζεγο
αλλιώς και ρίσκιο = κίνδυνος
«"Είμαι σε ρίζεγο να χάσω το μάτι μου!"»
Ριπίζω
διασκορπίζω, σπαταλώ, ριπολογάω, χύνω Ριπή = διασκόρπιση, σπατάλη, αλλά και σφοδρότητα ανέμου (βλ. ανεμορριπή)
«"Ριπίζω τα λεφτά μου", "Ερρίπησα το λάδι", "Κήπος ξέφραγος, ρίπια λάχανα", "Αν δεν ραπίσεις σκύβαλα, δεν τσι μαυλάς τσι κότες"»
Ετυμολογία: Οι λεξεις αρχ. -ρίπιος = σκορπισμένος
Ρίμνα
δίστιχο, Ριμναδόρος = στιχουργός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.rima
Ριγανάδα
παραδοσιακό φαγητό με βρεγμένο ψωμί, λάδι και ρίγανη αλλιώς και θρουμπάδα, όταν αντί ρίγανης θρούμπι
Ρεχάτι
ανάπαυση (ρέμβος)
Ετυμολογία: τούρκικη λέξη
Ρετσέτα
α. ιατρική συνταγή, β. δάνειο άμεσο, γ. συνταγή μαγειρικής
Ετυμολογία: α. εκ του ιταλ. retseta, β. βενετικά receta, γ. ricetta
Ρεσεμένος
παραχαϊδεμένος, κακομαθημένος, ιδιότροπος, πεισματάρης. Ρεσεύω = κακομαθαίνω, κάνω κάποιον να ανποκτήσει ελαττώματα, ιδιοτροπίες. Αποκτώ ιδιοτροπίες. Ρέσεμα = ιδιοτροπία.
«"Τα χάδια φέρνουνε ρεσέματα"»
Ετυμολογία: εκ του αιρεσεύω-αίρεσις
Ρεπόσο
Αλλιώς και ριπόζο = ανάπαυση, ρεπό, άνεση, με το πάσο μου, με την ησυχία μου Ρήμα : Ρεποζάρω = αναπαύομαι
«"Κάνω τσι δουλειές μου με το ρεπόσο μου"»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. riposo
Ρεπόρτο
αναφορά, έκθεση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rapporto
Ρεπόμπο (το)
Κατσάδα, επίκριση, μάλωμα
Ρέπεδο
ερείπιο, κατεστραμμένο κτίριο μεταφ. = έχασε τα πάντα
«"Δεν τουμεινε ρέπεδο"»
Ρεουσίρω
πετυχαίνω, προκόβω, αλλά και σταθεροποιούμαι Ρεουσάρισμα = το αποτέλεσμα
«"Ξέροντας πώς στα μέρη μας καμία νόσος άλλη, δεν ρεουσίρει σαν αυτή, αφού δε βρίσκεται ένας, που να'χει οπωσδήποτε με ρέγουλας τας φρένας" Μολφέτας»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. riuscire
Ρεντίκολο
Ρεζϊλης , γελοίος.
Ρεντικολέτσα
ρεζιλίκι, γελοιοποίηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. redicolezza
Ρεντικολάρω
Γελοιοποιώ, ρεζιλεύω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ridicolare
Ρεάλι (το)
νόμσμα επί Ενετών
Ρέντα
α. δρόμος και ρεντάκια=τρεχάκι β. μεταφ. δυσβατος δρόμος, μονοπάτι Ρεντάτος = τρεχάτος Ρεντεύω= τρέχω
«"Τάβαλε στα ρεντάκια" = έφυγε τρέχωντας, "Στου λαγού τη ρέντα" (μεταφ. = δύσβατα μονοπάτια)»
Ρέμπελος
α.άτακτος, αλήτης β. μεταφ. =αστατος
«"Περπατεί ρέμπελος", "Χειμώνας ρέμπελος"»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ribelle
Ρεμπάρτα
Αλλιως και ρεμπέρτα = η φίντα(βλ.) του παντελονιού, το φερμουάρ
«Η ρεμπάρτα του δεν έχει μήτε ένα κουμπί για δείγμα! »
Ρεμέδιο (το)
θεραπευτικό φάρμακο, ανακούφιση, αποκούμπι. Ρήμα : Ρεμεδιάρω = παίρνω φάρμακα, θεραπεύω. Ρεμέντιο = το φαρμάκι
Ετυμολογία: εκ τ ου ιταλ. rimedio
Ρεμέντζο
Αγκυροβόλιο, προσορμιση, μανούβρα στο αγκυροβόλιο. Μεταφ. στομαχικό ανακάτεμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ormeggio
Ρεμενάτο
Βλ. βόρτο = Η θολωτή κατασκευή εισόδου των παραδοσιακών σπιτιών
Ρεγουλάρω
κανονίζω κάτι σε μηχάνημα, ρυθμίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. regolare
Ρεγγέρω
Κυβερνώ, διοικώ, διευθύνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Reggere
Ρεγάλο (το)
Αλλιώς και Ριγάλι και Ριγάλο = δώρο, φιλοδώρημα, Ρήμα : ρεγαλάρω = φιλεύω
«"ρεγάλα τση νύφης"»
Ρεβερέντζα
χαιρετισμός, υπόκλιση με σεβασμό
«Μικρές, μεγάλες, όλες σε κοιτάζουνε και δίχως να μιλούνε στο φωνάζουνε, με κάτι ρεβερέντζες που γνωρίζουνε, πως ό,τι τους γυρέψεις στο χαρίζουνε!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Riverenza
Ράπη(η)
Το στέλεχος του σταχιού που απομένει μετά το θερισμό. Οι καλαμιές που μένουν στο χωράφι μετά το θερισμό.
Ετυμολογία: εκ του ράπα (καλάμι) και ραπίς(ραβδί)
Ραξίνι (το)
Μαύρος σκούφος κληρικού μόνον για το σπίτι ή σε αγροτικές εργασίες. Ραξίνια φορούσαν στο κεφάλι και ταμμένα σε Αγίους παιδιά. Σκουφί παπαδίστικο για μικρά παιδιά
Ραμολιμέντο
Αλλιως και ραμολίδος = ξεκουτιάρης, ξεμωραμένος
Ρακογυάλι
Το ποτήρι για ρακί
«Μήπως εδιάβηκες ποτέ κανένα καρναβάλι οπού να μην εστράγγιξες του Τζων το ρακογιάλι;»

Σ

Σιλιβερδός 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Σιλβέστρος = ο πολύ αδύνατος, ο ισχνός, ο λιπόσαρκος. Συνήθως λέγονταν για αδύνατα κορίτσια.
«Μωρέ σιλιβερδό εγίνηκες! Τρώε τίποτις!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. silvestre
Σβέρτος 🏛️ Κοινότητας
Ο γρήγορος, ο ταχύς, ο ευκίνητος, ο εύστροφος, ο σβέλτος εκ παραφ. Σβελτέτσα (η) αλλά και Σβερτάδα = εκ παραφ. σβελτάδα, γρηγοράδα, ταχύτητα, ευκινησία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. svelto, sveltezza
Σκούλινο
Κατασκευασμένο από χοντρό λιναρίσιο νήμα.
Ετυμολογία: εκ του σκόλυς
Σάλδο (το)
Η εξόφληση, το υπόλοιπο του λογαριασμού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. saldo
Σβημένος 🏛️ Κοινότητας
Μεταφορ. για κάποιον που έχει εξαντληθεί από την πείνα
«Μωρή Βαγγελία μου, σβήστηκα από τη πεινα, δώκε μου ένα μπουκούνι ψωμί!»
Σκάπουλος 🏛️ Κοινότητας
Αυτός που τη σκαπουλάρισε, που γλίτωσε, ο διαφυγών, ο ελεύθερος, ο διασωθείς
Ετυμολογία: εκ τοου ιταλ. scapolo
Σκαμνόμαγκο (το) 🏛️ Κοινότητας
Κάθισμα τραπεζιού του οποίου το εσωτερικό εχρησιμοποιείτο και ως αποθηκευτικός χώρος. (Φαρακλάτα)
Ετυμολογία: σκαμβός, σκίμπους
Σεγάτσο (το) 🏛️ Κοινότητας
Το μεγάλο χειροκίνητο πριόνι με δύο λαβές που χειρίζονταν δύο άτομα, αλλιώς και σέγα (η)
Σιασκούρα(η) 🏛️ Κοινότητας
Το πήγαινε έλα με πονηρές κρυφοκουβέντες, πολλά σούρτα-φέρτα. Συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό.
«Εσύ με το μικρό κορμί με τσ' Ελληνικούρες, σε δρομους λιγοδιάβατους μην κάνεις σιασκούρες!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. sia scia, sicut-era, daccapo a far le stessa cosa
Σβενιμέντο (το) 🏛️ Κοινότητας
Λιποθυμία, ζάλη
«Όπου να μην εχόρτασες το πλούσιο τραταμέντο , κι από το ρίξε μέσα σου, θα σώρτει σβενιμέντο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. svenimento, svenire
Σαρίχι (το) 🏛️ Κοινότητας
Η τρύπα του λινού προς το ποδόχι. Τα σταφύλια τα πατούσαν στο λινό και ο μούστος έτρεχε στο ποδόχι. Ιαα να μην φεύγουν οι ρώγες έβαζαν στη τρύπα ένα κομμάτι θρούμπα κι έτσι έτρεχε μόνο ο μούστος.
Σεντόνα (η) 🏛️ Κοινότητας
Ονόμαζαν έτσι ενα τεράστιο τσουβάλι φτιαγμένο από πολλά μαζί. που τα έραβαν με σπάγγο και σακοράφα και κουβαλούσαν τα άχυρα από μακριά.
Σαμονίτσα 🏛️ Κοινότητας
1.Το αυτοφυές ήμερο λάχανο, το οποίο φυτρώνει απο σπόρους που έχουν πέσει στο έδαφος. 2.Ντομάτες μετά την εποχή τους που απομένουν στο φυτό και ωριμάζουν τέλη Σεπτεμβρίου (πληροφορητής). 3. Αγριόχορτο, αγριογένημα που μοιάζει με τη βρώμη (Avena sativa).
«Σαμονίτσα σινάπι!»
Σαμάκι (το) 🏛️ Κοινότητας
Πυρετέχνημα,συνήθως η ροκέτα για το Πάσχα
Σγράβανο (το) 🏛️ Κοινότητας
Η τσουγκράνα εκ παραφρ.
Ετυμολογία: γράβαλο
Στασινάρω 🏛️ Κοινότητας
Στα Επτάνησα χρησιμοποιούνται εως και σήμερα οι όροι στασίνο (= εκβιασμός) και στασινάρω = ληστεύω, πιέζω, εκβιάζω. Ακινητοποιώ, συνήθως με βίαιο τρόπο, αλλά και ξαφνιάζω, τρομάζω. Στασιναμέντο = η φθορά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. assasinare = φθείρω
Σαρταούνια (τα) 🏛️ Κοινότητας
οι κάλτσες, χρησιμοποιείται κυρίως στην περιοχή της Παλλικής
Σκαρμός (ο) 🏛️ Κοινότητας
1. Ο πάσσαλος στην κουπαστή, στον οποίο δένεται το κουπί. 2. Το ψαρι λούτσος (Sphyraena sphyraena)
Ετυμολογία: σκαλμός
Σαμπιέρος (ο) 🏛️ Κοινότητας
το Χριστόψαρο κατά παράφ. τηλς λέξης σανπιέρος (Zeus faber, ζευς ο σιδηρουργός). Χρησιμοποιείται κυρίως στην περιοχή του Ληξουριού
Σακούδα (η) 🏛️ Κοινότητας
Μεγάλος θηλυκός πράσινος βάτραχος, λέγεται και ειρωνικά για γυναίκα ατημέλητη
Σαϊγκλάρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Η ψηλή άγρια άχαρη γυναίκα, στην περιοχή των Ζόλων
Σερπετάσι (το) 🏛️ Κοινότητας
εκ παραφ. το Σιφερτάσι = Το μικρό δοχείο φαγητού.
«Γιόμιστω το σερπετάσι να χορτάσουν οι εργάτες!»
Σταχτιάρω (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς Σταχτιαρού= παρέμεινε από το παραμύθι της σταχτιαρούς και σημαίνει αυτή που της αρέσει να μένει στο σπίτι, η οποία έχει αφιερώσει τον εαυτόν της στο νοικοκυριό, στο μαγείρεμα, με κάποιο τρόπο δίπλα στη στάχτη. Χρησιμοποιούνταν κυρίως στην περιοχή των Δαυγάτων και λέγονταν για τις γάτες που κάθονταν κοντά στις στάχτες, δίπλα στη φωτιά.
«σύρενε σταχτιάρω καλιά σου!»
Σέττε (το) 🏛️ Κοινότητας
Η στενή πλευρά μιας οικοδομής. Η προσθήκη σε ένα κτήριο, σε σχήμα επτά ή γάμμα. Μεταφ. σήμαινε ένα μέρος που δεν νοιώθεις άνετα ή νοιώθεις δυσφορία.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. sette
Σγουριά (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και σγούρισμα = χτύπημα, πέσιμο
Σάρωμα (το) 🏛️ Κοινότητας
Το σκούπισμα
«Πάρε τη σαρώστρα και έβγα έξω να σαρώσεις τα φύλλα τση βερυκοκιάς, εγιόμησε ο τόπος απο δαύτα!»
Ετυμολογία: Εκ του αρχ. σάρωθρον
Στρουθούλι 🏛️ Κοινότητας
Μικρό χόρτο για τσιγαρίδια, το άγριο σπανάκι (Blitum bonus-henricus)
Στουντιάρω 🏛️ Κοινότητας
Μελετάω, σπουδάζω, φοιτώ
«στουντιάρει τα μαθήματα»
Στεφανοφόρι 🏛️ Κοινότητας
Η θήκη για τα στέφανα του γάμου (Ληξούρι)
«το στεφανοφόρι είναι κρεμασμένο στα κονίσματα»
Σμπακιά(η) 🏛️ Κοινότητας
Η πετριά. Παίζανε σμπακιές (= πετροπόλεμο).
«Του 'ρίξα μια σμπακιά που του φύγε η ανάσα!»
Σκριτόριο (το) 🏛️ Κοινότητας
Το δωμάτιο που χρησιμοποιείται σαν γραφείο και περιέχει και βιβλιοθήκη
«Ο σιορ Γερασιμάκης σε ασπετάρει (= περιμένει) στο σκριτόριο.»
Σκριβανία 🏛️ Κοινότητας
Το μικρό έπιπλο-γραφείο, το οποίο ήταν συνήθως τοποθετημένο στον κοιτώνα. Σκρίβανος = ο γραμματικός. Σκρίβαν - γκράντε = ο ανώτερος διορισμένος ισόβιος διαχειριστής ευαγών ιδρυμάτων.
«Η σκριβανία ειναι κάρινη(από ξύλο καρυδιάς)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scrivania, scrivan grande
Σκαμπέλο (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Σγκαμπέλο = Το κομοδίνο. Αναφέρθηκε και ως σκαμνί (Λευκάδα)
«καθήσανε απά στο σγκαμπέλο .»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. sgabello
Σελαρέτ 🏛️ Κοινότητας
Επιτραπέζιο φορητό έπιπλο από πολύτιμο ξύλο που φέρει θήκες για μποτσίδια(=φιαλίδια)ροσολιού(=λικέρ)και κοντεζίνια (=ποτηράκια)κεράσματος.
«Το σελαρέτ είναι επάνω στη ροτόντα του σαλονιού.»
Σεκρέτο 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Σεγκρέτο = κρύπτη σε έπιπλο, το μυστικό, η συμφωνία
«το σεγκρέτο του κομού.»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. segreto, secreto
Σίφουνας (ο) 🏛️ Κοινότητας
Είδος παιχνιδιού. Ο χαρταετός.
Συνεβγάνω 🏛️ Κοινότητας
Κηδεύω κάποιον με δικά μου έξοδα, προπέμπω το νεκρό. Ξεπροβοδίζω κάποιον που αναχωρεί. Συνέβγαλμα = η κηδεία.
«Χασμουρητό, αρχοντικό συνέβγαρμα (παρ. Αργοστόλι). Λέγεται, όταν κάποιος σε βαριέται και σε απομακρύνει με τρόπο ευγενικό»
Ετυμολογία: συν -εκ -βάλλω
συμπάω 🏛️ Κοινότητας
Ταχτοποιώ τα ξύλα στη φωτιά για ν' ανάψει, συδαυλίζω, φυσάω τη φωτιά για ν'ανάψει.
«Και γριά δεν έχει μείνει να συμπίσει τη φωτιά..!»
σταλωνω 🏛️ Κοινότητας
ωριμαζω
Σπιτοκαθισιά 🏛️ Κοινότητας
Το οικόπεδο μέσα στο οποίο υπάρχει σπίτι. Αναφέρεται έτσι στην περιοχή Ερύσσου. Συναντάται όμως και στην Ικαρία.
«έχω μια μικρή σπιτικαθισιά στον Αγριλιά»
σταγκωτης 🏛️ Κοινότητας
γανωματης
σπετσιερης 🏛️ Κοινότητας
φαρμακοποιος
Σκαρπόξυλο (το) 🏛️ Κοινότητας
έκφρ. λέγεται όταν δεν έχει μείνει εντελώς τίποτα.
«Τα έκαψε όλα η φωτιά, δεν έμεινε σκαρπόξυλο!»
Σικιάρικος 🏛️ Κοινότητας
Ο χαμηλός και πλατύς κουβάς από πολύ χοντρή λαμαρίνα. Καταγραφή από την περιοχή της Κρανιάς (Σπυρογεράσιμος Καππογιαννάτος, Κοκκολάτα, γεν. 1922) Το χρησιμοποιούσαν και στη σπορά γιατί ήταν πλατύς, δεν εμπόδιζε το χέρι και δεν κούραζε τον αγρότη.
«Φέρ'το σικιάρικο ν'αρμέξω!»
Σιγοντάρω 🏛️ Κοινότητας
Έπομαι, ακολουθώ, βοηθώ, ενισχύω, ευννοώ. Τραγουδάω δεύτερη φωνή. Σεγόντο= η δεύτερη φωνή στην καντάδα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. secondare
Σμπαρλάδος 🏛️ Κοινότητας
Ο παλαβός, ο ανισόρροπος, ο τρελλός. Σμπαρλάρω = αρχίζω να χάνω τα λογικά μου. Σμπαρλάρισμα = παλαβομάρα.
«Μην του δίνεις σημασία, είναι σμπαρλάδος»
Σταλώνω 🏛️ Κοινότητας
Μεστώνω, ωριμάζω. Χρησιμοποιείται κυρίως στη Λευκάδα
«Σταλώσανε τα καούνια, πάμε να τα κόψουμε!»
Ετυμολογία: σταλίς
Σενιάρω 🏛️ Κοινότητας
Αντιλαμβάνομαι, διακρίνω, αναγνωρίζω αλλά και Τακτοποιώ
«Έλα να σενιάρουμε το σπίτι, θάρτουνε (=θα έρθουν) βίζιτες (=επισκέψεις) το απόγιομα (=απόγευμα).»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. segnare
Σβολιάς 🏛️ Κοινότητας
Ο σωρός από πέτρες που μαζεύονται καθαρίζοντας τα χωράφια. Αλλιώς και Βολιάς στην Ιθάκη
Ετυμολογία: εκ του αρχ. βῶλος
σκάτουλα με τα κιακια 🏛️ Κοινότητας
το κουτί με τα σπιρτα
«που έβαλες τη σκάτουλα με τα κιακια;»
Σκρούμπος 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Σκούμπρος = το παστό ψάρι σκουμπρί. Μεταφ. = ο πολύ καμμένος , που έχει γίνει κάρβουνο.
«Το κοτόπουλο γίνηκε σκρούμπος»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scrupolo
Σκορπλέτσα 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και σκορπέτσα = τα άτακτα παιδιά, τα ανυπάκουα
«μαζεύτηκε όλη η σκορπετσαρία και χαλάσανε τον κόσμο»
Σημαίνω 🏛️ Κοινότητας
Χτυπάω τις καμπάνες. Σημαίνω μονά = με μία καμπάνα. Σημαίνω διπλά = με δυο καμπάνες. Σημαίνω διπλοκάμπανο. Σημαίνω νεκρικάτα. κ.ο.κ μεταφ. σπάω το κεφάλι κάποιου.
«Μου εσήμανε το κεφάλι με την πετριά που μου ρίξε! »
Σταφυλιώνας 🏛️ Κοινότητας
Η σταφυλή του φάρυγγα.
«Μου κατέβηκε ο σταφυλιώνας απ’ τσι γκαριξιές!(=βράχνιασα)»
Σπολλάιτις
Εκφρ. Τί να πει κανείς!
«Άρκοντες Κουρκουμελάδες…γρίτσι-γρίτσι(=έτοιμοι για καβγά)οι Ντομάδες, ραπανάκια Σβορωνάδες…και Μηνιές, σπολλάιτις! (Λειβαθώς)»
Στάτουα 🏛️ Κοινότητας
Το άγαλμα, ο ανδριάντας
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. statua
Σκάρσο 🏛️ Κοινότητας
Το λειψό, το ελλιποβαρές. Σκαρσιτά = η πράξη, ο κίβδηλος χαρακτήρας. Σκαρσομέτι = η ζωοκλοπή
«Σκάρσο κιλό είν τούτο το ψωμί. »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scarsa, πληθυντικός: scarsi/scarse
Σόλιο 🏛️ Κοινότητας
Χαρτοπαιχτικό παιχνίδι, το οποίο παιζόταν με 4 παίχτες. Είτε καθένας μόνος του, είτε κολεϊδάτο.
Ετυμολογία: λέξη ιταλοφανής
Σαρώστρα 🏛️ Κοινότητας
Η σκούπα. Σάρωμα = το σκούπισμα
Συνταορίζω 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και σαρανταορίζω = αναστατώνω, σπέρνω τον πανικό, προκαλώ ταραχή. Συνταουρίζομαι = ξεσηκώνομαι, επείγομαι,ετοιμάζομαι, αλλά και συγχρονίζομαι
«Συνταοριζόμαστε για το πανηγύρι!»
Ετυμολογία: συντα η ώρα; (Μοσχόπουλος)
Σώνω 🏛️ Κοινότητας
Φτάνω, προφταίνω,
«Να μη σώσεις και να μη φτάσεις! (Κατάρα). Στου Χάρου τσι λαβωματιές, βότανα δε χωρούνε, ούτε γιατροί που σώνουνε, ουτ’ άγιοι που βοχτούνε.(Παλλική) »
Σκάντζος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Σκαντζαούνι ή Σκαντζόχερας = Ο σκαντζόχοιρος. Μεταφορικά ο άσχημος ή δύστροπος άνθρωπος
Σκιβάρω 🏛️ Κοινότητας
Αποφεύγω, υποχωρώ, οπισθοχωρώ,υποκρίνομαι, σέβομαι, ντρέπομαι να κάνω κάτι, δεν είναι σωστό.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scivare
Σιάχνω 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και σιάζω = φτιάχνω, διορθώνω, ρυθμίζω.
«Τα στραβά μας παραθύρια, τα χρυσά φλουριά τα σιάζουν! Μ'έκλεψες μωρέ θα εγώ θα σε σιάξω!»
Ετυμολογία: κατ. παρφθ.
Σπαρτσάρω 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και σπατσάρω = τελειώνω, χαλάω, ξεμπερδεύω, αλλά και διώχνω, εγκαταλείπω, αποτελειώνω.Κυρίως χρησιμοποιείται στη Λευκάδα. Σπαρτάρισα = τελείωσα τη δουλειά μου. Σπάτσιο = διάστημα. Σπαρτσαμέντο = για περιορισμένο διάστημα (πληρ. Αντ. Νεοχ.)
«Δίνω τα σπάτσια! (=διώχνω κάποιον, κάτι)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spazzare
Σόμπολα 🏛️ Κοινότητας
Ενδιάμεσες μικρές πέτρες, για την κάλυψη κενών κυρίως σε τοίχους ή μπάζα. σωρός από πράγματα. Σόμπολο = υποστήριγμα για ευστάθεια.
Ετυμολογία: εκ του έσω + εμβάλλω ή έσω +βώλος
Στρέπετο
Αλλιώς και Στρέπεδο = φασαρία, θόρυβος, πάταγος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ strepito
Σουρτούκος-α
άμοιρος, άτυχος. ταλαίπωρος
Σκαλέτα (η)
Κόλπο, τέχνασμα, πονηριά, ραδιουργία
Σαρμούτσα (η)
Σφυρί των μαραγκών με σχισμή για να βγαίνουν οι πρόκες
Σαμιαμίδι (το)
Αλλιώς και σαλαμίδι = Μικρό σαυράκι που ζει στους τοίχους των σπιτιών και τρώει μύγες, κουνούπια, αράχνες κλπ. Θεωρείται δείγμα καλοτυχίας.
Σαλαβρίχι (το)
Μικρή και γρήγορη σαύρα
Ετυμολογία: σαλάμβη, σαλαμάνδρα, ιταλ. salubrica -ico
Σκαλτσούνι (η)
Αλλά και σκαρτσούνι = η κάλτσα
«Κυρά που κάθεσαι ψηλά και γνέθεις το βαμπάκι, δώσμου μου κι εμένα μια κλωστή, να κάμω σκαλτσουνάκι! (Λασκαράτος). ...Έπλεναν σκαρτσούνια για πούλημα ή ξεμπουζάκωναν(επιδιόρθωναν) με πληρωμή τα μισολυωμένα...(Λουκάτος)»
Στράτσα
Πατσαβούρα, ξεσκονόπανο, Μεταφ. για γυναίκες αναξιοπρεπείς, αλλά και για κάτι ευτελές
«Έλα μωρή στο σπίτι μου να ιδείς και να θαυμάξεις. Ούτε στρατσί να σφογγιστείς ούτε σκαμνί να κάτσεις! (Λασκαράτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. straccio
Στιβάλια
Ψηλά παπούτσια, μπότες
Σπεράντζα
Ελπίδα, η μεγαλυτερη άγκυρα του πλοίου, η άγκυρα της ελπίδας
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. speranza
Σπέντζερι
Αλλιώς και Σπεντσέρι = Επίσημη μακριά ζακέτα της βελάδας
Σγαριλιά
η διαβολιά
Σώσεψε
Αλλιώς και σώσαψε = σάπισε
Σφουγγάτο
Αλλιώς και σφογγάτο = ομελέτα. Λέγεται και για το ψωμί το σπογγοειδές λόγω του καλού του ψησίματος
«Έχει κόπο το σφογγάτο, όσο να σου πούνε φάτο (Παλλική)»
Σωκάρδι (το)
Παλιό γιλέκο σταυρωτό, που φοριόνταν απο άνδρες και γυναίκες
«Οπώχει χρεία να ντυθεί, σωκάρδια δε χωρίζει! (Λειβαθώς)»
Σφοντύλι (το)
Ξύλινο βαρίδι διάτρητο, μέρος του αδραχτιού, το στριφτάρι της ρόκας
Σφόντυλα (τα)
οι σπόνδυλοι
Σφίγκλα
Αλλά και σφίγγλα = η καρφίτσα ραπτικής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spilla
Σφαλιάζομαι
Πεθαίνω χωρίς να γεννήσω το παιδί, Μεταφ. : έντονη ανάγκη για ούρηση Σφαλιάκλα = η γυναίκα που γενάει νεκρό παιδί
«Άφησέ με να κατουρήσω γιατί εσφαλιάστηκα»
Σφαλαγγουνιά (η)
ιστός αράχνης
«Γιόμισε ο τόπος σφαλαγγουνιές!»
Σφαή (η)
σβέρκος, ο αυχένας
«Ο λύκος έχει χοντρή τη σφαή του, γιατί κάνει τη δουλειά του μόνος του!»
Συφτάνω
Αλλιώς και συφτάω = καταφθάνω, επαρκώ, προλαβαίνω.
«Κατάρα : Να μη συφτάσεις να πας! Όρκος : Να μη συφτάσω να πάω στο σπίτι μου!»
Συχέριο
Αλλιώς και Συβόχτιο = κοινή προσπάθεια, συγχέριο, βοήθεια
«Τση μοναχονοικοκυράς, πρώτο συχέριο η έγνοια της!»
Συντροδή
Αλλιώς και Σύντροδο = οχλαγωγία, φασαρία, καυγάς (βλ. ντροδίζω= φωνάζω δυνατά, ενοχλώ με φωνές)
Συνόσκαλος
Συνομήλικος
Συνατοί μας, σας, τους
μόνος, μεταξύ μας, ανάμεσά μας
«Θα μιλήσουμε συνατοί μας (θα τα πούμε μεταξύ μας)!»
Ετυμολογία: συν + εαυτός
Συνεμπάζω
σοδιάζω τους καρπούς της σταφίδας συνήθως
«Παναγιά συνεμπάστρα (το Γενέσιο της Θεοτόκου)»
Συμπούρμπουλοι
όλοι μαζί
Συμπαγαδώνω
Διορθώνω κάπως, καθησυχάζω, ηρεμώ κάποιον. Λέγεται και για τον καιρό όταν βελτιώνεται.
«Εσυμπαγάδωσε τη δουλειά του! Ο καιρός συμπαγαδένει!»
Συμμάζω
συμμαζεύω, τακτοποιώ.
«Μωρή διαολεμένη, διαόλου θηλυκό, σύμμασε τα μυαλά σου, μη γίνει φονικό!»
Συλίντριχος
Αλλιώς και συλίντρεχος = τρεχάτος, γρήγορος, βιαστικός
«Έφυε συλίντριχη και επήε σπίτι τση!»
Συθέμελα
από τα θεμέλια
Συγκάρτσελοι
όλοι μαζί, με μια φωνή
Συγύρι
Αλλιώς και Συγύριο = νοικοκύρεμα, συγύρισμα
Σύβισμα
Ταίριασμα δυο βοδιών στο αλέτρι. Μεταφ. : Συβάσματα = Οι αρραβώνες
Στρουμπάρα
ασθένεια των αιγοπροβάτων που προέρχεται απο βρεγμένο χόρτο, περιτονίτις
Συγκάνω
ταιριάζω, συμφωνώ
«Αν σμίγουν τα Δεματορά με το καημένο Ρίφι, τότενες, θα συγκάνουνε η πεθερά κι η νύφη! (Παλλική)»
Στρίφτουλας
Αλλιώς και σβούρος = Η σβούρα
Στριφογκωνιάζω
Αλλιώς και Στριφογκόνομαι = αισθάνομαι δυσφορία και μαζεύομαι απο τους πόνους των εντέρων της κοιλιάς. Μεταφ. = στριμώχνω, υπεκφεύγω
Στρατόνι
μικρός δρόμος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stradone
Στραπατσάδα
α. Κεφαλονίτικη συνταγή με ντομάτες και αυγά ανακατεμένα στο τηγάνι. β. ταλαιπωρία, ακκοποίηση, ανακατωσούρα
Ετυμολογία: εκ τ ου ιταλ. strapazzare
Στρακώνω
Στρώνω, πλακώνω
Στραβοκατακλειδιασμένος
Αυτός που στραβώνει τα μούτρα του, στραβωνει το σαγόνι του.
Στραβονιτεσεράδος
ασυνεπής στις συναλλαγές του (Ιθάκη)
Στουπίρω
μένω έκπληκτος, ξαφνιάζομαι.
«Άκουσα τα νέα και εστουπίρησα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stupire
Στόσμιγο (το)
Στάρι και κριθάρι ανακατεμένα. Μεταφορ. = το μείγμα.
Στιμάρω
εκτιμώ, σέβομαι, αναγνωρίζω την αξία.
«Σου 'κανα τόσες εξυπηρητήσεις κι εσύ δεν το στιμάρισες!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stimare
Στεντάρω
Κουράζομαι για να πετύχω το σκοπό μου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stendare
Στένεψη
δύσπνοια, άσθμα, Μεταφ. : στεναχώρια
Σταμπιλίτος
αυτός που πληρώνεται για να κάνει κάτι ασχημο, κακό
Στελιάζω
Στυλώνω, στήνω, στηρίζω
Στεβέντουλο
δεκανίκι, πατερίτσα
Σταφνισμένος
Αλλιώς και σταφνιασμένος = Λογικός, συνετός, προκομμένος, μυαλωμένος.
Στατέρι
Είδος ενετικών σταθμών
Στασιδιώνομαι
κάθομαι, μένω στο στασίδι
Στανιάρω
Σφίγγω, δένω, στεγνώνω.
«Και για να κάμει η χάρη του, ακόμα θαύμα ένα, να μας στανιάρει τα μυαλά πούναι νερουλιασμένα!»
Σταμνί
Μονάδα μέτρησης κρασιού = 94 πίντες
Σταλός
α. Το σκιερό μέρος συνήθως κάτω απο δένδρα που κάθονται τα πρόβατα. β. Σκληρός
«Τα φασολάκια σταλώσανε και δεν βράζουνε και δε μασιόνται!»
Σταγκώνω
γανώνω, στεγανοποιώ.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stagnare
Σπορίζω
α. ραγίζω, β. αρχίζω να κλαίω, γ. ρινορραγία, δ. έχω διάρροια
«Το φαϊ που έφαγε τον σπόρισε! Εσπόρισε η μύτη του!»
Σπολέτα
Το φυτίλι που άναβαν τους δυναμίτες
Σπολάιτη
Αλλιώς και σπολαήτις = Εκφρ. εις πολλά έτη. Μεταφ. : Ευχαριστώ, χαλάλι.
«Σε δούλεψα με πλήρωσες, σπολάιτη των χεριών μου!»
Σπίλα
Αλλιώς και Σπήλα και Σπίλλα = καρφίτσα κόσμημα, παραμάνα. Κάποιες φορές και η τρύπα στην πρόσοψη του βαρελιού που μπαίνει ο πύρρος.
Ετυμολογία: εκ τουιταλ.spilla
Σπιανάδα
Η πλατεία, η αλάνα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spianata
Σπετσαριό
Αλλιώς και Σπετσιαρία = Το φαρμακείο. Σπετσιέρης = Ο φαρμακοπειός
Σπερνά
κόλλυβα, όχι μόνο στα μνημόσυνα αλλά και στα πανηγύρια
Σπελτσιαμέντε
Ειδικά, κυρίως, προπάντων
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.specialmente
Σπετάκολο
εξαιρετικό θέαμα. Σπετακολόζος = θεαματικός, θαυμαστός, μεγαλοπρεπής.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spetta coloso
Σπαρτσίνα
λεπτό σχοινί, πολύ χοντρός σπάγγος
«Μ' αφού απο φιλότιμο δεν έμεινε μπουκούνι (κομμάτι), φωνάζω : Όλοι θέλουμε, σπαρτσίνα και σαπούνι.»
Σπάος
Αλλιώς και καννάβι = σπάγγος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spago
Σπαλέτα
γυναικεία εσάρπα, σάλι, μπέρτα, φτιαγμένη πλακτή απο πρόβειο μαλί.
Σπακάδα
επίδειξη, καύχημα, περηφάνια. Σπακαδόρος = επιδειξίας, ρεκλαμαδόρος,
«Κάνω τη σπακάδα μου (=κάνω το κομμάτι μου).»
Σοχλάρισμα
Το βράσιμο. Μεταφ. : Σοχλάρω = θυμώνω.
Σπαβεντάρω
Τρομάζω, ξαφνιάζομαι. Σπαβέντο = φόβος, τρομάρα, ξάφνιασμα. Σπαβεντάδος = τρομαγμένος.
«Σε βλέπω στο σιργιάνισμα κι’ ο δόλιος σπαβεντάρω, γιατ’ είσαι τόσο όμορφη που μοιάζεις με το χάρο! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spavento
Σοφιγάδο
Αλλιώς και σοφφιγάρω και σοφφιγάδο και αοφφιγαδούρα = τρόπος μαγειρέματος κρέατος (γιαχνί) με βαριά κόκκινη σάλτσα.
«Χοίρειο βραστό, χοίρειο ψητό, και χοίρειο σοφιγάδο, και το κρεβάτι του γαμπρού,, οπίσω από τον κάδο κι έτσι βγήκε ο γάμος μ'ένα γορουνάκι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. soffocare, βεν. sofegar
Σούτα
γίδα χωρίς κέρατα
Σουσούμια
τα ελαττώματα, σημάδια, χαρακτηριστικά του προσώπου, γνωρίσματα. Παρατσούκλια, παρανόμια
«Πές μου, σουσούμια του κορμιού, και μήνι πως και τα ξέρεις;»
Σουρτούκο (το)
Αλλιώς και σαουρτούκο = βαρύ σακάκι, αμπέχωνο, επενδύτης, πανωφόρι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ surtout
Σουρτάρα
Αλλιώς και Σουρτάκα = Αυτή που προπορεύεται, που σέρνει το χορό, που οδηγεί την παρέα, την ομάδα. Για τα ζώα επίσης λέγεται για το ζώο που πάει μπροστά και ακολουθούν τα άλλα.
Σουρούπι
ρόφημα ζεστό για γρίπη, καταπραϋντικό ρόφημα με σιρόπι.
Σούρδου-μούγδου
Άνω- κάτω, ανακατεμένα όλα
«Γιατί μου τα λες όλα σουρδου - μούγδου;»
Σουρλάς
ξύλινος κάδος
Σούμπιτος
όλος, ολόκληρος αλλά και αμέσως γρήγορα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. subito
Σουλάτσο
περίπατος. Σουλατσαδώρος = Αυτός που κάνει βόλτες
Σούζο
επάνω, όρθια.
«Κάνω σούζο (στέκομαι έτοιμος και προσεκτικός στις διαταγές κάποιου)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.suso
Σουγιέλο
λούκι, υδρορροή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. suggello
Σοτροπιάνω
τελειώνω κάτι που άρχισα
Σοταμπάρκα
εσωτερικό γυναικείο ρούχο, το μισοφόρι, το κομπινεζόν . Μεταφ. Το κακόγουστο ρούχο
Σονάρω
Παίζω κάποιο μουσικό όργανο. Σονάρισμα = παίξιμο, αλλά και σφύριγμα. Σοναδόρος = οργανοπαίχτης
Σπαρλάρω
Αρχίζω να χάνω τα λογικά μου, τρελλένομαι. Σπαρλάρισμα = παλαβομάρα
Σκρώχνω
Αλλιώς και Στρώχνω και Στρώχτω = Τσιμπάω, κεντρίζω,
«Μη τσιγκράς τη τζωρτζινοφωλιά, να μη σε σκρώξουν οι τζωρτζίνοι!»
Σκρόφα
Η γουρούνα. Μεταφρ. = Η παλιογυναίκα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scrofa
Σκροβοντίζομαι
Αλλιώς και σκορβοντάω και Σκροβοντάω = Πέφτω και χτυπάω, πετάω κάτι κάτω με μεγάλη δύναμη.
Σκρεμιδεύω
Αλλιώς και σκρεμιδολογάω = παίζω, γλεντάω, διασκεδάζω. Σκρεμίδια = αστεία παιδικά
Σκουτί
Ρούχο, ένδυμα, συνήθως παλτό, σακάκι μετ. ο κακός , ο πονηρός ανθρωπος
«Το ζεστό νερό κι η στάχτη, κάνει το σκουτί κι αστράφτει! (Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: εκ του λατ. scutum
Σκουληκουνιά
Σμήνος, φωλιά απο σκουλήκια. Μεταφ. : Παιδομάνι, πλήθος παιδιών
«Στη γειτονιά μαζεύεται ολόκληρη σκουληκουνιά!»
Σκουρδουμπέλια
Τούμπες, παιχνιδίσματα
«Να χώνομαι σε στήθια πουναι μέλια...να κάνω σκουρδουμπέλια!»
Σκουτέλλα
Αλλιώς και Σκουτέλλι = το μεγάλο φλιτζάνι, αλλά και ο μεγάλος δίσκος για τα κόλυβα
«Εκφρ. μεταφορ. :Παρακάτω σκουτέλι! (= λέγεται για κάποιον κατώτερο, υποδεέστερο). Όποιος περιμένει απ' αλλουνού σκουτέλι, μένει νηστικός! (Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scodella
Σκουσμάκια
δυνατές φωνές ή κλάματα
Σκουράντζος
Αλλιώς και Σκουρέτζο = Το ψάρι ρέγκα. Περιπ. λέγεται και δικηγόρος (γιατί ειναι με ανοικτό το στόμα συνεχώς.... (υπονοείται η πολυλογία των δικηγόρων).
«θα μάσουμε τσ'ελιές, φερε 2 - 3 δικηγόρους για τσου εργάτες!»
Σκούρα
τα εξωτερικά παραθυρόφυλλα
Σκουντράδα
Η γειτονιά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. squadra
Σκοτίδια
Το σκοτάδι. Μεταφ. = ζάλη
«Μου 'ρθε ένα σκοτίδι, κάτσε λίγο να συνέρτω!»
Σκορτσάμπουνο
Αλλιώς και κλοτσάμπουνο = χειροποίητο μουσικό όργανο από δέρμα ζώου (γίδας), άσκαυλος, ασκομαντούρα. Ρήμα : Σκορτσάρω = τινάζομαι, τραντάζομαι.
«Και βάλε με στην κόλαση, να γλέπω να γλεντάω, το πως θα καστιγάρονται (τιμωρούνται) όσοι εδώ σκορτσάρονται και με λεφτάδες και τρανούς, αιώνια θα γελάω»
Σκόρσο
Αλλιώς και σκόρτσο = απότομο τράνταγμα
Σκλήθρα
ακίδα,μυτερό κομμάτι ξύλου, αγκάθι.
«Κατάρα : Να μη μείνει σκληθρα απο' σε!»
Ετυμολογία: <κλήθρα(η)=είδος δένδρου
Σκλεπούνι
Αλλιώς και σκλιπούνι = μικρό και πολύ ενοχλητικό κουνούπι
Σκιάζομαι
φοβάμαι. Σκιασμάρα = ο φόβος, δειλία. Σκιάζαρης : ο φοβιτσιάρης
«Όποιος στη φτώχια γεννηθεί και πλούτη δε γνωρίσει, τη φτώχια δεν τη σκιάζεται, όσον καιρό κι αν ζήσει! (Παλική). Έχετε στόλους κραταιούς στα Φάρσα και Ληξούρι, που σκιάζομαι μην τρίψουνε του Στόλου μου τη μούρη. (Καλογηράς) »
Σκέπη
βαμβακερό μαντήλι κεφαλής, τσεμπέρι
Σκατόψυχος
Αλλιώς και Σκατουλιάρης και Συγχωροτούμπανος = Υβριστική έκφραση για πεθαμένο, αλλά και εχθρό.
«Περιφρ. : Σκατά στη ψυχή του!»
Σκαρφόντιος
ο ασυνεπής, ο απατεωνίσκος
Σκάτουλα
κουτί σπίρτα, κασετίνα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scatola
Σκαρικολόγος
Αλλιώς και Σκαριγγολόγος = έντομο που μοιάζει με το τζίτζικα, και λέγεται ότι όταν μπαίνει στο σπίτι , σημαίνει οτι έρχονται ευχάριστα νέα (σκαρήκια=ευχάριστη είδηση)
Σκαρλατίνα (η)
η ασθένεια της οστρακιάς; ιλαράς;
«Κατάρα : Να σε κόψει σκαρλατίνα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scarlattina
Σκαρήκι (το)
Αλλιώς και Συχαρήκι = συγχαρητήρια είδηση, φιλοδώρημα για χαρμόσυνη είδηση
Ετυμολογία: συν + χαίρω
Σκαρίζω
ωριμάζω, ροδίζω, αλλά και βγάζω το κοπάδι για βοσκή, αλλά και εμφανίζομαι.
«Τζίτζικας ελάλησε μαύρη ρώγα σκάρισε!(Παλλική) Ο τσοπάνης εσκάρισε τα πρόβατα!»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. σκαίρω
Σκαραφόνος
Αλλιώς και σκαραφώνος και σκαρφαφόνος = ταραξίας, μάγκας, μαχαιροβγάλτης, φονιάς, δολοφόνος
Σκαπουλάρω
Σώζομαι, γλιτώνω την τιμωρία, διαφεύγω, δραπετεύω. Σκάπουλος = αυτός που τη σκαπουλάρισε, που γλίτωσε
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scapolare, sgabellare
Σκάντζια (η)
Αλλιώς και σκατζιά και σκαντζά και σκαντζία = ξύλινο ράφι για πιάτα, πιατοθήκη τοίχου, ραφιέρα για τοποθέτηση εμπρεύματος σε κατάστημα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scansia, scancia
Σκαμπρόζος
Δύσκολος, ανώμαλος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scabroso
Σκανταλέτο (το)
Μεταλλικό σκεύος τριγωνικό με μακριά λαβή, που μέσα τοποθετούσαν κάρβουνα και ζέσταιναν τα σεντόνια του κρεβατιού.
«Φτάνουμε και στα Μουσάτα μετά κόπου περισσού, βγαίνει με το σκανταλέτο μια μεσόκοπη Μουσού»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scaldaletto
Σκαμνιά (η)
Η μουριά που κάνει μεγάλα μούρα, η συκαμινιά
Ετυμολογία: εκ του αρχ. συκαμινέα, συκάμινος
Σκαλούνι
μικρό πέτρινο σκαλοπάτι
Σίχλα (η)
Η μούχλα. Σιχλιασμένος = μουχλιασμένος.
«Εσιχλιάσανε τα καούνια!»
Σιφερτάση (η)
μικρό δοχείο για μεταφορά φαγητού
Σιότισσα (η)
Εκκλησία της Παναγίας (Σισιώτισσα)
Σιορπάτρης
Αλλιώς και σιοπάρες = O πατέρας. Κατ'αντιστοιχία σιοραμάρε (= siora mare) = H μητέρα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. sior padre
Σιορ
κύριος (τίτλος ευγενείας) - σιόρα =κυρία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. signor- signora, sior, siora
Σινοπίδι (το)
Αλλιώς και Σινοπούδι και σιναπίδι και σινιπίδι = μικρόβιο,ασθένεια κηπευτικών, η μαύρη μελίγκρα
Σίκλος (ο)
Αλλιώς και Σύκλος = κουβάς, μεταλλικό αγγείο για την άντληση νερού
«Το τσιγκέλι βγάνει το σίκλο απ'το πηγάδι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. siglo
Σίδαυλο (το)
Η μασιά
Σιγουράντσα (η)
Η σιγουριά, η ασφάλεια
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. sicurita,sicurezza, sizuranza
Σήθα
επιρρ. κάθε, όσες φορές
Σημαμένος
σπασμένος, σημαδεμένος
«Σημαμένη σαρκάλα (σπασμένο κεφάλι)»
Σεστάρισμα
Αλλιώς και σέστο. To νοικοκύρεμα, η τακτοποίηση. Σεσταρισμένος = νοικοκυρεμένος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ assestare
Σερνικόχορτο
χόρτο που έβγαινε στην θέση Στροφάδια (μετόχι του Αγ. Διονυσίου στο χωριό Χιονάτα στον Πόρο) και το έδιναν στη νύφη για να κάνει αγόρι.
Σέρπετο(το)
Το φίδι, το ερπετό, μεταφ. το πεταχτό, το προκομμένο, το πρόθυμο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. serpente
Σερβιτσάλι (το)
Αλλιώς και Σερβιτσιάλε = Το κλύσμα, η συσκευή που γίνεται το κλύσμα (βλ. κλυστήρι). Την Πρωτοχρονιά στο Λιθόστρωτο στ' Αργοστόλι με αυτό έριχναν τις κολώνιες.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. serviciale, serviziale
Σεράτα (η)
Αλλιώς και σερενάδα = Η βραδινή συναυλία, ρεσιτάλ βεγγέρας,
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. serata
Σεπάριο
Η αυλαία της σκηνής του θεάτρου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. separio
Σελεβερδό (το)
Άτομο χωρίς περιορισμούς και όρια, επιπόλαιος, άγριος, ακοινώνητος, αγροίκος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. shernevole, scalio guardare, selvaggio
Σέπω
Σαπίζω. Ευτραπ. σαπίτης = σάπιος
Σέμπρος
α. μεριδιούχος, ο καλλιεργητής ξένου κτήματος, ο βοσκός που βόσκει ξένα κοπάδια, και που δουλεύουν με ποσοστά κατά συμφωνία. β. Το χτύπημα μισά-μισά, συνεταιρικά. Επιρρ. Σέμπρε = Διαρκώς, συνεχώς, αδιάκοπα
«Κεφαλονίτη σοβαρέ που σέμπρε συλλογιέσαι, και βλαστημάς την τύχη σου, κι όλο την καταριέσαι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ sempre/ severo, screvo
Σεκάδα (η)
Η αηδία, η ενόχληση
«Είναι μια σεκάδα ευκείνος!»
Ετυμολογία: εκ της ενετ. secada
Σέκος
Ο χωρίς αισθήσεις, λιπόθυμος, αναίσθητος, άνυδρος, ξηρός, στεγνός,
«Έμεινε σέκος !»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. secco
Σέκο (το)
Είδος σκληρού ημίψηλου καπέλου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. secco
Σέκιο (το)
Η μονάδα μέτρησης υγρών, περίπου 20 πίντες = 10 κιλά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. secchio
Σαλούτο
Χαιρετισμός, φιλοφρόνηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. salute,salutο
Σγουρίζω
Το χτύπημα και τρίψιμο των ρούχων στις πλάκες, όπως γίνονταν παλιά το πλύσιμό τους. Αρπάζω κάποιον απο το λαιμό και τον πετάω με δύναμη κάτω, χτυπάω, τινάζω δυνατά.
«Άμα σε πιάσω θα σε σγουρίσω κάτω! Το χταπόδι για να μαλακώσει, θέλει σγούρισμα στο βράχο!»
Σγούμπα(η)
α. Η καμπούρα β. χάλκινη πεντάρα, που παίζεται στο παιχνίδι τοιχάκι (παιχνίδι με κέρματα που τα πετάνε οι παίκτες στον τοίχο) Ρήμα : Σγουμπιάζω = Καμπουριάζω
Ετυμολογία: εξ του ιταλ. gobba
Σγαρλίζω
Αλλιώς και σγαρνίζω και σγαρλάω = σκαλίζω, ανακατεύω
«Η κότα σγαρλίζοντας έβγαλε το φίδι που την έφαγε! (Πύλαρος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scarnare
Σγαρίλιος
αλάνι, μάγκας, πειραχτήρι, κατεργάρης
Σγαράρω
παρεκκλίνω, ξεφεύγω, μετακινούμαι, λαθεύω, σφάλλω.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ sgarare
Σβιντάρω
Αλλιώς και σβινάρω = πειράζω κάποιον, προκαλώ, ανταγωνίζομαι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. svidare
Σβιλάδα
Αλλιώς και Σβυλάδα και σβησμάρα = α. αδυναμία, λιποθυμία, β. απότομο ρεύμα αέρα (ριπή), γ. περιοδικός κοιλόπονος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. svolare, σπιλάς
Σβέρδονας
Αλλιώς και σίφουνας(μεταφ.) = Ο νόθος γιος, νόθου πατέρα
Σάψαλο (το)
Μεγάλος σε ηλικία και ταλαιπωρημένος είτε απο το γήρας είτε απο αρρώστια άνθρωπος., ο αρρωστιάρης, ο ανίσχυρος,
«Γέρο σάψαλο!»
Ετυμολογία: εκ του σήπομαι, σήψις
Σάρτο
μεγάλο πήδημα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. salto
Σαρτάω
Αλλιώς και Σαρτάρω και Σαρταίνω και Σαλτάρω = Πηδάω
«Έδωκε μια σαρτιξιά και έφτακε τρία μέτρα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. saltare
Σαράκος (ο)
Το μεγάλο πριόνι για δέντρα. Πριόνι μαραγκού, συνών. σεγάτσα. Σαρακάκι (το) = μικρό πριόνι που κλάδευαν συνήθως τα αμπέλια
Σάψυχος
Αλλιώς και σάψιχο = είδος αρωματικού φυτού που μπαίνει σε φαγητά κυρίως πίτες. Είδος μαντζουράνας, πολυετές της οικογένειας των χειλανθών(Latinuw myorana)
Σαμούτσα
Σφυρί των τσαγκάρηδων μπροστά στρογγυλό, και πίσω γυριστό και μυτερό.
Ετυμολογία: εκ του λατ. sem -uncia
Σάματις
Αλλιώς και σάματες = μήπως, ως, μήπως και, δε, μη τάχα. Στην Ιθάκη = Σαν και ματί (μήπως)
Ετυμολογία: ωσάν εί μήτε
Σαράγιο (το)
Μεγάλη και ευρύχωρη κατοικία. Σαράγια (η) = η σταφιδαποθήκη.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ serraglio ή τουρκ. σαράι
Σαλίτζο
Αλλιώς και Σαλίντζο και σαλιτζάδα= Πλακόστρωτο, δρόμος στρωμένος με γουλιά, λιθόστρωτο. Σαλιτζώνω = Λιθοστρώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. salciato, salciare, βεν. salizada,salizare, salizo
Σάλιο στη μύτη
Έκφρ. = κοροϊδεύω, εξαπατώ
«Του βαλε σάλιο στη μύτη (τον ρεζίλεψε, τον κορόιδεψε, τον νίκησε)»
Σάλαος
Αλλιώς και σάλαγος = θόρυβος
Σαλαβρίχα (η)
Η μεγάλη σαύρα, γουστέρα.
Ετυμολογία: σαλάμβη, σαλαμάνδρα, ιταλ. salubrica -ico
Σαλάισμα
Αλλιώς και σαλάγιασμα, σαλάγημα, σαλαϊτό = παρακίνηση των ζώων να προχωρήσουν ή να τρέξουν. Ρήμα : Σαλαγάω = παρακινώ παροτρύνω
«Σαλάισε το να φθάσουμε!»
Σάγρος (ο)
Εξάνθημα που παρουσιάζεται συνήθως στα μωρά, (βλ.βριτσίλα)
Σάγιασμα
πολύ χοντρό υφαντό δαπέδου, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αγρότες σαν στρώμα κάτω απο τα σαμάρια των ζώων.
Ετυμολογία: σάττω, σάγος
Σαγιαδόρος
Αλλά και Σαγιαδώρος = Πετούγια πόρτας,παλαιού τύπου. Το σύστημα ανοίγματος της πόρτας, με εσωτερικό μοχλό που ανυψώνεται αφού πιεστεί με το μεγάλο δάχτυλο ένας ίδιος μοχλός, κάθετος προς την επιφάνεις της πόρτας (συνών. ζουμπέκι)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. saggiatore, saettare

Τ

Τσιγκρί (το)
Είδος χτένας (αγκαθωτό σύνεργο) για το διαχωρισμό των μαλλιών
Ετυμολογία: συν +γραίνω
Τινέλλο
1.Πρόχειρη τραπεζαρία, συνήθως για το υπηρετικό προσωπικό, ή καπνιστήριο. άλλες φορές αναφέρεται στο χωλ, τον προθάλλαμο της οικείας. 2.Μικρός κάδος για μεταφορές. 3.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tinello
Τάγιο (το)
Η τομή, το κόψιμο, η διάνοιξη με αιχμηρό όργανο, μετφ. η εγχείριση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. taglio
Τσαποστέλιαρο 🏛️ Κοινότητας
παραφ. = Το στυλιάρι της τσάπας
Τσουβάλι τση ρήγας 🏛️ Κοινότητας
Ήταν μεγάλο τσουβάλι από καναβάτσα και είχε κάθετες ρήγες κόκκινες Ήταν το πιο μεγάλο τσουβάλι
Τσουτσουμίδα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και τσιτσιμίδα = οι κίτρινες μαργαρίτες που γεμίζουν οι αγροί την άνοιξη όταν είναι τρυφερές τρώγονται στα βραστά χόρτα
Ταντάνα (τα)
εκφ. = κάποια μικρά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tantino υποκ. του tanto
Τραβενίρω
Παρεμβαίνω, συμβαίνω, συμπίπτω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. intravvanire
Τέρμενο (το)
Αλλιώς και Τέρμινο = Προσθεσμία, ορισμένος χρόνος αλλά και το τέλος, το όριο, το σύνορο. Τερμινατζιόνε = η διαταγή, μεταφ. η κατάληξη, το τέλος.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. termine
Τσονός 🏛️ Κοινότητας
Ο χαζός, ο ελαφρόμυαλος, ο επιπόλαιος (κυρίως στην περιοχή του Αγκώνα)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cionno
Τζότρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Ξύλινο δοχείο, με πλατιά βάση που στενεύει προς τα πάνω, που το χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν και να πίνουν κρασί ή νερό. Φλασκί για κρασί
«Έχω στη τζότρα το κρασί, την πρέτζα στο τουλούμι, βγαίνω σιργιάνι ταχτικά όσομε το Κουλούμι...»
Ετυμολογία: κατά παραφ. της λέξης τσότρα [αντδ. < τουρκ. çotra, çotura < ιταλ. ciotola < συμφυρ. λατ. cyathus < αρχ. κύαθος & λατ. cotyla < αρχ. κοτύλη]
Τσίγκι (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και τζίγκι = πολύ μικρό κομμάτι απο κάτι,
«Δώκε μου ένα τζιγκι τυρί!»
Τζέπη (η) 🏛️ Κοινότητας
Η τσέπη
«Ουχ ήττον κι αν απέτυχα καθόλου δε με μέλλει, διότι δεν επέρχεται στη τζέπη μου ζημιά!»
Ετυμολογία: παραφ. τσέπη
Τσουρτσουρίζω 🏛️ Κοινότητας
Κρυώνω πολυ, τρέμω απο το κρύο
Ετυμολογία: κατά παραφ. τουρτουρίζω
Τεζόρο (ο) 🏛️ Κοινότητας
Ο θησαυρός, αλλά και το Δημόσιο Ταμείο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tezoro
Ταρνανάι 🏛️ Κοινότητας
Θόρυβος, πανδαιμίνιο/ Ταρνανίζω (ηχητ.)= ανακινώ κάτι ρυθμικά που κρατάω στα χέρια.
«Επλακουσ' ο καρνάβαλος, βαρδάτε να περνάει, θα κατεβούν και τα χωριά, να γένει ταρνανάι!»
Τρυά (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και τρυγιά = Το κατακάθι του κρασιού στο βαρέλι. Παλιότερα η τρυγιά ξεραινόταν στον ήλιο, την έκοβαν σε κομμάτια και την πουλούσαν.
Ετυμολογία: εκ του αρχαίου τρυξ και ταργανόν
Τσίτσα (η) 🏛️ Κοινότητας
Ξύλινο ή δερμάτινο φλασκί συχνά σκαλιστό (συνών. Τσότρα). Άλλες φορές η ξερή και κούφια κολοκύθα για κρασί ή νερό.
«Κλάψτε τσίτσες κι ορφανές κλοντήρες!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. zezzolo
Τουρνούρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τουρνούρι (το) = τμήμα παλιάς γυναικείας αμφίεσης στο κορσάζ (είναι ένα είδος γυναικείου εσωρούχου, το οποίο φοριόταν κυρίως κατά τη Βικτωριανή εποχή τον 19ο αιώνα).
«...μ'αρέσει που εν σώματι σαν τις τρυγώνες τρεχετα χωρίς να ιμπονέρεσθε, σαν πνεύματα γυναικεία, απο τ'ανδρίκια βλέμματα που πέφτουν σαν τουφέκια, απάνω στις φυγούρες σας, κι απάνω στις τουρνούρες σας...»
Τσάχαλο (το) 🏛️ Κοινότητας
Σκουπίδια, ξερά φύλλα, σκόνη, ξυλάκια, χαλίκια,σκύβαλο
«Η φακή είναι γιομάτη τσάχαλα και θέλει καθάρισμα.»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tacca, toccalo
Τριανέμι(το) 🏛️ Κοινότητας
συμβολή τριών ρευμάτων αέρα.
«Θα σε κόψει κακομοιριά σου, έκατσες μες στο τριανέμι!»
Τσινοκάρα (η) 🏛️ Κοινότητας
το φυτό αγιοβασιλίτσα (επιστημονική ονομασία : ουργινία η θαλάσσια / Urginea maritima) (Φαρακλάτα)
Τσικουνάω 🏛️ Κοινότητας
πονάω με κοφτό, τσουχτερό πόνο, συνήθως μετά από χτύπημα με κάτι λεπτό. π.χ. βέργα η μαστίγιο
«Το χέρι μου ακόμα τσικουνάει από τη βέργα του δασκάλου!»
Τσεκίνι 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τζεκήνι και τσικίνι = Χρυσό βενετσιάνικο νόμισμα που αντιστοιχούσε σε περίπου 3 δουκάτα ή σε 48 βενετσιάνικες λίτρες
«..Μετανοείτε αδερφοί, ακούστε με και μένα και σεις αφέντες πώχετε τσεκίνια φυλαμένα, βγάρτε τα να γλεντήσετε και να θαραπαήτε, γιατί στην άλλη τη ζωή Λουρδάδες δε θα βρείτε...»
Ετυμολογία: εκ του ιτλ. zeccino,
Τουμπαρέλα(η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τουμπανέλα = παιδικό παιχνίδι με τούμπες
«...οι δετόροι του χωριού κι άλλοι πολλοί ακόμα, χορεύουν καθημερινώς καντρίλλιες με το στόμα. Κι άλλα παίζουνε πολλά, της εξοχής παιχνίδια, την τουμπαρέλα δηλαδή και σύκα και καρύδια...»
Τέρτσα (τα) 🏛️ Κοινότητας
η τρίτη θέση, η τρίτη σχολική τάξη, η τρίτη φορά. (Στη φωνητική μουσική, το πάνω σεκόντο 3ης φωνής) Μεταφ. = Δυσοίωνα, ανάποδα
«Όλα ήρτανε τέρστα εφέτο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. terza, terzo, terzetto
Τούρτουρας (ο) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τουρκίλας = ηχητικό παιδικό παιχνίδι, το οποίο το έδενα με κλωστή στην άρκη ενος ξύλου και με τη περιστροφή έβγαζε έναν ήχο, ο οποίος έμοιαζε με τη φωνή της τρυγόνας. Περιπ. ο κρυουλιάρης. Τουρτουρίζω = κρυώνω τόσο που χτυπάνε τα δόντια μου. Τούρτουρο = τουρτούρισμα από το κρύο.
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ταρταρίζω, ή το λατ. turtur
Τίρα - βία 🏛️ Κοινότητας
Εκφρ. = με το έτσι θέλει,σώνει και καλά, θες δε θες, αλλά και κατευθείαν, σε ίσια γραμμή.
«Τίρα βία να με πάει στο ντοτόρο!»
Τελατίνι(το) 🏛️ Κοινότητας
Το κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού. Ρωσικά δέρματα, κατεργασμένα από αδιάβροχο δέρμα μοσχαριού. Περιπ. στην Κεφαλονιά = θα σε λιανίσω, θα σε χτυπήσω.
«θα σε κάμω τελατίνι στο ξύλο!»
Τουμπουλάω 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Τουμπουλίζω = κάνω τούμπουλες (=τούμπες), κατρακυλάω.
Τσιλιγκρός(ο) 🏛️ Κοινότητας
Ο αδύνατος, ο ισχός, συνηθέστερο στην Ιθάκη, ο ψηλός και λεπτός.
Τσέρουλα 🏛️ Κοινότητας
Είδος μικρής μαρίδας κατώτερης ποιότητας. Ανφέρθηκε και ως Τσίρουλας.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cercuelo
Τσερνιάζω 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Τσιρνιάζω και Τσερμιάζω = Μουδιάζω, πιάνομαι.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cerene
Τσέκουλο(το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τσάχαλο = Το πολύ πρόχειρο είδος παπουτσιού ή πολύ παλιό παπούτσι. Συνήθως στον πληθυντικό τσέκουλα ή τσάχαλα. Σαν ρήμα, τσεκουλίζω, περπατώ με δυσκολία λόγω των παπουτσιών μου. Τσαχάς = αυτός που φοράει ατημέλητα ρούχα και παλιά, βρώμικα παπούτσια.
Τράφος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Η τάφρος, το χαντάκι, το βαθύ αυλάκι.
Τσικιτρόκα 🏛️ Κοινότητας
Η κροτίδα
Τσάρκος 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τζάρκος ή Ζάρκος (συνηθ.Λευκάδα)= πρόχειρο χώρισμα στο μαντρί για τα νεογέννητα αρνιά ή πρόβατα, την ώρα του θηλασμού.
«Αρνί τσαρκάρικο.»
Ετυμολογία: ζώον-έρκος; Λατιν. cerchia
Τελώνιο (το) 🏛️ Κοινότητας
Πονηρό δαιμόνιο,. Μεταφ. = το ενοχλητικό άτομο, τα ταραχοποιά παιδιά, Τελώνιον (το) = ο διάβολος.
«Τελώνιο τση Μαγδάλως! (=πειρασμός της Μαγδαληνής)»
Τσιμπίμπω (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και τσιμπίμπα (η) = Η άσπρη κορινθιακή σταφίδα. Στην Κεφαλονά λέγεται έτσι η σταφίδα σουλτανίνα, αλλά και η χοντρή Ληξουριώτικη σταφίδα που αποξηραίνεται. Στην Ιθάκη λέγεται Τσιμπόμπο.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. zibibbo
Τσιουδεύω 🏛️ Κοινότητας
Παιδεύω κάποιον, ταλαιπωρώ. Καταγραφή από τα Ζόλα.
Τσουτσουλίδια(τα) 🏛️ Κοινότητας
Τα μαλλιά που πέφταν στο πρόσωπο γύρω γύρω. Συνων. Τσατσούλια
«μάς τα τσουτσουλίδια σου!»
Τζάτζαλα (τα) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τζάντζαλα και Τάντζαλα= Σύνολο άχρηστων πραγμάτων, για πέταμα. Γενικά χαμηλής αξίας οικοσκευή αλλά ακόμη σε χρήση. Μπιχλιμπίδια.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cencio (=κουρέλι) ή το Αρμεν. ζάντζαλος = ράος, φθαρμένος ιματισμός
Τσιτσιμίδα (η) 🏛️ Κοινότητας
Είδος άγριας μαργαρίτας με κίτρινα άνθη, το χρυσάνθεμο (Calendula)
Ετυμολογία: εκ του αρχ. σύσσημος-ις
Τριτέλι 🏛️ Κοινότητας
Η παράνομη αλιεία παλιότερα ήταν συνηθισμένη. Το τριτέλι ήταν το ένα τρίτο της κανονικής ποσότητας δυναμίτη. Για μικρά ψάρια σε ρηχά νερά.
Τρακάδα(η) 🏛️ Κοινότητας
Τριάντα αυγά κότας. Μια τρακάδα αυγα.
«Έκαμε ή έχει την τρακάδα της (έκανε ή είναι ώρα για να επωάσει)»
Τσουρδέλα 🏛️ Κοινότητας
Ζωηρή κοπέλα, ελαφρόμυαλη, ξεμυαλισμένη, τσαχπίνα και πεταχτή, αλλά και παλιοθήλυκο. Υποκ. Τσουρδέλι (το)
«είσαι συ ένα τσουρδέλι..»
Ετυμολογία: Εκ του ιταλ. zurlo, ciondolo
Τρικέρι(το) 🏛️ Κοινότητας
Κηροστάτης με τρία κεριά. Μεταφ. : Τρείς μαζί. Τρικέρης (ο) = περιπαικτικά ο κερατάς
«βλέπει ένα τρικέρι νάρχεται»
Ετυμολογία: Τρία -κηρία, τρίς-κέρας.
Τσαγκαρόσουβλο 🏛️ Κοινότητας
Εργαλείο των τσαγγάρηδων, η χοντρή βελόνα που περνούσαν την κλωστή. Το χρησιμοποιούσαν για να μπαλώνουν τα παπούτσια
Ετυμολογία: Εκ του λατ. zancha, zanga, Βυζαντ. τσαγγίον, Λατ. subula.
Τζιράνι 🏛️ Κοινότητας
Το φυτό γεράνι κατά παραφθ.
Τσικουνίδα (η) 🏛️ Κοινότητας
Η τσουκνίδα (Urtica dioica) κατά παραφ. Οι γυναίκες την εβραζαν και την ανακάτευαν με ασπράδι αυγού και καλαμποκίτικο και τάϊζαν τα μικρά γαλοπούλα.
Τραταδούρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Η διαπραγμάτευση.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tratadura
Τετάρτια (τα) 🏛️ Κοινότητας
Το τεταρτημόριο, κάτι κομμένο σε τέσσερα κομμάτια. Μεταφ. έκφρ. Έγινε τετάρτια = τσακίστηκε, έγινε κομμάτια. Τεταρτιάζω = κόβω σε 4 κομμάτια, μεταφ. = τεμαχίζω, διαμελίζω.
«Μπα, που κακό χρόνο να' χεις, τετάρτια εγίνηκες! Που να σ' έβρουνε τετάρτια! (κατάρα)»
Τυπώνομαι 🏛️ Κοινότητας
Ντύνομαι με εφαρμοστά, ζεστά ρούχα το χειμώνα.
«Τυπώσου παιδάκι μου, μην αρρωστήσεις !»
Τσουγμάρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τσουσμάρα = Το τσούξιμο
«Έκοψα το χέρι μου και έχω μια τσουγμάρα, τι να σου πω!»
Τσωπαίνω 🏛️ Κοινότητας
Σωπαίνω. Τσώπα (συνων. Τσίτο)=σώπασε, μη μιλάς.
«Τσώπασε πια, μας πήρες τ αυτιά!»
Τενέλι (το) 🏛️ Κοινότητας
Είδος αυτοσχέδιας παγίδας (δόκανο) για πουλιά το καλοκαιρι. Το τοποθετούσαν σε κλαδιά των δέντρων και έπιαναν αητομάχους.
Ετυμολογία: τείνω
Τραβέντζο (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Τραβέτζο (το) = Η μεταφορά υγρού από ένα δοχείο στο άλλο, η άντληση. Τραβεντζάρω = Μεταφορά υγρού απο δοχείο σε δοχείο, αλλά και διασχίζω, διέρχομαι, διαπλέω στο πέλαγος.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. travaso/traversare,
Τρόκολος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Η γυάλινη χρωματιστή σφαίρα, παιδικό παιγνίδι της εποχής. Στην Λευκάδα, Τρόκολο(το) = ξύλινο πιεστήριο σταφυλλιών εγχώριας κατασκευής.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. torchiolo
Τρελοκολάνιτσα(η) 🏛️ Κοινότητας
Ασθένεια με πόνους στη κοιλιάκαι διάρροια. Στη περιοχή της Πελοποννήσου Κολάνιτσα (η) = παραλυσία των γλουτών.
Τζέρτει 🏛️ Κοινότητας
Εκφ. Τση έρτει = της έρθει
«Κακό νατζέρτει τσι κουρλής!»
Τάρταρος 🏛️ Κοινότητας
Η τρυγιά που μένει στο βαρέλι, όταν τελειώνει το κρασί. Αναφέρεται και ως τρυγιά που έκανε το κρασί πάνω πάνω μέσα στο βουτσί και δεν ξίνιζε. Αλλά και είδος μαύρου πτηνού (Τσιτσέλης)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tartaro
Ταμπουρί 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και ταμπουράς και ταμπουράτο = Το μεταλλικό δοχείο που καβουρδιζαν τον καφέ ή το ρεβύθι πάνω από τη φωτιά. Ο ψήστης του καφέ.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tamburo ή του τουρκ. ταμπίς.
Τραΐ (το) 🏛️ Κοινότητας
Ο τράγος
«Εκούτρησα το τσερβέλο μου στο παρεθύρι όπως το τραΐ κι' έκαμα ένα μπαμπόνι, να! Τράγιο γάλα για τσ'αρρώστους! »
Τσοντάρω 🏛️ Κοινότητας
Βάζω κάτι (συνήθως χρήματα) για να συμπληρωθεί κάτι (συνήθως ένα ποσόν).
«Να τσοντάρουμε όλοι στο λογαριασμό, μην τα πληρώσεις όλα μοναχός σου!»
Ετυμολογία: εκ του Ενετ. zonta, ιταλ. giunta
Τσακανίζω 🏛️ Κοινότητας
Τσακίζω, σπάω,κοπανίζω με πέτρα Μεταφ.= ευνουχιζω , για αλογα και γαϊδούρια μονο. Τσακανισιά = το χτύπημα.
Τρουλίδα (η) 🏛️ Κοινότητας
α.Σωρός απο πέτρες (δήλωνε την ιδιοκτησία χωραφιού). β. Τρυζόνι, γρύλος, αλλά στη Λευκάδα ειναι το καλοβατικό πτηνό στέρνα και μεταφ. = το φλύαρο άτομο.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. trullare
Τσάμπουρο 🏛️ Κοινότητας
Στέμφυλο, στυμμένο σταφύλι, από το οποίο με επεξεργασία βγαίνει ο τσιπουρίτης.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. shiappolo
Τροπός 🏛️ Κοινότητας
Ξύλινη κατασκευή με μεταλλικούς σφόνδυλους που έστηβαν τα σταφύλια μετά από το πάτημα. Αναφέρεται και ως μεγάλη στρογγυλή πλακοειδής πέτρα, στην οποία τοποθετούσαν την καλαμωτή για να πιέζουν μεταξύ αυτής και της πλάντρας (=βαρύ και μακρύ ξύλο) τα σταφύλλια.
Τριχιάς (ο) 🏛️ Κοινότητας
Τρίχινο σκοινί
Τζορνάδα 🏛️ Κοινότητας
Το μεροκάματο
«Καμπάνα σημαμένη, τζορνάδα βγαλημένη (=χτύπησε η καμπάνα, βγήκε το μεροκάματο).»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. giornata
Τουβαέλι 🏛️ Κοινότητας
Η πετσέτα του τραπεζιού, τραπεζόπανο. Αλλά και η πάνινη θήκη που έβαζαν τον πολτό της ελιάς μετά το άλεσμα (τσαντίλα) για να πάει στην πρέσα. Στην Ιθάκη αναφέρεται και ως πετσέτα για τα πιάτα. Η λέξη συναντάται και σε βυζαντινά συμβόλαια.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tovaglia/ tovagliolo
Τσαντίλι 🏛️ Κοινότητας
Η τσαντί(η)λα = πανί που έβαζαν μέσα το τυρί και το στράγγιζαν. Συν. = τουβαέλι.
Ετυμολογία: εκ παρφθ., τουρκική çatış
Ταρκαζίκα (η) 🏛️ Κοινότητας
Δερμάτινο ταγάρι των τσοπάνηδων ή των κυνηγών, που έβαζαν μέσα τα απαραίτητα και την τοποθετούσαν ή στον ώμο ή στη μασχάλη. Η τσάντα από πολύ χοντρό ύφασμα που έβαζαν οι κυνηγοί τα θηράματα.
«Γιόμισα τη ταρκαζίκα τριγόνες!»
Τσατσούλια (τα) 🏛️ Κοινότητας
Οι αφέλειες, τα μαλλιά μπροστά στο μέτωπο. Τα αχτένιστα κατσαρά μαλλιά (Ιθάκη) Τσατσουλίζω = χτενίζω. Τσατσουλίζομαι = χτενίζομαι. Συν.=Τσουτσουλίδια
«Μασ' τα τσατσούλια από τα μάτια σου!»
Τριπιντάρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Τριπιντιάρα = μπουκάλα που χωράει 3 πίντες
«βάλε το κρασί στην τριπιντάρα και πρόσεχε μην το ριπίσεις»
Τρεματούρα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τρεμαρέλα = τρέμουλο, ρίγος, από φόβο, ταραχή ή συγκίνηση.
«τι τρεματούρα σε βρήκε στα καλά καθούμενα;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tremarella
Τσαπέλα 🏛️ Κοινότητας
Αρμαθιά σύκα ξερά περασμένα σε ξερά σπάρτα (σε σχήμα κουλούρας)
«Σα θα πας στη χώρα φέρε μου μια τσαπέλα σύκα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ciambella
Τραϊτούρος 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Τραδιτόρος = Παλιάνθρωπος, μπαμπέσης. Αναφέρθηκε και ως διπρόσωπος. Τραϊτουριά = Παλιανθρωπιά, προδοσία.
«Είσαι και πολύ τραιτούρα»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. traditore/ tradimento
Τήζομαι 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Τήχτομαι = Λιώνω, μαραίνομαι, και μάλιστα απο αρρώσται. Χρησιμοποιείται και σε κατάρα.
«Τον καταράστηκα να τίζεται στο κρεβάτι!»
Τραπέτσι 🏛️ Κοινότητας
Πολύ ξινό (Κοκκολάτα).
«Ωρέ τραπέτσι είναι εφκιό το πορτοκάλι! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tra-peggio, τραπέω
Τράβο 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και τραβαδούρα = Χοντρό ξύλινο δοκάρι οροφής, το πατερό, τραβέρσο.
«Τούτα τα τράβα είναι πολύ γερά, δεν έχουνε πάθει τίποτα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. trave
Τζεντιλιτά (η) 🏛️ Κοινότητας
Η ευγένεια. Τζεντίλε = ο ευγενής, λεπτός, απαλός, φινετσάτος.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. gentile
Τένερος 🏛️ Κοινότητας
ντελικάτος, αδύνατος, ατροφικός, ασταθής, απαλός, μαλακός
«Πολύ τένερο ετούτο το σκοινί, σφίχτο λίγο, με έναν αέρα θα λυθεί!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tenero
Τσαλαφός 🏛️ Κοινότητας
Χαζός, άμυαλος, ανόητος, ζωηρός, επιπόλαιος, άτσαλος, ακατάστατος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. zufolone, zuffa-lo
Τσικλινάρια 🏛️ Κοινότητας
Τα πολύ λεπτά και αδύνατα πόδια σαν της τσίκλας (πουλί). Τσικλιναράς = ο έχων λεπτά και αδύνατα πόδια.
Τζιέρα 🏛️ Κοινότητας
Α. Αλλιώς και τσιέρα = το πρόσωπο, η όψη, η φάτσα (Κεφαλονιά, Λουκάτος) Μεταφ. = το καμάρι (καμάρι μου!) Β. Αλλιώς και Τζι(γ)έρι = Εντόσθια, σωθικά, σπλάχνα, συκώτι (κυρίως στην Λευκάδα, Λάζαρης)
«Α. Τση μελαχρινής η τζιέρα, νόστιμ' είναι κάθε μέρα, και τση άσπρης τση μπουχνάτης, μιάν αυγή 'ν' η ομορφιά τση.(Παλλική). Β. Μώπρηξε τα τζιέρα!»
Ετυμολογία: Α. εκ της ιταλ. ciera, Β. εκ της τουρκ. Τζιγέρ
Τσιγαρίδια 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και τσιγαρολάχανα και τσιγαριά= φαγητό με λάχανα κοκκινιστά, αχνιστά άγρια χόρτα ή σπανάκι τσιγαρισμένο. Τσιγαρίζω= μεταφ. βασανίζω, παιδεύω κάποιον.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. asciugare=?
Τρισέτε 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και τρισέτο και τρεσέτε = χαρτοπαίγνιο βενετσιάνικο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tressette
Τριολί 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και τριόλα και τρίγλη = είδος μικρού μπαρμπουνιού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. triglia
Τάλε κουάλε 🏛️ Κοινότητας
Εκφρ. Έτσι ακριβώς, όμοιο. Αναφέρεται και ως ντάλε κουάλε
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Tale e quale
Τσόλι 🏛️ Κοινότητας
Το τρίχινο τουβαέλι των ελαιοτριβείων που έβαζαν μέσα τον αλεσμένο πολτό της ελιάς για πρεσάρισμα. Στην Ιθάκη κυρίως, όταν δεν τα χρησιμοποιούσαν πια τα έστρωναν στο δάπεδο της κουζίνας. Αναφέρετε γενικώς ως πρόχειρο χαλί, αλλά και παλιό ρούχο.
Ετυμολογία: Τουρκ.Τσούλ,, Αλβ, Τσούλ-ι
Τσουκνί (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και τσουχνί, τσουγνί ή τσουγνιά ή τσούκνα = Ολόμαλλο υφαντό με διπλή κλωστή. Αλλού αναφέρεται κα ως χονδρό τρίχινο ύφασμα ή στρωσίδια απο γιδόμαλλα. Το χοντρό τρίχινο πατάκι εξώπορτας.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ciocca, zucconare
Ταμπάρο 🏛️ Κοινότητας
Παλτό, βαρύ εξωτερικό ρούχο, κυρίως ανδρικό, το αμπέχονο. Μεταφ. = διαδίδω κατηγορίες εις βάρος κάποιου, κατηγορώ
«Του 'κοψε ταμπάρα! (=κατηγόρησε κάποιον)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tabarro
Τεζάκι 🏛️ Κοινότητας
Ο πάγκος και το ταμείο μαγαζιού. Αναφέρθηκε και ως συρτάρι
Τσαρκαρεύω 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και τσαρκάρω = ψάχνω, κρυφά, ερευνώ κάποιον ή κάποι μέρος. Αναφέρθηκε και ως τσακαρεύω.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cercare/cerca
Τσίκα 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και τσίκουλο και τσίκα - τσίκα= το πολύ γεμάτο, φίσκα.
Τσάζω 🏛️ Κοινότητας
Δεν μιλάω καθόλου, σιωπώ. Αρνητική προσταγή συνήθως.
«Μη τσάξεις!»
Τακουί 🏛️ Κοινότητας
Το μικρό πορτοφόλι. Στην Ιθάκη τακουίνο (taccuino) και ειναι το μικρό σημειωματάριο.
«Δεν έχω παράδες στο τακουίνο μου ωρέ!»
Τσάσκα 🏛️ Κοινότητας
Φλυτζάνι του τσαγιού, κύπελλο. γινόταν (ίσως γίνεται ακόμη και σήμερα) ευρεία χρήση τουλάχιστον στην περιοχή της Λειβαθούς.
Ετυμολογία: Αυτούσια ρωσική λέξη (Чашка-chashka),
Τσουλώνω
Σηκώνω τα αυτιά, όπως οι γάϊδαροι (βλ. τσούλο = πρόβατο χωρίς αυτιά), υποπτέυομαι. Τσουλώνομαι = Στολίζομαι, επιδεικνύομαι, περηφανεύομαι, φουσκώνω σα παγώνι.
«Καυχιέται τ' Αργοστόλι και τσουλώνει, που βλέπει τσι Αρχές και το στολίζουνε..!»
Ετυμολογία: εκ του σιλλαίνω, σιλλός
Τσόντα (η)
Το επιπρόσθετο μικρό κομμάτι, το συμπλήρωμα, η απόληξη, αλλά και η απάτη
Ετυμολογία: εκ του Ενετ. zonta, ιταλ. giunta
Τσιτσιρίζω
Ο ήχος που κάνει το λάδι όταν μαγειρεύεται. μεταφ. προξενώ μεγάλο πόνο. Τσιτσίρισι : πόνος, θλίψη υπερβολική
«Μου τσιτσίρισε τη γούνα! Το βούτυρο τσιτσιρίζει;»
Τσαμπουνάω
ή τσαμπουνίζω : μεταφορικά : λέω λήρους (φλυαρίες, επιδεικτική αλλά χωρίς ουσία ομιλία)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. zampogna : τσαμπούνα
Τράουζα (η)
Το βρακί ή ξενοβράκι, το παντελόνι, η σκελέα.
Ετυμολογία: εκ του αγγλ. trouser
Τεγκλώνω
Πεθαίνω, τεντώνω τα μέλη μου, λέγεται κυρίως υποτιμητικά.
«Η μουσική τα τέγκλωσε από την ασιτία, κι ο τραβαδούρος έπαψε να σκούζει στην πλατεία!»
Ταΐφαλος
Ο βλάκας, ο ζωηρός, ο διαβολάκος
Ετυμολογία: εκ του τουρκ. ταΐφ, ταϊφά
Ταγιαντίζω
Εμποδίζω, αναβάλλω
«Ταγιάντισε το γιώμα σου (= ανέβαλλε τον ύπνο σου) ..Απόψε να μην κοιμηθείς, παρά να καρτερέψεις ταγιάντισε τον ύπνο σου, κόρη, όσο μπορέσεις..»
 Τάφετε
επιρ. Σιωπήσετε, πάψετε (σπάνια λέγεται)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. taffete
Τανσάρω
κατακρίνω, κακοκλογώ
Ταγιόλα
Ο κακόγλωσσος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tagliare
Ταγιάρω
Κόβω, τέμνω, διασχίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ tagliare
Τσιρλιό (το)
Διάρροια,τσούρδισμα Ρήμα : τσιρλάω ή τσιρλοκοπάω Επιθ. : τσιρλερό = υδαρές
«"Χώμα τσιρλερό!" "ετσίρλησε η λιθιά" (κατέρρευσε) "ετσίρλησε ο δομός!" (κατέρρευσε εξαιτίας της βροχής)»
Τσιτίζω
Τσιμπάω
Τσίτο
Σώπα, πάψε, μη μιλάς (συνών. = σκασμός και βουβαμάρα). Στην Ιθάκη = Τσίτου
«Τρείς και τέσσερις και τσίτο! (=Στην Αγγλοκρατία, ήταν η τριήμερη φυλάκιση, με τέσσερα τάληρα πρόστιμο, για τα μικρά παραπτώματα) »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cito
Ταβολίνι
ή ταβολί : τραπεζάκι καταμία έννοια και η τάβλα,
Ετυμολογία: Εκ του ιτ. tavolino
Τσερέπα(η)
Σκέυος πήλινο για ψήσιμο κρεάτων, αφού πριν έχει πυρωθεί, στη χόβολη Τσερεπάτο = κρέας μαγειρεμένο στη τσερέπα
Τσουτσάρω
πίνω κρασί
Τσουράπι
Πλεχτές με το χέρι ανδρικές κάλτσες. Κάλτσα καλοκαιρινή, που δεν καλύπτει όλη την κνήμη.
Ετυμολογία: Τουρκ. τσοράπ
Τσιπουρίτης
Δυνατό ποτό από τσάμπουρα σταφυλλιών. Τσίπουρο, ρακί, απόσταγμα σταφυλλιών. Μεταφ. = κακής ποιότητας κρασί, το νερωμένο.
Τσίμα (η)
Η άκρη, η κορυφή του δέντρου. εκφρ.: τσίμα τσίμα = ίσα ίσα. τσίμα - πίλα = ξέχειλα, μέχρι την άκρη των δοχείων, υπερχείλισμα. τμίμα - κάβο = μέχρι την άκρη του σκοινιού
«Η τσίμα του κυπαρισσιού πάει πολύ ψηλα!»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. cima, cima-pila, cima-cavo
Τσερταμέντε
Βεβαιότατα, ασφαλώς
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Certamente
Τσέρτος
Σίγουρος, βέβαιος τσέρτα (επιρ.): σιγουριά
«Κί είσαστε για το μοίρασμα, καθώς ακούω τσέρτοι, χορεύτε τον καρτσιλαμά ίσια που να μας έρτει...»
Τσερβέλο
Το κρανίο, κεφάλι, μυαλό. Μεταφ. η κρίση, η εξυπνάδα
«Μα, τί έχει μέσα ευκειό το τσερβέλο σου;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cervello
Τσάρκα (η)
έρευνα, αναζήτηση, ψάξιμο. Τσαρκαδώρος= αυτός που ψάχνει.
«Κάνω τσάρκα !»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ .cerca
Τρίτσα (η)
Αχυρένιο ή ψάθινο καλοκαιρινό καπέλο. Τριστόνι (το)= το μικρό ψαθάκι.
«Δυο κεφάλια, κάτω απο μια τρίτσα δεν μπαίνουνε (Παλική)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. treccia, drizzare
Τρέμουσα(η)
η ασθένεια που φέρνει τρόμο (τρέμουλο), αλλά και κατάρα
«Να σε πιάσει τρέμουσα!»
Τράτο (το)
Αλλά και Τράτος (ο) = Διάστημα, πάροδος χρόνου, διαθέσιμος χρόνος, επαρκής προθεσμία, χρονική άνεση. Στα χαρτοπαίγνια ονομάζεται τράτος, ο παίκτης που παίζει πρώτος. 2.Τρόπος, συμπεριφορά. 3. Βαθύς ανασασμός.
«Παίρνω τράτους, είμαι στον ύστερο τράτο = ψυχορραγώ. εκφρ. Τράτο καιρού = πάροδος χρόνου (dal detto al fatto passa un gran tratto)»
Ετυμολογία: Εκ του ιταλ.. trattare, trattamendo
Τρατάρω
κερνάω,προσφέρω γλυκίσματα, κρασί, ποτό, αλλά όχι φαγητό ή καρπούς
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. trattare
Τζαβάγιο
Συναλλαγή, ανταλλαγή, πάρε-δώσε
Τραταμέντο (το)
Το κέρασμα, η προσφορά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. trattare,trattamento
Τόρτζα
Τόρτσο, τορτσόνι =χοντρό κερί, μικρό μανουάλι. Τόρτσα = ο ξύλινος ψηλός κινητός κηροστάτης. Στις εκκλησίες δίπλα στην ωραία Πύλη είχαν ξύλινα κυλινδρικά κοντάρια που στα πάνω μέρος είχαν μια λαμπάδα (4πλή λάμπα, στη Λευκάδα). Τα κρατούσαν παιδιά και συνόδευαν τον παππά όταν έβγαινε από την ωραία πύλη προς το μέρος του εκκλησιάσματος, αλλά και στις λιτανείες
«… Όταν είναι καθαρισμένα και λαμπερά, γίνονται τα πιο καλά στολίδια της εκκλησίας. Με δύο, τρία, πέντε τόρτσα…»(Λουκάτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ torcio, torca ή το αγγλικό torch
Τόμου
Αλλά και Σόμου =αφού, όταν, άμα, μόλις
Τζώρτζινας
Αλλιώς και Τζέρτζελας ή τζέντζερας ή τζέρτζινας = είδος μεγάλης και χοντρής σφήκας, ο βομβίνος, ο μπάμπουρας (επιστ . Bombus).
«Μην τσιγκράς τη τζωρτζινοφωλιά, να μη σε σκρώξουν (=τσιμπήσουν) οι τζωρτζίνοι!(Παλική)»
Τζόγια (η)
Χρύσο κόσμημα, πολύτιμο, αλλά και η χαρά. Επίσης είναι όνομα βαφτιστικό. τζόγια = πολυτελής στέφανος διδόμενος ως έπαθλον εις το νικήτήν της γκιόστρας (λεξικό Δημητρ.) τζογέλο = πολύτιμο κόσμημα Τζογελιέρης = χρυσοχόος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. gioja ,gioia
Τζογάρω
χαρτοπαίζω,παίζω μανιωδώς χαρτιά ή τυχερά παιχνίδια Τζόγος= παιχνίδι με χαρτιά. Τζογιά (η)=χαρτωσιά, παρτίδια Τζογαδόρος=χαρτοπαίκτης
«Έλα βωρέ να παίξουμε μια τζογιά ακόμα! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. giocare, giuoco, gioco
Τζατζαμίνι(το)
Αλλιώς και Τζαντσαμίνι = Το γιασεμί, ο ίασμος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. gelsomino
Τέντα- γρέντα
Εκφρ. = φαρδιά - πλατιά
«Έπεσε μες στη μέση τση πλατείας τέντα - γρέντα!»
Ταφιάζω
Σκοτώνω,φονεύω, βάζω κάποιον στον τάφο. Μεταφ. χτυπάω κάποιον, επίσης καταβάλλω, νικώ κατά κράτος τους εχθρούς
«Με τάφιασε στο ξύλο! Θα σε ταφιάσω άμα σε τσακώσω!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. ενταφιάζω
Τηράω
Αλλά και Τηράζω = κοιτάζω, βλέπω, προσέχω.
«Τυρί και Τήρατω (Λογοπαίγνιο). Μάτια που δεν τηριώνται, γληγορ’ αλησμονιώνται.(Έρυσσος) Τήρα ωρέ να μη μιλήσεις!»
Ετυμολογία: ιδιωμ. εκ του οράω=ω, εκ του αρχ.=τηρέω
Τάραμα (τ0)
Ο σπάσμός, η ταραχή, η αναστάτωση, ο θυμός
«Που να σε ταράξει το γλυκύ σου! Να σε πιάσει το τάραμα!»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ταράσσω, ταράττω

Υ

Υποφέρνω 🏛️ Κοινότητας
εκ παραφ. Υποφέρω
«Δε υποφέρνω πια τη μίρλα σου κυρά μου!»
Υποδέλοιπος 🏛️ Κοινότητας
Υπόλοιπος
Ύπουργα
οι σπόνδυλοι
Υδέ
αντί, ουδέ
«Ούτε ο Μεμάς υδέ ο Σπύρος!»
Ύφου και νύφου
Συμφορά σου (Ανδ. Λασκαράτος)
Υπέρπυρα
Βενετσιάνικα νομίσματα (εκτός απο τα Βυζαντινά) που δεν κυκλοφορούσαν τον 15ο και 160 αιώνα, αλλά είχαν το ρόλο του προστίμου με την έννοια των σημερινών δραχμών : 30 υπέρπυρα = 1 τσεκίνι (χρυσό δουκάτο)
«1 υπέρπυρο = 80 τορνέσια (Κεφαλ. Πρόοδος 1975, Τ. 47-48/230)»

Φ

Φασινέλα (η) 🏛️ Κοινότητας
Δεμάτι με ξύλα, προσανάμματα, βέργες ή και σκίζες (κομμένα κάθετα)
Φκιάνω 🏛️ Κοινότητας
Εκ παραφ. Φτιάχνω
Φλώρι
Νόμισμα (δεύτερο μισό του ΙΣΤ' αιώνα) ίσο με το δουκάτο
Φαρφαρόνος 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και φαμφαρόνος = Ο φλύαρος, ο φαντασμένος, φαφλατάς,
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fanfarone
Φκιασμένος 🏛️ Κοινότητας
εκ παραφ. ο Φτιαγμένος
Φκαρίστηση 🏛️ Κοινότητας
Εκ παραφ. = η ευχαρίστηση
Φάβρος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Ο σιδεράς, ο σιδηρουργός. Φαβραριό ή Φάβρικα = Το σιδηρουργείο. Στην Ιθάκη = Χάβρικα (η) Φαβράκια (τα) = οι μαθητευόμενοι σιδηρουργοί.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fabbro
Φριγαρόλι (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και φριαρόλι = λεπτό ύφασμα, λεπτό και φαρδύ πανωφόρι
«μη βγεις εξω με αυτό το φριγαρολι,κάνει κρύο.»
Φλίτσουρα(τα) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Φλέτσουρα = φλούδες, σκουπιδάκια, φλέτζες απο ξύλα για προσάναμμα,
Φαλάρω 🏛️ Κοινότητας
Σφάλλω, πλανώμαι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Fallare
Φόβολη (η) 🏛️ Κοινότητας
Η χόβολη (Φαρακλάτα)
Φιρφιρένιος 🏛️ Κοινότητας
Ο πορσελάνινος ή κατασκευασμένος από λεπτή κινεζική πορσελάνη (φαγεντιανό).
«Τα μεσάλια από μετάξι και στρωμένα με την τάξη και οι μπόλιες μεταξένιες και τα πιάτα φιρφιρένια...Από τραγούδι γάμου (Μεγανήσι) »
Φιούρα (η) 🏛️ Κοινότητας
H ντάμα στο χορό, μετφ.= η επίδειξη, η φιγούρα, αλλά και οι φιγούρες στο χορό.
«Πάμε λοιπόν να γιάνουμε τση πείνας τις λιγούρες, πάμε να γίνουμε στουπί μαζί και με τσι φιούρες!»
Φυκάρι (το) 🏛️ Κοινότητας
εκ παραφ. το θηκάρι
Φτωήχι (το) 🏛️ Κοινότητας
Παραφρ. των επτά εκκλησιαστικών ήχων (φτωήχοι), Η επτάηχος του Δαμασκηνού.
Φουρόρε 🏛️ Κοινότητας
Οργή, θυμός, μανία, βιαιότητα, ζήλος, πάθος, λαχτάρα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.furore
Φαμελεμένος 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Φαμελίτης = ο οικογενειάρχης, ο βιοπαλαιστής με μεγάλη οικογένεια. Φαμελιά = η οικογένεια, αλλά και το σύνολο των μοναχώς μονής. Στα χωριά ονόμαζαν έτσι τη σύζυγο, τη γυναίκα. Φαμελεύω = κάνω οικογένεια με παιδιά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. famiglia
Φαρφαλιάρης 🏛️ Κοινότητας
Ο φλύαρος, ο κουτσομπούλης.
«Έτσι μου φαίνεται και συ Φρανκάσας φαρφαλιάρης, τόσο λοιπόν αλάλιασες μ' ένα κοπλιμέντο;(Μολφέτας)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. farfalla, farfallino
Φόκο (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Φούκου και Φουόκο = Η φωτιά, η ένοπλη επίθεση. Φοκάλα = ηη μικρή φωτιά
«Φύσα τη φούκου ναρπάξει (= να ανάψει)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fuoco
Φρεσκαδούρα (η) 🏛️ Κοινότητας
O καλοκαιρινός δροσερός άνεμος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. frescatura
Φούσκα (η) 🏛️ Κοινότητας
Η ουροδόχος κύστη
Ετυμολογία: αρχ. φύσκη, εκ του ιταλ. vescica
Φούρκα (η) 🏛️ Κοινότητας
Η αγχώνη, η κρεμάλα, αλλά και το δικριάνι.
«Μούβαλες φούρκα στο λαιμό! Να κάτσει η φούρκα στο λαιμό σου!(κατάρα). »
Ετυμολογία: Ιταλ forca
Φινίρω 🏛️ Κοινότητας
Τελειώνω, εξοφλώ, αλλά και μεταφορικά πτωχεύω. Φινίρισμα (το)=τελείωμα, περάτωση.
«Φινίρισε το παστόψαρο! (έκφρ. = τέλειωσε η υπόθεση)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.finire,
Φαλιμέντο (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Φαλιδιτσιό = Η χρεοκοπία. Φαλίδος (ο) = χρεοκοπημένος. Φαλίρω= Χρεοκοπώ, πτωχεύω. Φαλιδομάνα και Φαλιδοκουφάλα = περιπαικ. ο χρεοκοπημένος, γενικά ο μη αξιόπιστος.
«Φαλιδιτσιό και μάσσιμα (παρ.)= χρεωκοπία και αξίωση κύρους λόγω εντιμότητας!»
Ετυμολογία: Iταλ. fallimento
Φαρτσέτα(η) 🏛️ Κοινότητας
Υποκ. Φαρτσέτι = μικρό καμπυλωτό μαχαίρι σε σχήμα δρεπανιού, κλαδευτήρι, δρεπανοειδής σουγιάς.
Ετυμολογία: Ιταλ. falcetto, falce
Φιρίδα 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Φυρίδα = α. Η χαραμάδα από όπου περνάει φώς. β. Τρύπα στον τοίχο ή στην πόρτα για να περνάει η γατα ή σε κοτέτσι για να μπαινοβγαίνουν οι κότες.
Φίντα(η) 🏛️ Κοινότητας
α. Η ρεμπάρτα, τα μπροστινά κουμπιά του παντελονιού. β. Πρόσθετο διακοσμητικό ύφασμα με κεντημένο στολίδι, το οποίο τοποθετούσαν ανάμεσα στο προσκέφαλο και τα κλινοσκεπάσματα. γ. Φίντες = οι κουίντες του θεάτρου. δ. Το άοσμο τριαντάφυλλο, το ψεύτικο. μετφ. ψεύτικος, υποκριτής
«κλείσε καημένε τη φίντα σου! Είναι μια φίντα ετούτη η κοπελιά! Λόγια φίντα πάλε λες;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. finta/finto
Φασούλια 🏛️ Κοινότητας
Εκ παραφ. τα φασόλια
Φλουέντσα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Φλοέντσα = καταρροή, συνάχι, γρίπη με πυρετό. Αναφέρθηκε και ως Φλορέντζα.
«ου ου, είναι χάλια, έχει φλορέτζα! Με τούτη τη διάθεση που ο χειμώνας θάχει, θάχεις απαραίτητα φλουέντζα και συνάχι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. influenza
Φιαούτο 🏛️ Κοινότητας
Η φυσαρμόνικα, στην περιοχή των Φαρακλάτων κυρίως
Φουστανελλάς 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Φουστανέλλα = Το φυτό Μπρουγκμάνσια (Brugmansia), το οποίο φτάνει πάνω από 2 μέτρα ύψος και βγάζει μεγάλα άνθη, συνήθως κίτριν, τα οποία όταν ανοίγουν, μοιάζουν με φουστανέλλα.
«Άνθισε ο φουστανελλάς μου και μοσκομυρίζει η αυλή!»
Φυσούνι(το) 🏛️ Κοινότητας
α. Το φυσερό - Καλάμινος αυλός με μικρή τρύπα στο κάτω μέρος, μέσα απο την οποία επιτυγχάνεται το άναμμα της φωτιάς. Ήταν και αγροτικό εργαλείο για να θειαφίζουν τα ψηλά κλήματα ή τα δέντρα. β. Ο ισχυρός άνεμος.
«Φέρ' το φυσούνι ν' ανάψουμε το τζάκι!»
Ετυμολογία: εκ του φυσάω
Φλέτζα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Φλέντζα = Η φέτα του πορτοκαλιού, του μανταρινιού κ.τ.λ., μικρό κομμάτι ξύλου σε σχήμα σφήνας.
«Δώκε μου δυο φλέτζες πορτογάλι να βρεξω το στόμα μου!»
Φινικώνω 🏛️ Κοινότητας
Κουφώνω, κατατρώγομαι από τα ξυλόφαγα και καταστρεπτικά μικροέντομα. Μεταφ. = Αδυνατίζω, χάνω βάρος,
Φκιάρι 🏛️ Κοινότητας
Το φτυάρι.
«Πιασ' το φκιάρι και πάμε στ' αμπέλι! Σαϊτάρι, τσαπί και φκιάρι! (παροιμ. Σάμη)»
Φελάω 🏛️ Κοινότητας
Αξίζω, είμαι ωφέλιμος, διατηρούμαι.
«Δε φελάει τούτη η μανέστρα! Μου δώκε εκειό το χειμωνικό που δε φελάει τίποτα!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. ωφελώ
Φάσα 🏛️ Κοινότητας
Η πλατιά ζώνη
«Πιο ωραίο είναι το φουστάνι σου άμα του βάλεις και μια φάσα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fascia
Φαομάρα 🏛️ Κοινότητας
Καυγάς, διχόνοια, λογομαχία.
«έπεσε φαομάρα στην παρέα»
Φευγόδικος 🏛️ Κοινότητας
Ο Φυγόδικος
Φαουλάρικο 🏛️ Κοινότητας
Αυτό που τρώγεται ωμό. Συνήθως λέγεται για το μεγάλο λεμόνι με την χοντρή φλούδα, το οποίο γίνεται και γλυκό.
Φτερολίγκονο (το) 🏛️ Κοινότητας
Είδος μερμηγκιού με φτερά. βλ.Λιγγόνι= το μερμήγκι.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. leccone +φτερό
Φουμολάλας 🏛️ Κοινότητας
Αυτός που έχει μαλλί αφάνα και φαίνεται το κεφάλι του πολύ μεγάλο.
«πήγαινε κουρέψου που γίνες φουμολάλας»
Φουμαδόρος 🏛️ Κοινότητας
O καπνιστής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ . fumatore
Φόρτσα 🏛️ Κοινότητας
Δύναμη, ισχύς, αντοχή, εξαναγκασμός. Φορτσάρω = εξαναγκάζω, πιέζω, αλλά και δυναμώνω (για άνεμο). Φορτσάτος = αυτός που έρχεται με διάθεση, με βία, με δύναμη.
«Φορτσάτος μου ΄ρτες! Φόρτσα μαγγιόρε= ανωτέρα βία. Φόρτσα ράπανο=δυνατό σα ραπάνι. Κάνω φόρτσες = είμαι σχοινοβάτης. »
Ετυμολογία: εκ των ιταλ. forza, forzare
Φάκλα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αναμμένη χοντρή θρυαλλίδα (=φυτίλι) λυχναριού ή κεριού. Αλλά και η φανταχτερή, η φωτεινή, η λάμψη. Φάκλισμα = Το πυροφάνι. Συνηθως χωρίς βάρκα, με τα πόδια.
«Φάκλες και φανέστρες (=επιδείξεις)!»
Ετυμολογία: εκ των ιταλ. fiacola, facula
Φέλλα(η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Θέλα = Α. η νυχτοπεταλούδα, Β. η παρωπίδα υποζυγίου, Γ. Ασθένεια του ματιού, η κερατίτιδα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. foglia
Φούζο (το) 🏛️ Κοινότητας
Ο άξονας κάρου ή τροχού (Φαρακλάτα)
Φούσκος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Α. χαστούκι, κόλαφος, ράπισμα. Β. Αλλά και φούσκω (η) = εκείνος που έχει χοντρά και πρησμένα μάγουλα. και μεταφορικά ο μικρόσωμος, ο χοντρός.
«Τ άστραψα ένα φούσκο μα τι φούσκο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fosco
Φρύγω -ομαι 🏛️ Κοινότητας
ξεραίνομαι, αφυδατώνομαι, διψάω. Μεταφ. = ο συνεσταλμένος, ο ζαρωμένος, αλλά και ο μοχθηρός, ο κακόβουλος, Φρυμάρα = μεγάλη δίψα.
«Φέρε μου να πιω τίποτα, εφρίγηκα! Λόγια φρυμένα μούπε. (=πικρά, δηλητηριώδη)»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. φρύγω, φρύξι
Φακότο 🏛️ Κοινότητας
Μικρό σακί, αλλά και δέμα, πακέτο
«Επέταξε τα κόσκινα, τση θειάφης τα φακότα και κάθεται στο θέατρο και ακοούει τη Μασκότα.(Μολφέτας)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fagotto
Φόρος (ο) 🏛️ Κοινότητας
Η αγορά, λαϊκο στέκι στην αγορά. Μεταφ. η δημοσιότητα. Αναφέρθηκε και ως πλατεία.
«Τον ηγδα στο φόρο! Τον έβγαλε στο φόρο! (=τον ξεμπρόστιασε δημοσίως)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. foro, Foro Latin Forum
Φουμέντο (το) 🏛️ Κοινότητας
Φάρμακο κατά της γρίπης. Βρασμένο κρασί με αρωματικά φυτά για πόσιμο και εισπνοές. Αλλά και το ατμόλουτρο. Αναφέρεται και ως :Ήταν μια κατσαρόλα με ζεστό νερό που είχαν βάλει φύλλα ευκαλύπτου και έκαναν εισπνοές. Σε κάποια χωριά φουμέντο ήταν το τσιγάρο ή οτιδήποτε ανέδυε καπνό (από την ιατρική παράδοση της εποχής).
Ετυμολογία: εκ του ιτ. fumo
Φουρνόξυλο 🏛️ Κοινότητας
Είδος ξύλινου φτυαριού που έβαζαν και έβγαζαν το ψωμί στον ξυλοφουρνο. Είχε και την έννοια της βίαιης αντίδρασης.
«Τον πήρε με το φουρνόξυλο (=τον έδιωξε). Τον πήρε με τη καδηνέλα (=ον απείλησε ή και τον καταδίωξε) »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. forno και -ξύλο
Φιλιστόκα 🏛️ Κοινότητας
Έγγραφο ή γράμμα συνήθως δυσάρεστου περιεχομένου, λίβελοςλογαριαμσός. Αναφέρθηκε και ως ερωτική επιστολή. Με χιουμοριστικη διάθεση κάτι μακροσκελες.
«Σου 'ρτε μια φιλιστόκα αφέντη μου!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. filastroca
Φτύση (η) 🏛️ Κοινότητας
Η φυματίωση. Φτυσικός = ο φυματικός. Φτυώ (αλλά φτγεί και φτιγεί= φτύνει, γ' ενικό) = φτύνω. Φτυσιά (η) = το φτύσιμο. Φτυξιά (η) = η σταγόνα, συν. λιματίδα και σταλαγματιά
«Άλλοι επιθυμούν τα γένια, κι' άλλοι τα μασούν και φτυούνε! (Αναγνωστάτος)»
Φαερόπ 🏛️ Κοινότητας
Βάλτε φωτιά, αρχίστε, κάντε γρήγορα!
«Βαρήσαμε φάεροπ τσι ελιές (λεγόταν στα κοκκολάτα)»
Φανάρι 🏛️ Κοινότητας
Ήταν μικρό έπιπλο κρεμαστό με σίτα γύρω γύρω και πόρτα για τη φύλαξη των φαγητών, αναφέρεται απο πληροφορήτρια στην περιοχή της Κρανιάς
Φουρκί (το) 🏛️ Κοινότητας
Η πιθαμή. Μονάδα μέτρησης ίση με την απόσταση δείκτη αντίχειρα.
«Πέντε φουρκιά είναι η φούστα σου. Γυναίκα μου να σε χαρώ, ναζήσεις, τη φούστα σου μάκρυνε δυο φουρκιά. (Λορνιόν) »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. forca-io
Φουρκαδέλα (η) 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Φουρκατέλλα = Η φουρκέτα, το τσιμπίδι των μαλλιών.
«Βάλε δύο φουρκαδέλες μην πέφτουν τα τσατσούλια στα μάτια σου !»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. forcatto-ello
Φώλι (το) 🏛️ Κοινότητας
Το αυγό (αληθινό ή ψεύτικο)ωπου τοποθετούσαν στη φωλιά, για να γεννούν οι κότες.
«Μου 'κλέψε μέχρι και το φώλι! Χωρίς φώλι και φωλιά ξενογεννούν οι κότες! (Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. φυλίτις/ φωλεά (Λάζαρης)
Φυτιά 🏛️ Κοινότητας
Ο χώρος που φυτεύεται πρόσφατα. Το νεοφυτευμένο αμπέλι, ο δενδρόκηπος ή το λιοστάσι. Μεταφ. Φυτιές = τα παιδιά
Φαραώνα 🏛️ Κοινότητας
Η φραγκόκοτα. Μετφ. = γυναίκα δυναμική, επιβλητική, επιδεικτική, αυταρχική
«Αυτή δεν παλεύεται, είναι φαραώνα! Και μάλιστα μια φίλη, πολύ ρομαντική, πούναι χρονώνε δεκαοχτώ, χωρίς τα καλοκαίρια, σα κότα φαραώνα, μας τρέχει εδώ και 'κει. (Μολφέτας)»
Φουμάδα (η) 🏛️ Κοινότητας
Η έξαψη, η επαναλαμβανόμενη έχω φουμάδα/φουμάδες
«φουμάδες έχεις και ξεζωρκιάστηκες;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fumare, fumea
Φουντάκι 🏛️ Κοινότητας
το κατακάθι του καφέ, ίζημα (συνηθ. στην Λευκάδα)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fondaccio
Φουντραδόρος 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και φουνταδόρος ή φοντραδόρος= Το ξύλινο αντιστέλι για την πόρτα. Η σιδερένια ή ξύλινη αμπάρα της πόρτας που μπαίνει διαγώνια για να μην ανοίγει.
Φούμπια 🏛️ Κοινότητας
Το θηλυκό μέρος του μεντεσέ, που στερεωνόταν στο πέτρινο δοκάρι, συνήθως με μολύβι (μόλυβδο). Λέξη ξενοφανής (Ηλ. Τσιτσέλης)
Φτουράω 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και χτουράω = Διασώζομαι, λυτρώνομαι, διατηρούμαι. Φτουράει = φτάνει, είναι αρκετή μια ποσότητα από κατι
«Κανείς δε θα φτουρήσει απ'την αρρώστια!»
Φορτσέρι (το)
Αλλιώς και φορσέρι = Το μπαούλο, κασέλα, συρτάρι, κιβώτιο
«Το φορτσέρι τση γιαγιάς άνοιξε να βρεις καμια καθαρή ντεμέλα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Forziere
Φτενός
Ο λεπτός, ο ισχνός, ο στενός.
«Κόψε μου μια φτενή φέτα ψωμί!»
Ετυμολογία: ευ-τείνω, φθίνω
Φουρκισμένος
Ο θυμωμένος. Φουρκίζω= κρεμάω, απαγχονίζω. Φουρκίζομαι = θυμώνω, νευριάζω
«Εφουρκίστηκα με τούτα τα μαντάτα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. furca/forca-io= φούρκα = αγχόνη, μεταφ. βία,πίεση
Φιρίρω
Αλλιώς και Τσουγγράω = Σπάω (λέγεται για το τσούγγρισμα των αυγών το Πάσχα), φθείρω, τραυματίζω, πληγώνω, έρχομαι σε σύγκρουση.
«Φιρίρει πάλε ο γείτονας με τσι γειτόνισσσές του, φιρίρει κι ο εφήμερος με τσ' ενορίτισσές του!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ferire
Φιόρο
Το λουλούδι, το άνθος
«Φιόρ' ντ' αμόρε (= το λουλούδι του έρωτα, η αγριοπασχαλιά)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fioro
Φιδοτρώομαι
Αλλά και Φιδοφαώνομαι = Υποπτεύομαι, ανησυχώ, μπαίνω σε υποψίες (προσομ. εκφρ. με ζώνουν τα φίδια)
«Εφιδοφαώθηκε, όταν άκουσε πώς άφηκε κληρονόμο τον Γιάννη!»
Φιδόνα
Η ύπουλη γυναίκα, η διπρόσωπη
Φερμάρω
Στερεώνω, στέκω και περιμένω, σφίγγω, τεντώνω, ακινητοποιώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Fermare
Φέρμα
Δυνατά, σταθερά, ακίνητα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Fermo
Φαστίδιο (το)
Λιποθυμία, δυσφορία, λιγοθυμία, αδυναμία. Φαστιδιασμένος = Λιπόθυμος. Φαστιδιάρω= Λιποθυμώ, δυσανασχετώ, δυσφορώ
«Με τόση ζέστη κοντεύει να μ΄έβρει φαστίδιο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. fastidio
Φαρομάνια
Αλλά και Φαρομάνι, Φαρομανιό, Φαρομανητό, Φαρομάνισμα και Φαρομανισταριό : το έξαλλο γλέντι, έξαλλο παιχνίδι
«Ευκειά τα παιδιά φαρομάνι που κάνουνε!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Fare- mania
Φαρομανάω
Παίζω έντονα, κάνω σκανταλιές, κάνω θόρυβο τρέχοντας, αλλά και χαχανίζω, διασκεδάζω, ευθυμώ
Φάουσα
Καρκινοειδές έλκος, δερματική αρρώστεια, γάγγραινα, κνησμός Μεταφ. =ο σκασμός αλλά και η γκρίνια. Συνων. = φαωμάρα (γκρίνια), φαγέδαινα
«Σταμάτα τη φάουσα! (= σταμάτα τη γκρίνια!) Βγάλε τη φάουσα! (=σώπασε, πάψε!) »
Φαμόζος
Ο ξακουστός, ο διάσημος, ο σπουδαίος, ο περιβόητος.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Famoso

Χ

Χλίβομαι 🏛️ Κοινότητας
θλίβομαι, λυπάμαι, δυσθυμώ. Χλιμάρα = η δυστυχία. Χλιβερός = οθλιβερός, αξιολύπητος
Χούρχουρο (το) 🏛️ Κοινότητας
Το λεπτό ξύλο, το κλαδί, που προορίζεται για το άναμμα φωτιάς . Στα Φαρακλάτα, αναφέρεται και ως = Χούσμουλο.
Χαζίρι 🏛️ Κοινότητας
Ακλ. επιρρ. = Έτοιμο, εντάξει, γρήγορα. Κάποιες φορές σημαίνει και καθόλου (Έρυσσος). Χαζιρεύω και χαζηρεύω = ετοιμάζω
«που κάθε μία τους ήτανε χαζίρι να πετάξει! Μετανοείτε, ήγκικεν κι αυτό το πανηγύρι, κάμετε τα μπαούλα σας, για νάσαστε χαζήρι! (Μολφέτας)»
Ετυμολογία: τουρκικ. χαζίρ
Χέρι-χέρι
επιρ. = γρήγορα, γρήγορα
Χερκό 🏛️ Κοινότητας
Αλλά και Χερικό = ξεκινώ κάποια χειρωνακτική. Αναφέρθηκε και ως η εργασία για καταστήματα, η πρώτη συναλλαγή της ημέρας. συνηθ. έκφρ. = Μου έκανε χερκό, αλλά και Βάνω χερκό, και Καλό χερκό (ευχή)= Καλή αρχή.
Χλιαίνω 🏛️ Κοινότητας
Ζεσταίνω το νερό, το κάνω χλιαρό.
Ετυμολογία: εκ του χλίω
Χολιάζω 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Χολιάω = Εξοργίζομαι, πεισμώνω, θυμώνω, κακιώνω. Χολισασμένος = ο μουσκλωμένος, πεισματωμένος.
«Έλα να φας που χόλιασες!»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. χολόω-ω
Χεροκωλιά 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Χειροκωλιά= Χτύπημα στα οπίσθια με την παλάμη.
Ετυμολογία: χειρ, -κωλιά
Χαλικωσιά 🏛️ Κοινότητας
Στρώσιμο μονοπατιού με χαλίκι συνήθως το χειμώνα για τις λάσπες. Χαλιάς (ο) = στη Λευκάδα. Χαλικερό αλλά και Χαλικόγιο (επιθ.)= τμήμα εδάφους που έχει πολύ χαλίκι.
Ετυμολογία: χάλιξ, [α], -ικος,
Χομολάνι 🏛️ Κοινότητας
η κάτω γραμμή
Χλιός 🏛️ Κοινότητας
Ο χλιαρός
«Χλιό ειν το φαΐ, δε χρειάζεται ζέσταμα!»
Χώρα 🏛️ Κοινότητας
Έτσι έλεγαν το Αργοστόλι. Χωροπούλα = το Ληξούρι. Χωραΐτης = ο κάτοικος της πόλης, ο αστός.
«θα πάω στη χώρα να ψωνίσω»
Χαλάω τη μανέστρα 🏛️ Κοινότητας
εκφρ. = Χαλάω τη δουλειά, τζίφος
«άστα, χάλασε η μανέστρα , δεν θα παίξουμε χαρτιά σημερα !»
Χαλαλοή 🏛️ Κοινότητας
Φασαρία, οχλαγωγία, σαματάς
«Τί χαλαλοή είναι τούτη, βγάρτε τη βούβα!»
Ετυμολογία: χλαλοή, η (ουσ.), οχλαγωγή
Χάρμπο 🏛️ Κοινότητας
ξύλο χαμηλής ποιότητας και αντοχής. Πιθανόν από το Αγγλικό hardboard
Ετυμολογία: κατα παρφ. χάρμποτ
Χωσάδα (η) 🏛️ Κοινότητας
Κάθε άγουρο φρούτο, (ιδίως αχλάδι) που μετά τη περισυλλογή τοποθετείται στην αποθήκη για να ωριμάσει. Μεταφορικά κάθετι κρυμμένο. Αναφέρθηκε και ως μεγάλα κόπρανα του μοσχαριού.
Ετυμολογία: χώνυμμι
Χλεμπόνα 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Χλωμπόνα (Ιθάκη) = Κάθε τι σάπιο, η σαπίλα, χλωμός -η-ο. Χλεμπονιασμένος = ο αρρωστιάρης, πρασινοκίτρινος από ελονοσία.
«Πάλε χλεμπονιασμένος είσαι και βήχεις έτσι, κακομοιριά σου!»
Ετυμολογία: χλόη-πονέω (Λάζαρης)
Χασολοΐζω 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και Χασομαυλίζω και χαζολοΐζω= Χάνω τα λογικά μου, παλαβώνω. Χασολοϊσμένος = παραλογισμένος, οποιος έχει χάσει τα λογικά του
«Ω, εχασολόισε ο Μεμάς! ΤΙ χαζολοΐζεις όξω, ελα μέσα να κάμεις καμία δουλειά!»
Χασκαμπουρίζω 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και χασκομπουράω = Γελάω δυνατά και έχω το στόμα ανοικτό. Γελάω δυνατά, χαχανίζω, χασκογελώ επιπόλαια ή φιλάρεσκα ή ερωτικά.
«Είσαι και χασκαμπουρίζεις με τους φίλους σου και έχεις τόσες δουλειές να κάμεις! »
Ετυμολογία: χάσκω, εκ του ιταλ. bruire
Χαφταλεύρας 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και χάφτος και χαφτανάς = Ο ευκολόπιστος, νωθρός, ευήθης, λαίμαργος
Ετυμολογία: εκ το υ ρ. κάπτω,χαίνω, χαύνος, τουρκ. χαπ-νους
Χαράκι (το) 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και χαράκωμα = Ανοιξιάτικη αμπελουργική εργασία, όπου με ειδική ψαλίδα χάραζαν το κορμί του αμπελιού για να χάσει χυμούς και να γίνει πιο χοντρό το σταφύλι. Ρήμα = Χαρακώνω
Χειρόβολο 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και χερόβολο = Η ποσότητα που μπορεί να κρατήσει το χέρι. Συγκομιδή σταριού σε δέμα,
«Όργο και χειρόβολο, δραπάνια και αστάχτυ.»
Ετυμολογία: εκ του χειρ-βάλλω, παρ. αρχ. χειρόβολον και χειρόβλημα
Χαμόγειο 🏛️ Κοινότητας
Χαμηλό, ισόγειο ή ημιυπόγειο σπίτι. Συνων. = Χαμώι και χαμόσπιτο και χαμώπατο. Απαντάται σε παλαιά συμβολαιογραφικά έγγραφα
«Έχω ένα οικόπεδο με μια χαμόγεια κατοικία.»
Ετυμολογία: η λέξη χαμόγαιον κατά το ανώγαιον
Χειμωνικό 🏛️ Κοινότητας
Το καρπουζι. Παλαιότερα έλεγαν χειμωνικά τα πεπόνια που κρατούσαν ως το χειμώνα, ύστερα το περιόρισαν στα καρπούζια.
«Γυναίκα και Χειμωνικό, η τύχη τα διαλέει!(Παλλική)»
Ετυμολογία: εκ της λεξ. χειμώνας και όχι χυμός (Λουκάτος)
Χρίζω 🏛️ Κοινότητας
Πάω στην τουαλέτα, μεταφ. = σκοτίστηκα. Χρίζομαι = λερώνομαι. Χρισιά (η) = η κένωση, αλλά και η κηλίδα
«Τόμου ειν' έτσι, εγώ χρίστηκα =Αφού είναι έτσι, εγώ σκοτίστηκα. Καταγραφή από Ι.Λευτεράτο (γεν.1939, Αργοστόλι),το έλεγε η γιαγιά του,Χλόη(γεν.1870,Διλινάτα) »
Χάχαλα
Μικρά ξυλάκια, τσόφλια, σκουπιδάκια, τσόφλια
Χρεία (η)
Η ανάγκη, η πενία.
«Περνάω χρειά (= στερούμαι τα βασικά)»
Χουμάω
Ορμάω
Ετυμολογία: εκ παραφθ. χυμάω
Χάπατο
Ο μικρόμυαλος, ο χαζός, το κορόιδο
Ετυμολογία: εκ του ρ. χαίνω, τουρκ. χάπ
Χαλίκι
Το βότσαλο, η πετρούλα
Χαλέπεδο
Ερείπιο οικείας, μισογκρεμισμένο ερημόσπιτο. Συνων.= Χαλές (=τουαλέτα, τουρκ.)
«Και μ' όλα μας τα θέατρα και με τα ιπποδρόμια, εντός ολίγου θα μετράς χαλέπεδα παρόμοια!(Μολφέτας)»
Ετυμολογία: ίσως και χαλαίπεδον κατά της λεξ. χαμαίπεδον (Μοσχόπουλος)

Ψ

Ψωλιόνας
Αλλιώς και Ψωλιόγκος (Λευκάδα) = Θαλάσσιο μαλάκιο, χρησιμοποιείται συχνά για δόλωμα (Holothuroidea)
Ψιμογελάω 🏛️ Κοινότητας
Χαμογελάω με καλοσύνη , με συγκατάβαση ή πονηριά. Ψιμόγελο = το χαμόγελο
Ψάρα(η) 🏛️ Κοινότητας
Η πισσάρα αλλιώς και κουκούλα. Όσπριο παραπλήσιο του μπιζελιού και του αρακά. Εκτός του καρπού του στην Κεφαλονιά τρώγονται και οι κορυφές του φυτού πριν ανθίσουν, σαν σαλάτα.
Ψευτοφελάδας 🏛️ Κοινότητας
Ο απατεώνας. Αυτός που έχει πλαστή ταυτότητα
Ψημένος 🏛️ Κοινότητας
Αλλιώς και ψημενάτος = Ο καημένος, ο κακομοίρης. εκφρ. Ψημένο αχείλι, ψημένη καρδιά, ψημένη ψυχή.
«Ω... ψημένε μου! Τί έπαθε ο ψημένος!»
Ετυμολογία: βλ. ψημάρα, ψένω
Ψίλυθρον
Αλλιώς και Ψύλληθρον, στη Λευκάδα και Ψύλιθρο = Αρωματικό παρασιτικό χόρτο (Inula viscosa ή Dittrichia Viscosa=Ινούλη η ιξώδης). Φυτρώνει κυρίως στην περιοχή της Ερύσσου. Υπάρχει και σχετικό τοπωνύμιο, ο Ψυλληθριάς.
«Κρίμας τα καλά χωράφια, να ‘χουν ψύλληθρα κι’ αγκάθια.»
Ετυμολογία: εκ του ψύλλα -ος
Ψείρουκλας
Περιφρ. λέξης αντί για ψειρής = Ο πάμπτωχος, όπου δεν έχει ρούχα.
Ψημάρα
Η ταλαιπωρία, η λύπη, η μεγάλη αγωνία. εκφρ. = αλίμονό μου! Δυτυχία μου, συμφορά μου.
«Ψημάρα μου! Μ'έψησε η αρρώστια..»
Ετυμολογία: εκ του ρηματος ψένω, (μεταφορικά τυραννάω, βασανίζω)

Ω

Ω γιέ! 🏛️ Κοινότητας
Επιφώνημα, εκφράζει συνήθως ειρωνεία
«Ω γιέ μάτια μου, μοσκοβολιά π'ανασταίνει!»
Ώρμος 🏛️ Κοινότητας
Ο ώριμος
«Έφαα κάτι ώρμα σύκα, μέλι !»
Ωρμάζω 🏛️ Κοινότητας
Ωριμάζω,
«ωρμάσανε τα σύκα?»
Ετυμολογία: εκ παραφθ. ρ. ωριμάζω
Ωϊμέ
αχ!
Δεν βρέθηκαν λέξεις.