Α
Αμάχι (το)
Αλλά και Αμάχεμα = Η καταδίωξη, η κατάσχεση.
Αμαχέυω = Κατάσχω, αφαιρώ, δεσμεύω
«Έστειλε και μ' αμάχεψε! (=μου έκανε κατάσχεση)»
Αμάλαγος
Ανέγγιχτος, αδούλευτος, αλλά και ο αθώος, ο εύπιστος. Λέγονταν κυρίως για τις κοπέλες που δεν έβγαιναν απο το σπίτι (που δεν τις έβλεπε ούτε ο ήλιος), κατά τα αυστηρά έθιμα του τόπου.
«Άσε με κόρη να χαρώ, τσ' αμάλαγές σου πλάτες,
που θα τες φάει μαύρη γη ή οι αραχνιασμένες πλάκες! (Αριέττα)»
Ετυμολογία: α-μαλάσσω
Αδεμπέρω
Καίω τα χόρτα στο χωράφι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. addebbiare
Αβασκαίνω
Αλλά και βασκαίνω = ματιάζω κάποιον
«Φτου σου να μη μου βασκαθείς!
Ωρέ ξεβασκαμός σου!
Ο σφιχτοφρύδης αβασκαίνει και βουνό! (Λειβαθώ)»
Ετυμολογία: εκ του λατ. fascinare
Αβαράρω
Σπρώχνω συνήθως βάρκα ή άλλο πλεούμενο από την προβλήτα για απομάκρυνση ή πρόληψη σύγκρουσης. Όρος ναυτικός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. abbarrare, barrare,varare
Αραζώνω
Πιθανόν και αράζο(ω)νω = παραχωρώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. arreso-a , παθητική μετοχή του arrendersi
Ατζητάρω
Αλλιώς και Ατζετάρω = Παραδέχομαι, αποδέχομαι, συμφωνώ, επιδοκιμάζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. accetare
Αγκομάχημα
Αλλά και Αγκομάχισμα = Αγκομαχητό, δυσκολία κατά την αναπνοή, λαχάνιασμα.
Αγκομαχιώμαι = Αγκομαχώ = Ασθαίνω, λαχανιάζω, εξαιτίας μεγάλης προσπάθειας. όταν κάποιος είναι δυσαρεστημένος ,οργισμένος και αδικημένος με άτομο, δυσφορεί και εξωτερικεύει τα συναισθήματά του με βαθειές άναρθρες κραυγές.
«Αγκομαχιέται με τον Τάση ούλη την ημέρα!»
Ετυμολογία: όγκος, άγχος, =μάχη, μύχος, εκ του ιταλ. angossa, Λατ. angusta
Αγανός
Τραχύς, αραιός στην ύφανση, ύφασμα ή πλεκτό αμφιβόλου τέχνης και στερεότητας
«Το ρετάλι από το ύφασμα είναι αγανό και θα σκιστεί γρήγορα.»
Ετυμολογία: άκανος, άγνυμι
Αϊταίρι
Αλλιώς και αητέρι = Το ταίρι
Ετυμολογία: έτερον, εταίρος
Αντρέ (το)
[αντρέ]
Η είσοδος κτηρίου
«Το αντρέ του σπιτιού ήταν στη μέση της πρόσοψης του κτηρίου.»
Ετυμολογία: Γαλλ. entrée
Αντενάτος
[αντενάτο]
Ο πρόγονος
«Τα κουάδρα με τσου αντενάτους βρίσκονται κρεμασμένα στον τοίχο.»
Ετυμολογία: εκ του βεν. Antenato
Ανασκάμνισμα (το)
Αλλιώς και ανασκλημούρα, ανασκλημουρητό = το χασμουρητό και ξεντολόισμα.
«Όποιος ξερά μας τραγουδά ιστορία
Εκειός κάνει ανασκάμνισμα κι αηδία.»
Ετυμολογία: εκ του ανασκαμνίζω
Ανασκαμνίζομαι
Τεντώνω απότομα τα χέρια και τα πόδια μου. Χασμουριέμαι και τεντώνομαι.
«Ανασκαμνίζεται γλυκά και πηαίνει να πέσει να ησυχάσει η δουλιασμένη..(Ανδ. Λασκαράτος)»
Ετυμολογία: εκ της προθ. ανά και του ρημ. σκαμνίζω
Αναθεμάτος
ο διάολος, συνων. : αναθεματισμένος
«Τί σου κάνει ο αναθεμάτον!»
Ετυμολογία: εκ της εκφράσεως ανάθεμά τον!
Άμπιτο
Αλλιώς και Άμπιτα = Ένδυμα γυναικείο εορταστικό ή νυφικό μεταξωτό, το ράσο, το επίσημο ένδυμα. Συνών. = βελέσι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. abito, abbietto
Αβάραγκας
Το φυτό δαφνοειδές ή χαμελάια (dapne oleoides) της τάξεως των θυμελαιωδών.
Αβαράγγια και βαράγγια = πικρά άγρια χόρτα που το ζουμί τους καθαρίζει το αίμα.
Αβαραγγόριζες= οι ρίζες της βαραγγιάς.
Στο Πυργί = η δεξαμενή (Τσιτσέλης)
Ετυμολογία: αγνώστου ετυμολογίας
Αβάτζο (το)
Το κέρδος, η ωφέλεια, το υπόλοιπο, το περίσσευμα.
«Δεν έχω αβάτζο από κείνη τη δουλειά!
εκφρ. Αβάντζο τση φούρκας = ο κακούργος (avanzo di forca)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avanzo
Αβατζάρω
Αλλά και Αβατζέρνω = προάγω, προβιβάζω. Υπερβάλω, υπερτερώ, είμαι ανώτερος.
«εκφρ. Αβαντζάδος τσου χρόνους! (=ο ηλικιωμένος)»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλικού avanzare
Αβανταδόρος (ο)
Αλλά και αβανταδώρος = Αυτός που ζει από αβάντες, βοηθός όχι παντα θεμιτός, υποστηρικτής.
Αβαντάρω = δίνω κέρδος,
«Τον αβανταδόρο έκαμα στα χαρτοπαίγνια!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. avanti
Αβάνης (ο)
Συκοφάντης, κακόβουλος
Αβανιά (η)
Συκοφαντία, δυσφήμιση
«Βγάνω αβανιές.
Μου ’βγαλαν αβανιά, πώς αγαπώ μια δούλα.»
Ετυμολογία: Κατά τον Ευάγγελο Τσιμαράτο και τον Παναγ. Βεργωτή είναι λέξη Τουρκική avan = κάκωση. Πιθανόν παράγεται απο το λατινικό affaniae= φλυαρία ή το αραβικό aouan= όνειδος , Ιταλιστί avania, Γαλλιστί avanie
Αμονίζω
καταστρέφω, ακονίζω, αμβλύνω, φθείρω.
Μεταφορικά = παρακμάζω, (Αμόνισε πλέον ο τάδε...)
«Μην κόβεις ξύλα για θ’αμονίσεις το μαχαίρι και θα θέλω οπίσωθε άλλα τροχίσματα.
Οι μύλοι (δόντια) αμονίσανε.
Αμόνισε ο μύλος του καφέ.»
Ετυμολογία: αγνωστ. ετυμολογίας
Αψώθηκε
θύμωσε, έτοιμος για καυγά
Αψιώνω
ανάβω από θυμό, ζεσταίνομαι
Αψίληθρας
αλλιώς αψύλιθρον = φυτό διαδεδομένο αρωματικά (Inula Viscosa)
Αχρόνιαος
αναφέρεται και στην κατάρα, να μην ξεχρονιάσεις
Αχνούπας
αλλιώς και αχούνουπας = περιλαμβάνει τους καρπούς του σταριού, βρώμης κ.τ.λ.
Αχαντές
χαζός, μικρόμυαλος
Αφράλα
το αλάτι που μένει το καλοκαίρι στις πέτρες
Αφόργια
τα ρούχα που δεν έχουν φορεθεί
Αφιδεύομαι
εμπιστεύομαι
συνήθως με αρνητική σημασία
«μην το αφιδεύεσαι τούτονε!»
Αυγουστέλες
Αλλιώς και αβουστέλες = οι συκιές που κάνουν το Μάιο και τον Αύγουστο σύκα
Αυγατίζω
πολλαπλασιάζω κάτι, αυξάνω σε ποσότητα
«Δούλευε να τρώς και κλέφτε ν' αυγαταίνεις!»
Ατσούπι
ο κατά πλάτος τοίχος του σπιτιού
Ατσιντέντε
ατύχημα, συμβάν
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. accidente
Ατσάραντος
το πουλί σπίνος
Ατούρες
συμπτώματα της εγκυμοσύνης, εμετοί, κακοδιαθεσία
Ατόρνου
Γύρω, τριγύρω, ολόγυρα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. attorno
Ατζάρδος
τολμηρός, επιτήδειος
Ατακάρω
ορμάω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. attaccare
Ασφελαχτός
Αλλά και Σφερδούκλι = Το ασφάλαγκτρο, ο ασπάλαθος = αγκαθωτός θάμνος με αρωματικά κίτρινα λουλούδια.
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ασπάλαθος κατ. παραφθ.
Ασύφταος
Αυτός που πέθανε νωρίς, που δεν έφτασε σε κάποια μεγάλη ηλικία γιατί πέθανε.
Συνήθως λέγεται ως κατάρα
«Μωρέ ασύφταε!»
Αστεντούε
δια της βίας, με το έτσι θέλω, οπωσδήποτε
Ασπροφουφουδιασμένα
τα άσπρα ρούχα της μπουγάδας
μεταφ. το ευτράπελο
Ασπέτα
περίμενε
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. aspetta
Ασκούπι
ο ασκός
μεταφ. η ύβρις
Ασκόπουλο
αλλά και ασκουπόπουλο = τα νεογνά της περιστέρας
Ασκρόλυμπας
αγκαθωτό χόρτο με άσπρες νόστιμες ρίζες
Αρτύθηκε
διέκοψε τη νηστεία
Αρτάνα
παρτέρι για λουλούδια!
«Να σε χαρεί η μανούλα σου που σ'εκανε κοντούλα, σαν το σγουρό βασιλικό που'ναι στην αρτανούλα!(Λασκαράτος)»
Αρπάδι
αυτό με το οποίο ανασύρουν τους κουβάδες από τη στέρνα
Αρού - παρού
σκόρπια, εδώ και εκεί
Αρνοκόπι
τα μαλλιά που κουρεύουν, των προβάτων
Αρνόκουρας ή αρνόκορος = ο κουρευτής των προβάτων
Αρμάρι
[αρμάρι]
έπιπλο για φύλαξη αλλά και έκθεση αντικειμένων που εκτός Επτανήσων λέγεται μπουφές
«Το αρμάρι ήταν στη τραπεζαρία γεμάτο με σερβίτσια.»
Ετυμολογία: Ιτ.Armario/armadio και μεσαιωνικά Ελληνικά ερμάρι ι
Αρίλογας
συρματόπλεχτο κόσκινο που ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι
Αρίβο
άφιξη
αριβάρω = φτάνω, έρχομαι, πλησιάζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. arrivo, arrivare
Αρεστάρισμα
η σύλληψη από την Αστυνομία
Αρβάλι
το χερούλι του κουβά (σίκλου)
Άραχλο
αλλιώς και άραχνα = κάτι πένθιμο, μαύρα κι άραχνα
Αραλίκι
ευκαιρία
μετφ. οι ευκαιρίες κάπου να αράξεις
«Ευρίσκω αραλίκι»
Άπραη
χωρίς πείρα, χωρίς προκοπή, ανεπρόκοπη
Αποτσουτσουρωμένος
του έχουν αφαιρέσει το λόγο
Απόστα
αλλιώς ξαπόστα = γι ' αυτό το λόγο, επίτηδες
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. apposta
Αποπούθενε
Από ποιό μέρος, από που
«Αποπούθενε βγαίνει το νερό;»
Ετυμολογία: εκ της προθ. από και του επιρρ. πούθε
Αραρούτι
Ανωμαλία, ακαταστασία
Αποπαίρνω
κάνω κάτι χλιαρό, θερμαίνω μετρίως
«Άφηκε το φαϊ ν'αποπάρει»
Απομπούκουνα
τα αποκόμματα, βλ. μπουκούνι
Ετυμολογία: εκ του ουσ. μπουκκιά, Απομπούκι = το υπόλειμμα τροφής
Απόμπηξη
κομμάτι ξερού ξύλου που περισσεύει και μπορεί να τραυματιστεί κάποιος (Λευκάδα)
«Μου μπήκε μια απόμπηξη στο ποδάρι κι είδα κι έπαθα να την βγάλω
»
Απομυτισμένος
σκυμμένος χαμηλά, με το πρόσωπο σχεδόν στο χώμα
Ετυμολογία: Έφαγε η μύτη του χώμα
Αποκοπή
Στην Κεφαλονιά λέγεται για την τελευταία μέρα του χρόνου
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ουσιασ. αποκοπή
Αποκολωμένη
Απογοητευτική ή αρνητική απάντηση σε πρόταση ή σε αίτηση ή απαίτηση κάποιου
«“Επήρε την αποκολλωμένη του, κι έφυγε” (Λευκάδα)»
Ετυμολογία: Μετοχή του ρημ. αποκολώνω
Αποκλαμός
του χταποδιού το πλοκάμι
Αποκαταριά
Η κάτω όψη των πραμάτων. Το κάτω μέρος του ψωμιού. Συνων. : κατόψι
«Τ' απουκατάρι τρώει τ' άποπανάρι (Παροιμία)»
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αποκατάρι
Ατζιώνω
Θυμώνω, ερεθίζομαι, αντιστέκομαι, αγριεύω
Αντζιωμένος = θυμωμένος, αγριεμένος
«Μη μου ατζιώνεσαι σ’εφκειά που λέω!»
Αποδιαλεούρια (τα)
αυτά που απέμειναν μετά τη διαλογή των καλύτερων αντικειμένων, τα χωρίς αξία
«Στα μαγαζιά εβρήκα αποδιαλεούρια!»
Ετυμολογία: εκ του ρ. αποδιαλέγω και της παρ. καταλ. -ούρι
Αραντιμίδες
Στάλες βροχής, βλ. Ραντιμίδες
Αποκουκί
Εκφ. = παρά τρίχα, παρά λίγο
Απλύς
Αβαθής, ρηχός. Λέγεται συνήθως για τα πιάτα.
«Βάλε το φαϊ σε απλύ πιάτο!»
Ετυμολογία: απλόω-απλούς
Άπλερος
Ατελής, ατροφικός, λέγεται και για το πρόωρο παιδί
Μεταφ. : Ζώα γεννημένα πρόωρα, αυγά με μαλακό κέλυφος, τρυφερά φυτά
«Άπλερο αυγό (με μαλακό κέλυφος)»
Ετυμολογία: εκ του στερ. -α και του ρ. πλερώνω
Απλάδα (η)
Αλλιώς και απλοπίνακο, κακό των Σπετσών (εκφρ.) και τσανάκι = η νόσος του Καλαζάρ (μεγάλη διόγκωση της σπλήνας.
Απλάδενα = (εκ του ενετ. piadena) η μεγάλη ρηχή πιατέλα πορσελάνινη ή πήλινη που χρησιμοποιούνταν για το σερβίρισμα του φαγητού
«Γεμίζει μια απλάδενα ζουμί!
Ανέβα μωρέ στον Αίνο να δεις ούλο τον κόσμο απλάδα!»
Ετυμολογία: μεγενθ. του ουσ. απλάδι
Απίκουπα
Επιρρ. = Μπρούμυτα και σπαν. απίκου = φέρνω κάτι ανάποδα,αντίστροφα, λέγεται συνήθως για δοχεία
«Γύρνα το φλυτζάνι απίκουπα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.appie-soppa
Απανωβάρτης
Κυριολ. : Αυτός που βάζει περισσότερα χρέη στο βιβλίο των οφειλών, αλλά και μεταφ. αυτός που περιπλέκει τα πράγματα για να δημιουργήσει έριδα, ο ραδιούργος.
«Είναι εφκειός ο έμπορος απαωβάρτης!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. απανωβάλλω, ιδιωμ. απανωβάνω
Απίκου
Αλλιώς και απίκκου (επιρρ.)= Ακριβώς, επί τόπου, στη θέση, έτοιμος.
Ναυτικός όρος = όταν η αλυσίδα της άγκυρας βρίσκεται σε κάθετη θέση προς τη θάλασσα, πριν πιάσει πάτο
«Η ώρα είναι δώσεκα απίκου!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. apicco
Απιέντιστος
Αδιάκριτος
Απιέντιστη = αδιάκριτη, αδιάφορα, άπονη
Απιεντισά
Απαλάκι
Είδος χόρτου σχετικό με το περδικάκι (plantago lagobus, plantago major)
Ετυμολογία: εκ του επιθ. απαλός
Απάγκιο (το)
Το απάνεμο μέρος.
Απαγκιάζω = Στέκομαι σε απένεμο μέρος
Ετυμολογία: υπό=άγκος-αγκείον
Αξετίμωτος
Ακτίμητος, μεγάλης αξίας
«Τσοι έχω ακόμα αξετίμωτες τσοι ελιές!»
Ετυμολογία: εκ του στερ. -α και του επιθ. ξετιμωτός<ξετιμώνω
Αξαίνω
Μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
Ετυμολογία: αέξω, αυξάνω
Ανωφέλευτος
Ο άχρηστος, ο ανωφελής
«Πήγε ο κόπος μου ανωφέλευτος!»
Ετυμολογία: εκ του στερ. -α και του επιθ. ωφελευτός<ωφελεύω
Ανώι
ανώγειο, το πρώτο πάτωμα
Αντιστελώνω
Αντιστέκομαι, χρησιμοποιώντας κυρίως τα πόδια σαν αντιστέλια.
Αντίγος (ο)
α. Παλιός, γέρικος, ευερέθιστος, δύσκολος, κακότροπος.
β. Σκληρός, βάρβαρος, ισχυρογνώμος
«Είναι αντίγος άνθρωπος! »
Ετυμολογία: εκ του ενετ. antigo ή του ιταλ. antico
Αντίγλωσσο (το)
Αλλιώς και γλωσσόκομπο =
α. μεταφ. για αυτούς που δεν είναι εχέμυθοι
β. Ο χαλινός της γλώσσας, ο λεπτός υμένας στο κάτω μέρος της γλώσσας που δυσκολεύει στην κίνησή της και φέρνει δυσκολία στην ομιλία.
γ. Η αθυροστομία, η αντιλογία για κάθε τί.
«Δε μιλέις τί έπαθες , έχει τ'αντίγλωσσο;
Πού να τον στομώσεις αυτόνε, έχει τ' αντίγλωσσο!»
Ετυμολογία: εκ της προθ. αντι και του ουσ. γλώσσα
Άτζα
Αλλιώς και άντζα = Η γάμπα, η κνήμη
Αντζάτος = ο έχων δυνατές γάμπες
«1.Δε χορεύει, παρί ο ατζάτος, ο κοτζάτος και κοίλος ο γιομάτος (Παλλική)
2.Άτζα μου τρεις δεν πάει (=τώρα πια, πάει τελείωσε, δεν γίνεται) καταγραφή από Ι.Λευτεράτο (γεν.1939, Αργοστόλι),το έλεγε η γιαγιά του, Χλόη(γεν.1870,Διλινάτα)
»
Ανεμούρι
εξάρτημα του αργαλειού. Εργαλείο της υφαντικής τέχνης για να συγκεντρώνονται τα νήματα στον μίτο, τον άξονα του αργαλειού. Στην Ιθάκη αναφέρεται ως όργανο για την εξαγωγή του μεταξιού.
«Ανεμοστάτης θα γενώ κι ανέμη να γυρίζω, κ' έν' ανεμούρι ολόχρυσο για να σε περιγυρίζω!
La Donna e mobile, σαν τ'ανεμούρι, τρίβει τη μούρη κάθε λωλού! (Η αποθήκη του Διαβόλου,1860,σελ.132)
»
Ετυμολογία: εκ του ουσ. ανέμη και της παραγωγ. καταλ. -ούρι
Ανεμορούφουλας
Αλλά και ανεμορρούφουλας = Ο ανεμοστρόβιλος, ο βίαιος άνεμος.
«Η Λάμια είναι η βασίλισσα των νεράιδων... κάνει πολλά κακά στα καράβια κι ΄λοι οι ναυτικοί τη εφοβούνται, γιατί αυτή κάνει τα σιφουνικά και τ' ανεμορουφούλια (εκ παραδ.)»
Αναφουφουλιάζω
το στρώσιμο του στρώματος με τα μαλλιά, αλλά και στη Ζάκυνθο = μου σηκώνονται οι τρίχες του κεφαλιού.
αναφούφουλος = απαλός μαλακός, μη πεπιεσμένος.
«Αναφουφουλιάζει η κότα! Με μαλλιά αναφουφουλιασμένα αναπήδησε όρθιος!»
Ετυμολογία: εκ της προθ. ανά και του ρ. φουφουλιάζω
Ανασμίδα (η)
Το θηλυκό γουρούνι.
Ανασμίδι ή Ανεσμίδι = Το γουρουνάκι
«Χορούς οργάνωναν αυτοί κι αγώνες και παιχνίδια, και σαν τσου λύκους πέφτανε στ'αρνιά και στ'ανασμίδια...»
Ετυμολογία: ανά + συμόω
Ανασκυρίζω
Φυλάω κάτι σε μέρος κρυφό. Τακτοποιώ, κρύβω.
Ανασκαμνίζω
Σηκώνομαι από το κάθισμά μου για να υποδεχθώ κάποιον.
Ανάσβολος
Ο άβολος, ανάποδος, κουραστικός,.
Ανάσβολα (επιρρ.) = Ανάποδα, στραβά.
«Μου'ρτανε όλα ανάσβολα εφέτο!»
Αναποδόχρονος (ο)
Έτος καιρικών ανωμαλιών ή ατυχιών
«Τί αναποδόχρονος είναι τούτος φέτος!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. ανάποδος και του ουσ. χρόνος
Αναρριτσιάζω
ανατριχιάζω, αισθάνομαι φρίκη
«Τον είδα κι΄αναρρίτσιασα απ'τον φόβο μου!»
Ετυμολογία: εκ του προθ. ανά και του ρημ. ριτσιάζω ή εκ του ουσ. αναρρίτσια
Αναπίνω
Απορροφώ, αλλά και αναδίδω υγρασία
«Το σφουγγάρι αναπίνει το νερό!
Ο μπότης αναπίνει»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. αναπίνω
Αναπαή (η)
Αλλιώς και Αναπαμός και ανάπαμα και ανάπαψη = η ανάπαυση, μεταφ. προσωνύμιο γυναίκας
Ετυμολογία: εκ του ανεπάην αορ. του ρ. αναπαύομαι
Αναούλα (η)
Αλλιώς και Αναγούλα :
α. μεταφ.: Η πράξη ή λογος που προκαλεί αηδία.
β. κυριολ. Διάθεση προς εμετό, ναυτία
«Λές αναγούλες καημένε μου!»
Ετυμολογία: ανά - ιταλ. gola
Ανανογάω
Αλλιώς και Ανανογ(ε)ιέμαι και Ανανογ(ε)ιόμαι =
Α.Αναρωτιέμαι. διανοούμαι, σκέπτομαι.
Β.Αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι.
Γ.Εφιστώ την προσοχή σε κάποιον.
Δ. Ειδοποιώ
«Α.Να μην ανανογειόμαστε για τον εαυτό μας.
Β.Ανανοήθηκε πώς έκαμε πολύ ανόητα.
Γ.Τον ανανόησα και δεν επλήρωσε δυο φορές.
Δ. Δε βρέθηκε κανείς να μ’ανανοήσει και την έπαθα!»
Ετυμολογία: εκ του μεταγν. ανανοώ
Ανάλαιμα
Επιρρ. = Άνω προς το λαιμό, προς τον φάρυγγα, το φαγητό που για κάποιο λόγο διακόπηκε δυσάρεστα.
Μεταφορ. φέρνει κάτι το αντίθετο αποτέλεσμα,
«Να σου βγει ανάλαιμα το φαϊ!
...Θεότρελλος ο δάσκαλος από το σουρουξίδι και βλέπων πως ανάλαιμα του βγήκε το ταξίδι...!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. ανάλαιμος
Ανακόλι (το)
Αλλά και Ανακόλλι = έμπλαστρο με φυσικά βότανα (συνων. : κατάπλασμα, μπλάστρι)
«Θα 'χεις πόνους συνεχείς, και θέ να ζήσεις δυστυχής, χωρίς απ'το σώμα σου να λείπει τ'ανακόλλι.»
Ετυμολογία: εκ του ρήμ. ανα - κολλώ
Ανάκαρα (τα)
Αλλά και Ανακαριά και Ανάκαρο = Η φλογέρα, ή γκάιντα του βοσκού.
Η πνοή, η αντοχή, το κουράγιο (συνηθέστερο στα Κύθηρα, αλλά και στην Ιθάκη)
«Δεν έχω ανάκαρα για τσακωμούς!»
Ετυμολογία: εκ του τυπου 'νάκαρα, ανά +κέρας
Αναδεξιμιός (ο)
Το βαφτιστήρι, Ο βαφτησιμιός
Ετυμολογία: Ανά + δέχομαι
Αναγκαίο (το)
Η σωματική ανάγκη, η τουαλέτα, το ουροδοχείο (συνηθέστερο σε Κέρκυρα & Παξούς).
Αναγκαίος = η τουαλέτα.
συνων.: αγγειό
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ουσιαστ. αναγακίον
Αμπώνω
Αλλιώς και αμπώχνω = σπρώχνω,ωθώ, απωθώ.
«Άμπωσε λίγο τη βάρκα!
Θα σ'αμπώξω να πέσεις!»
Ετυμολογία: εκ του αρχ.απωθώ κατ' ανάπτυξη του ένρινου μ.
Άμπουλα (η)
Η ορμητική εκροή, ανάβλυσμα με μεγάλη πίεση, πηγή που τρέχει ασταμάτητα, αλλά και μπουκάλα.
«Άμπουλα το αίμα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ampola/bolire, εμβολή, ανά-βλώσκω.
Αμπενοκλάδι (το)
Ασθένεια των φωνητικών χορδών. Επίσης εξάνθημα στο πρόσωπο επικίνδυνο και ενοχλητικό. Χρησιμοποιείται ως κατάρα
«Αμπενοκλάδι να σε φάει!
Βγάλε τάμπενοκλάδι!»
Ετυμολογία: άμπελος + κλάδος
Αμπαντονάρω
εγκαταλείπω, παραμελώ
«Κάμε κλειδί κι αντίκλειδο, κλείδωσε την καρδιά μου, μα ΄γω θα πά να παντρευτώ κ' εσέ θ' αμπαντονάρω!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. abbandonare
Αμπαδάρω
Υπολογίζω, λαμβάνω υπόψιν μου, δίνω σημασία.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. badare
Αμορόζος (ο)
ο εραστής, ο αγαπητικός, ο προσφιλής
Ετυμολογία: εκ του ιταλικ. amoroso
Αμόντε
Μάταια, ανώφελα, χαμένη δουλειά, χρησιμοποιείται συνηθως μετά το ρήμα πηγαίνω ή παω.
Συνεκδοχικά = χαρτοπαικτικός όρος , όταν οι παίκτες πετάνε τα φύλλα και ξεκινούν νέα παρτίδα.
«Όλες μας οι ελπίδες πήγανε αμόντε.
Πάμε αμόντε! (= Πάμε γι' αλλα!)»
Ετυμολογία: επιρρ. εκ του ιταλ. α monte/ ammontare, ammonto
Αμόλυψε
κάποιος που διέκοψε τη νηστεία
Αμάκα
Αλλιώς και Αμάκκα = Αρπαγή, κλέψιμο, εξυπηρέτηση χωρίς πληρωμή, δωρεάν, άνευ κόπου.
Αμακαδόρος (ο)= ο τρακαδόρος, όποιος προσπαθέι να ζήσει παρασιτικά εις βάρος άλλων.
«Μου πήρε αμάκα τα λεφτά!
...Ως καθείς κι εσείς οι άλλοι σερνικοί αμακαδόροι, που πετάτε τη δεκάρα για το φύλλο με το ζόρι, να μαθαίνετε της κάθε μορφονιάς μας τα κορτάκια, και ποιανής πονεί το δόντι για τα φίνα σας μουστάκια!
...Κρυφτείτε τσιγγουνάρχοντες, σ' εσάς δεν επιτρέπεται, τα γανωμένα μούτρα μας, αμάκα να τα βλέπετε!
»
Ετυμολογία: εκ της ιταλ. φρ. A macca = avilissimo prezzo a grato.
Αμάδα (η)
Μικρή δισκοειδής πέτρα, που χρησιμοποιείται για το ομώνυμο πανελλήνιο και πολύ διαδεδομένο παιχνίδι.
«Παίζω τσ' αμάδες!»
Ετυμολογία: Πανελλήνια λέξη, εκ του τυπ. σημάδα/ ήμα, ίημι<ημάς
Αμά
Επιρρ. = Κατόπιν, αργότερα, αμέσως μετά, ύστερα, στη συνέχεια,
χρησιμοποιείται και ως : κιαμά = και μετά
«Πρώτα εφτά κιαμά οχτώ! »
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ἅμα,
Αλωνάρης
Ο μήνας Ιούλιος (Πανελλήνια λέξη), Στην Κεφαλονιά λέγονται έτσι και τα βόδια που έχουν γεννηθεί το μήνα Ιούλιο.
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αλώνι και της παραγ. κατάληξης -άρις
Αλουποπορδή
α. είδος μύκητα σε λόγγους,
β.άσπρο φυτό που βγάζει μια περίεργη σκόνη
Αλλαχτός
Αξιοπερίεργος, μεταφ. σαν ξωτικό (κατά τη λαϊκή δοξασία, όποιος έχει σωματικά και ψυχικά.ελαττώματα, είναι δλδ αφηρημένος, ισχνός, ηλίθιος, λαίμαργος, καχεκτικός κλπ). Πρόσωπο δύσμορφο και αδυνατισμένο είτε απο αρρώστια ή άλλη αιτία, ακίνητο, με απλανές βλέμμα.
συνεκδοχικά = ο τελείως χαζός.
«Τί στέκεις σαν αλλαχτό! Τί αλλαχτό ήτανε εκειός που μας εκουβάλησες!
Φωτιά να σε κάψει, αλλαχτό! (Ιθάκη)»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. αλλακτός
Αλλαξομουσουδιάζω
κάποιος που αλλάζει όψη, προς το χειρότερο.
(μουσούδα=το πρόσωπο)
Μεταφ. = αλλάζω τις απόψεις μου, τα λόγια μου.
«Να με ρωτήσεις να σου πώ τί κάνει ο κατω κόσμος, που οι άσπροι μαύροι γένουνται κ' οι ροδινοί χλωμιάζουν, κ' εκείν' οι 'μορφοσούσσουμοι αλλαξομουσουδιάζουν! (Ιθάκη, μοιρολ.)»
Ετυμολογία: εκ του αλλάζω και του ουσ. μουσούδι, εκ του ιταλ. muso
Αλιτζόρδινο
Η αναταραχή, η φασαρία
«Εγίνηκες ψες ολόκληρο αλιτζόρδινο!»
Αλισφακιά
Αλλιώς και Αλιφασκιά = η φασκομηλιά (salvia labiatae)
«... που βγάνεις την αλιφασκιά, τη ρίγανη, τη θρούμπα, στους βράχους σου, που αλλοίμονο να κάμει κανείς τούμπα...(Καλογηράς)»
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αλίσφακας κατα τα -εις, εα, ονόμ. φυτών
Αλήτουρας
Αλλιώς και Αλίτουρος = Ο αλήτης, ο αασεβής, ο θρασύς.
Αλυσίβα
Αλλά και Αλισίβα = ελλείψει σαπουνιού, έβραζαν στάχτη για μπουγάδα. Ζεστό νερό με στάχτη για τη μπουγάδα, αλλά και η ίδια η μπουγάδα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. liscivia
Αλιάδα
Σκορδαλιά.
«Του Βαγγελισμού θα φάμε μαζί την αλιάδα (Ιθάκη).
Τούκαμε την κεφαλή αλιάδα (=μεταφ. του σπάσε το κεφάλι, το συνέτριψε )»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. agliata, οι τύποι αγιάδα και εγγιάδα εκ του βεν. agiada
Αλλαξιά (η)
Η φορεσιά, το γιορτινό κουστούμι
«Πάρε μαζί σου μια αλλαξιά, μη γίνεις ρεντίκολο!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. αλλάζω
Αλεγρία
Αλλά και Αλλεγρία = το κέφι.
Επιθ. = Αλέγρος = ο εύθυμος, ο ζωηρός, ο ελεύθερος άνθρωπος χωρίς περιορισμούς (εκ του ιταλ. allegro)
«Έβγαλε τα μαύρα και φόρεσε τ' αλέγρα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. allegria
Αλάργου
Αλλά και αλλάργα ή αλάργα = επιρ. μακριά, σε απόσταση.
Ναυτ. όρος = στ' ανοιχτά
«Όξω αποδώ κι' αλάργου!»
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. Alla lagra , allagra
Αλαμπρατσέτα
Αλλιώς και Αλαμπρατσέντα και Αλαμπρατσάντε= Αγκαζέ
«Την πάει αλαμπράτσο (τρυφερά)»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. alla bracciante, al abbraccio
Αλαλιά (η)
Ανοησία, μωρία,βλακεία, κουβέντες ανόητες.
Άλαλος = ο κουτός
«Τί αλαλιές έκαμες πάλε!
Να ‘μαστε φτωχοί, μα να μην είμαστε άλαλοι!(Αργοστόλι)»
Αλαλιάζω
α. ζαλίζομαι ή πέφτω αναίσθητος από τραύμα, νόσο ή χτύπημα, μεταφ. :χάνω το νου μου.
β. εκπλήσσομαι, θαμπώνομαι.
γ. Βρίσκομαι σε σύγχιση ή αμηχανία
«Με τη ξυλιά πόφαγε στο κεφάλι αλάλιασε!
Αλάλιασε με τα πλούτη του!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. άλαλος
Αλάδωτος
Ο αβάπτιστος, που δεν έχει χρησθεί με λάδι του ιερού βαπτίσματος.
Ετυμολογία: εκ του στερ. α- και του επιθε. λαδωτός<λαδώνω, πανελλήνια λέξη
Άκωλη
η λίμνη Άβυθος στη Σάμη, βρίσκεται μεταξύ Μουζακάτων και Αλευράτων
«Την Άκωλη ξεχείλισα από τα δάκρυά μου, κι’ όμως δεν με λυπήθηκες τον δόλιο, συμφορά μου! »
Ακουρμαίνομαι
Αλλιώς και Ακουρμάζομαι = Ακροάζομαι, Αφουγκράζομαι, κρυφακούω, ακούω κάτι προσεκτικά
«Στάσου καθρέφτη μου, Διάολε στάσου, δεν ακουρμαίνεσαι; Να! φάσκελά σου ! (Καλογηράς)»
Ετυμολογία: ακρόαμα
Ακουρούπωτος
επιθ. Αυτός που έχει ακάλυπτο το κεφάλι, ο ακλάδευτος, για δέντρο κυρίως ελιά.
«Δε μπορώ να πάω όξου ακουρούπωτος»
Ετυμολογία: εκ του στερ. α- και του επιθ. κουρουπωτός<κουρουπώνω
Ακλερίτης
Αλλά και Ακληρίτης = ο μη έχων κληρονόμους, παιδιά, ο άτεκνος. μετφ. ο άγαμος.
Το ακλερίτης συναντάται και στην Πελοπόννησο
«Μωρέ τον ακλερίτη, να' ναι τσιγγούνης!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. άκληρος, κατά το σχηματ. πβ άνομος-ανομίτης, λεπρός-λεπρίτης κλπ
Αΐρτα (η)
Στα προσμεισμικά σπίτια το ανώφλι της πόρτας (Ιθάκη)
Αΐλιακος (ο)
Αλλιώς και Αήλακς και Αιήλακας = Το φυτό αϊλάκι, σμίλαξ ή τραχεία (smilax aspera) της τάξεως των λειριωδών (liliaceae), συνων. αγριόβατος, ξυλόβατος. Αναγράφεται και φύκια.
«Γιόμησε η αμμουδιά αήλακα!»
Ετυμολογία: Αγνώστου ετυμολογίας
Αηπάνου
Αλλιώς και αϊπάνου και αϊπάνουθε = Από επάνω, επάνω
«Μου πήρε την αηπάνου μεριά, το απάνου μέρος!»
Άζουλα (η)
Η κόπιτσα, το θηλύκι.
«Έραψα τσι αρσενικές άζουλες, θα ράψω και τσι θηλυκές και θα'ναι σε λίγο χαζίρι (=έτοιμο) Ιθάκη.
Θέλει άζουλες να κολλήσει στο φόρεμά τση!»
Ετυμολογία: εκ του ενετ. az(s)ola
Αδούρητος
Αλλιώς και Αδούριγος = Αυτός που διαρκεί λίγο χρόνο, σπάνια λέγεται και για πρόωρα χαμένο παιδί, αλλά και ο ανεπρόκοπος.
«Μωρή αναθεματισμένη, μωρή αδούρητη! (Κατάρα)»
Αδερφοφάης
Αλλιώς και αδερφοφάος= ο αδερφός που βλάπτει ή αδικεί τον αδελφό του κατά τη διανομή της κληρονομιάς. Επίσης άνθρωπος σκληρός και αιμοβόρος.
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αδερφός και του -φάγος, ο εκ του έφαγα αορ. του ρ. τρώγω
Αγραμπαλώνομαι
Σκαρφαλώνω, γατζώνομαι, πιάνομαι όπως μπορώ, μπερδέυομαι, πιάνομαι σε αγκάθια.
Αγραμπαλώνω = Εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία αμέσως και δεν την αφήνω με τίποτα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. arrampicarsi
Αγλιά
Αλλιώς και Αγλοιά= Αλίμονο (επιρ.)
«Η αγάπη δεν είναι δεντρί, δεν είν’ ανθί να πέσει, παρ’ είναι βατός με κλαρί, κι’ αγλιά ‘πο’κειόν π’αντέσει. (Παλική)»
Αγκωνή (η)
Η γωνία, του ψωμιού η γωνία, το άκρο, καθόλου
«"Όταν γεννιέται θηλυκό, τριζουν οι αγκωνές του σπιτιού",
"Βάλε τον σε μια αγκωνή να μη φαίνεται"»
Ετυμολογία: κατά συμφυρ. των αρχ. ουσ. αγκών και γωνία, αντί αγκωνία
Αγκούσα (η)
Κυριολ. = Η δύσπνοια, το φούσκωμα, η δυσκολία στην αναπνοή.
Έχω αγκούσα = ασθμαίνω, πνίγομαι εξαιτίας πολυφαγίας, νόσου, καύσωνος κ.τ.λ.
Στεναχωριέμαι. Δυσφορώ, αδημονώ
«Αγκουσεύτηκε απ’ τα λόγια σου.
Το πολύ φαί αγκουσεύει και το λίγο θεραπάει, και το λίγο-λιγουλάκι μπαίνει μες στο στομαχάκι(Παλλική)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. angossa, angoscia, εκ του βενετ. angustia, άγχος, όγκος
Αγιούτο
Bοήθεια, ενίσχυση, συνδρομή.
Ρήμα : αγιουτεύω = βοηθάω, ενισχύω (Ιθάκη)
«'Ελα να μου δώκεις ένα αγιούτο ωρε!
Με φώναξε να τον αγιουτέψω κ' έτρεξα και τούκαμα ό,τι μπόρεσα!
»
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού aiuto, aggiunta
Αγκλιές
Τα συντρίμμια
Ετυμολογία: εκ του ιτ. acaglia
Αγγελόκρουσμα (το)
Τρόμαγμα, μεγάλος φόβος, αλλά και το πρόσωπο που προκαλεί τον τρόμο.
Αγγελοκρουσμένος = ο ξαφνιασμένος,ο τρελός.
Αγγελοκρού(ζ)ω= αιφνιδιάζω, τρομοκρατώ, προκαλώ ξαφνικό και μεγάλο φόβο
«Έχει μια κοπέλα, αγγελόκρουσμα!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. αγγελοκρούω= άγγελος + κρούομαι, ακίς, αγκύλη, κρούω
Αγγειό (το)
Το σκεύος, αλλά και το δοχείο νυκτός.
Συνεκδοχικά ο κακόβουλος άνθρωπος.
Υποκορ. = Αγγειούλλι
«Κάθησε τ'αγγειό στη διάβα κι ανεγελά τσού διαβάτες! (Παροιμ. Ζακυνθ.)»
Ετυμολογία: το αρχ. ουσιαστ. αγγείον
Αγγειόπλυμα (το)
Το σφουγγάρι ή το πανί παλαιότερα που έπλενα τα πιάτα και τα αγγειά του νοικοκυριού. Αλλά και το νερό που απομένει απο το πλύσιμο των πιάτων.
Μεταφ. = το παιδί
Ετυμολογία: εκ του ουσ. αγγείο και πλύμα
Αγαντάρω
Δράττομαι, συλλαμβάνω, κρατώ κάτι. Στη Ιθάκη λέγεται και Αγιοντάρω.
Προστακτ. Αγάντα (πιάσε, κράτα, στήριξε).
Αγάντο = η χρηματική αμοιβή
«Αγαντάρω το σκοινί!
Τούδωκε αγάντο και δεν ήρτε να τ'αποτελειώσει τη δουλειά! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού agguantare=συλλαμβάνω, πιάνω, το αγάντα = απ' ευθείας εκ της προστ. = agguante
Αγανά
επιρρ. = αραιά, χαλαρά, συνήθως αναφέρεται στην υφή πλεκτών.
Συνων. = αγανίκλα
«Δουλεύω το σκαλτσούνι αγανά!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. αγανός = πράος, ήσυχος
Αββοκάτος (ο)
Αλλιώς και αβουκάτος ή αββουκάτος = Ο δικηγόρος, ο έχων γνώσεις της δικηγορικής τέχνης.
Ο γενικός εισαγγελέας επί Αγγλικής Προστασίας.
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avvocatο=δικηγόρος
Αβίζο (το)
Αλλιώς και Αββίζο= Το μήνυμα, η παραγγελία, η ειδοποίηση.
Αββιζάρω = ειδοποιώ
«Πήραμε αβίζο να φύγουμε!»
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. avviso, avvisare ή του λάτ. Advisum, adviso ή του Αγγ. advice
Αβιασιά (η)
Η αμέλεια, ραθυμία
«Για δε σπουδάζεις στη δουλειά σου και δείχνεις τέτοια αβιασιά;»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. αβίαστος, παρασχημ. κατ' επίδρ. του αορ. εβίασα
Αβέρτα
επιρημ. = Ελεύθερα, ανοιχτά, πλούσια, με παρρησία, ακάλυπτο.
«Γίνεται τζόγος αβέρτα!
Ευκείος τσιλημπουρδίζει αβέρτα!»
Ετυμολογία: εκ του επιθ. αβέρτος (εκ του ενετ. averto) = ο ανοικτός χώρος, ο άφρακτος, ή του ιταλ. aperto
Αβεντόρος (ο)
Αλλά και Αβεντούτος και Αβεντώρρος = ο πελάτης, ο θαμώνας, ο αγοραστής.
«Επήα στον αβεντόρο μου τη σταφίδα και μου την έβγαλε δευτέρα ποιότης (Κουβαλάτα Παλικής)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avventore
Αβδέλια (τα)
Οι μεντεσέδες της πόρτας ή του παραθύρου
Αβδέλλα(η)
Η βδέλλα, η φαρμακευτική (hirudo officinalis) ή η ιατρική (hirudo medicinalis) που χρησιμοποιούνταν για αφαίμαξη.
«Να σου απορροφήσω το αίμα σα μιά αβδέλλα (Απειλή).
Τί να μου καμουν οι γιατροί, τα ξόρκια κι’ οι αβδέλλες, αφού με σακατέψανε μπαμπεσικες τσουρδέλλες;
Οπόχει πόνο, βάνει αβδέλλες!(Πύλαρος)»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ουσιαστ. βδέλλα
Αβαρία
Ζημιά, βλαβη πλοίου (ναυτικός όρος)
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avaria
Αβάρα (η)
Τσιμπούρι παραφουσκωμένο απο αιμορρόφηση.
Αβάρα = προστ. του αβαράρω
«Αβάρα να φύγουμε!
Αβάρα απο δώ ωρε!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. avaro
Αβάντα(η)
Το κέρδος, το όχι πάντα θεμιτό, η πλεονεκτική θέση, η ενίσχυση, το όφελος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. vantaggio, avanti
Αβάκα
Ο συνεταιρισμός, η συμπαιχνία.
Ο συμπαίκτης = ο κολ(λ)έας
Αβάντι
Εμπρός
Ετυμολογία: εκ του ιταλικού avante
Δ
Διατσέντι
Είδος λουλουδιού, ζουμπούλι.
Διάτανος
Διάβολος
«Αΐ στο διάτανο»
Δεσπεραμέντο
Λόξα, ιδιοτροπία
(Βλέπε: δεσπέτο, δεσπετάρω)
Δεσπετάρω
Και δεσπετεύω = πεισματώνω, «στελιώνω» τα πόδια.
«Μην δεσποτεύεις το παιδί, γιατί θα αγριέψει!»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Dispettare
Δερνομοίρα
Γυναίκα με πολλά βάσανα, κακομοίρα
Δέμπλα
Σχοινί για άπλωμα των ρούχων. Απλώστρα (Ιθάκη)
Δεκάνος
Δεσμοφύλακας, αρχηγός
Ετυμολογία: εκ του λατ. Decanus
Δατσιέρης
Φοροεισπράκτορας
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. It daziere, λέγεται και Scudiere
Δαγκανώνω
Πιάνομαι, πιάνεται η μέση μου (Ιθάκη)
Δράκος
το νήπιο, το μωρό πριν βαπτιστεί
«Στη Φάτνη των κτηνών Χριστός γεννάται, χωρίς της επιστήμης συνδρομή. Η Θεία φύσις κάνει τη μαμή, κι ο δράκος σαν θεός κοιμάται. Μικ. Άβλιχος»
Δούλειασε
κουράστηκε
«Ανασκαμνίζεται γλυκά και πηαίνει, να πάει να ησυχάσει δουλειασμένη, Λασκαράτος»
Δίκηση
Επάρκεια, αυτάρκεια, αλλά και εφοδιασμός, κουμπάνια (=εφοδιασμός με τρόφιμα, εφόδια)
«Νάχω τη δίκησή μου για στάρι εφέτο. »
Διαουντής
βλάστημος, κακότροπος
Διάθος
α.υποδέρμια μεγάλα σκουλήκια στη ράχη της γίδας
β. Εξάνθημα στο προσωπο
Δελίτο
παράπτωμα, έγκλημα, αμαρτία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. delitto
Δειλινίζει
«τρώει»το απόγευμα λίγο φαγητό, ανάμεσα σε μεσημεριανό και βραδινό το καλοκαίρι συνήθως. Και για τα ζώα η απογευματινή βοσκή
«Ο Μάρτης πεντοδείλινος και παλεδειλινάκης, πέντε φορές θα δειλινάς και πάλε Γιάννη θα πεινάς!»
Δρόσος
το ζωηρό ευτραφές παιδί.
Τρυφερή έκφρ μητέρας κυρίως
«Ο δρόσος μου = το παιδί μου το υγιές»
Δυωνώνε
γεν. πληθ, του αριθμητικού δυο
Δράγκα
α.σταγόνα
β. χούφτα, όσα χωράει η παλάμη
Δραγκωμένος = ο τσιγγούνης
«Το κανάτι δεν έχει δράγκα νερό»
Ετυμολογία: εκ του δράγμα=δραξ<δράσσομαι
Δουράτος
ο ισχυρός, ο δυνατός
Δολίζω
δελεάζω, διαφθείρω
αλλά δολίζομαι = τρώω κάτι λίγι για να συντηρηθώ
Διπλάρι
ντόπιο χοντρό ύφασμα βαμβακερό
Δικοπιάνομαι
και δικολογιώμαι = είμι συγγενείς, συγγενεύω
Δίβολο
αγροτική εργασία, σκάψιμο που αφαιρεί τις ρίζες στο χωράφι
Ρήμα : διβολίζω
Διάνεμα
αιφνίδιο πέρασμα, μετφ. ο αέρας
φευγαλέα σκιά, στιγμιαία εμφάνιση
ανάλαφρο πέρασμα που μόλις και το αντιλαμβάνεσαι
«Δεν είδαμε ούτε το διάνεμά σου»
Δερνομοίρης
ο δυστυχής, ο πολύπαθος
Δεονός
και δεονό = το δέον, συνέπεια
Δενομή
και αδενομή και ειδενομή = ειδεμή, εάν όμως όχι
«Αν έλθεις, πάει καλά, αδενομή πηαίνω μοναχός μου»
Δειλωμένη καρδιά
εκφρ. φοβισμένη, συνεσταλμένη , εχθρική. Αντίθετο της εκφρ. ανοικτή καρδιά
«Μου μίλησε με δειλωμένη καρδιά (εχθρικά)!»
Δειλιατρίζω
Kατέχομαι από δειλία, φόβο
Δράπανος
το γνωστό τεκτονικό εργαλείο trapano, παραγώμενο απο το ελληνικό δρέπανο.
Αλλά και ονομαστή περιοχή του Αργοστολίου που βρίσκεται η γέφυρα (ο πόντες), ανατολικά είναι το νεκροταφείο και δυτικά η εκκλησία η Σισσιώτισα
«Η κάψα μου εδραπανήρησε το κεφάλι (= μου τρύπησε το κρανίο)»
Δραγκανάρα
μεγάλη αρπαγή (Μεταφορικά και ο άδικος, ο άρπαγας)
β. εργαλείο που μαζεύουν όστρακα τα οποία αποσπούν απο τους βράχους
Δουράω
Διαρκώ, αντέχω, προκόβω, πετυχαίνω
μεταφ. ζω
κατάρα : Να μη δουρίσεις
«Δε θα δουρήσει το παιδί
Του φτωχού η αρρώστια λιγοδούριτη»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. durare
Δόγκα
και δούγκα = το λοιπόν
και πλεονασμός = Δούγκε στο λοιπό
Ετυμολογία: εκ του ιταλ dunque, Βεν. donca
Δεστίνο
πεπρωμένο, κακομοιριά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. destino
Δεσπέτο
πείσμα, καπρίτσιο, αγανάκτηση
«Απο δεσπέτο τόκαμες μωρε;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. despeto/dispetto
Δεσπερσός
περισσός, πολύς
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. dispreso
Δεσγράτσια
δυστυχία.
Δεσγρατσιάδος = ο δυστυχής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. disgrazia
Δερέστο
το λοιπόν
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. di resto
Δεμπότο
εκφρ. πάρα πολύ κοντά, με τη μεγαλύτερη κατά το δυνατόν προσέγγιση
Μπότο = ώρα στην Κέρκυρα
Ετυμολογία: εκ του Ενετ. deboto
Δεπεραμέντο
σύστημα, ταπεραμέντο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. temperamento
Δεμπολέτσα
αδυναμία, αλλά και συμπάθεια προς κάτι, κάποιον
Δέμπολος
ασθενικός, αδύναμο
Δεμπολέτσια = αδυναμία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. debole
Δέμπιτο
η οφειλή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. debito
Δακκόρδο
για συμφωνία, είμαστε σύμφωνοι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. d'accordo
Δυναμάρι
κάθετι που ενισχύει κάτι, που δίνει δύναμη. Επίσης το αντίδωρο στην εκκλησία. Ψωμί που σφραγίζεται απο την αγία Σφράηση
Δρωπίκι
α.ντροπή, αλλιώς και ντροπίκι
β. το πυκτό και κίτρινο πύον
Δρακοντί
και Δρακοντιά = το φυτό χοιραύτες (Arum), φιδόχορτο
Ετυμολογία: Dracunculuw Vulgariw
Διαγέρνω
Επιστρέφω, γυρίζω πίσω
«Μάνα μου κι αν εξέπλυνα, κι αν θέλω να διαγείρω, ο κυνηγός που με κραττεί, στην κλίνη του να μείνω! »
Δούγα
καμπυλωτές, ξύλινες τραβέρσες που συνθέτουν τα πλαινά του βαρελιού
Διαλεούρια
Αλλά και αποδιαλεούρια = τα υπολείμματα της διαλογής
Διχούλι
και δεχούλι = διχάλα, κομμάτι ξύλο με δυο σκέλη
Δισπεράδος
Ο απελπισμένος
Διπλάρια
τα δίδυμα
και διπλάρα= η δίδυμη κόρη
Δίλεστρος
Και δίλεστρο (το) και δούλεστρος = αλεύρι από διάφορα όσπρια
κουρκούτι απο αλεσμένα όσπρια
Δικονάρι
ψωμάκι σταρένιο ή κριθαρένιο που δίνεται στο μοναστήρι
«Δικονάρια νάχει το μοναστήρι κι από καλογήρους τίποτ’ άλλο!»
Δικάω
συνηθ. στο γ' προσ. Δικάει = Είναι αρκετό, φτάνει, είναι τόσα όσα δικαιούται κάποιος, του αρκεί (=τονέ δικάει).
«Οι αλήθεις δεν δικάει να λέγονται μια φορά στο τόσο. (Λασκαράτος)
Τα μάτια των ματιώνε μου δικούνε να ζυμώσεις κι η φλόγα τση καρδούλας μου, το φούρνο να πυρώσεις!»
Διγγόνι
και διπλογγόνυ = το δισέγγονο
Διβόρβορο
Αλλιώς και Λιβόρβορο = Το πιστόλι, περίστροφο
Διβαράτικο
χορός Πυλαρινός, και Διβατάρικος αλλιώς και γυρουζάτο
Διάφορο
τόκος, κέρδος, η απολαβή, η ωφέλεια, το κέρδος
Ρήμα : διαφορεύω = ωφελούμαι
«το διάφορο ξυπνάει το ναύτη.
μου έβγαλες το διάφορο.
Οπ’ακλουθάει τον ευγενή και διάφορο έχει και τιμή (Λειβαθός).»
Διάσονας
είδος αποστήματος, φλεγμονή, καλόγερος, κάλος
Διασίδι
δέμα ντόπιου υφάσματος φτιαγμένο στον αργαλειό
Διάοτσε
και διαούτσε και διάουτσος και διάφορε (= ο διάολος)
«Δεν πάς στο Διάουστο;»
Διαουμίζω
κλέβω, κουρσεύω
Ετυμολογία: εκ του διακομίζω
Διανεύομαι
α.κατοικώ, διαμένω
β.παρατηρώ
γ. περιφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανιέμαι
«Πού διανεύεσαι?»
Διαβατικά
Αλλιώς και Διαβατικού = επίρρ. καθώς περνά
Διάβα
η διάβαση, η οδός, το μονοπάτι για ανθρώπους και ζώα
«Το διάβα τση πόρτας»
Δεττόρος
Ο διδκάτωρ, έτσι τιτλοφορούνται συνήθως οι γιατροί και οι δικηγόροι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. dettoro
Δέσποτας
ο ιερέας, όχι ο Δεσπότης
Ο απλός λαός μη γνωρίζοντας την κλητική των ονομάτων, ακούγωντας το "Ευλόγησον Δέσποτα", μετέφερε τη λέξη στην ονομαστική
Δεούτελο
Ηλίθιος, άχρηστος, βλάκας, ανίκανος, αδέξιος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. disutile
Δελέγκου
και δελόγκου = αμέσως, γρήγορα, αυτή τη στιγμή, αυτοστιγμή
«Να ‘πιστρέψεις δελέγκου ωρέ, μην καθυστερήσεις!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ delongo και του βενετ. Dilongo
Δεβόγιος
αδιάθετος, μισοάρρωστος, φιλάσθενος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ debole
Δαύλιακας
υπερβολικά, περίδρομος, "σκασμός", εκφρ. που αφορά το υπερβολικό φαγητό
«Τρώει τα δαύλιακα (υπερβολικά).
Τρώει κάρβουνα και περόνους αναμμένους!»
Ε
Εφτείος
Αλλιώς και ευκειός και εφκειός ή εφκείνος = αυτός
«Εφτειός εφτού, εφτείνος εφτού»
Ευχολογάω
διαβάζω ευχές όταν ανοίγονται τα πρώτα κρασιά κατα τηνημέρα του Αγιου Δημητρίου (καθαροκράσια)
Επριόπερσι
πρόπερσι (Πυργί)
Επαχνές
το φως, η λάμψη του ήλιου
χρησιμοποιείται ως παρομοίωση της λευκής γυναίκας, του φορέματος κλπ
«Άσπρη ωσαν του ήλιου τες επαχνές»
Ενώτου
ενώ
«Τσιτσέλης σελ 202»
Εντολή
έκφρ. για τις γυναίκες που εκδίδονται σε άσεμνο βίο
«βγαίνω τσ΄εντολής»
Ενάτη
Εκφ. ήρθες τελευταία στιγμή, αργά
«ήλθες με την ενάτη»
Έμμα
αντί όμμα (=μάτι)
εκφρ. πηγαίνω να βρω πόρους για να ζήσω, αναχωρώ εξαιτίς πικρίας ή ένδειας
μετφ. είμαι αλήτης
«Πηαινω των εμματιώνε μου»
Έμπα - έβγα
συνεχώς μπαίνεικαι βγαίνει απο το σπίτι
και άμπα και άβγα
«Εφκειό το έμπα έβγα θαχουμε τώρα, κάτσε σπίτι σου!»
Εμένανε
και εμένα = κατά το εσένα, εσένανε
Ελαττωμένο ζώον
Αυτό που έχει ελαττώματα, αλλά και για ασθένεις ανθρώπων
«Ελαττωμένος στα μάτια (Θηνιά)»
Ειμπορώ
α. ονομ. : εμπόρεσι = δύναμη, ισχύς
β.ανημποριά
«Δεν ειμπορώ (ασθενώ)»
Εικοσιτέσσερα
έκφρ. = μέχρι ακραίου σημείου, σημείου δεινότητας
(Πιθανόν εκ μεταφορά του αριθμού 24 των γραμμάτων της αλφαβήτου, δλδ μέχρι ακραίου, τελικού σημείου)
«ήλθανε στα εικοσιτέσσερα =»
Ει δέ
έκφ. = εάν,όμως
«Ει δέ και δεν έρτει (=εάν όμως δεν έλθει)»
Εδεγέτσι
έκφρ. έτσι και έτσι
αλλιώς και εδεδέτσι
Έγγλισες
Οι βλέννες.
Γλοιώδη στρώματα και βλέννες στην επιφάνεια του κρασιού
Εβγαρσιά
και οξαριά = η έξοδος απο πόρτα της οικίας
Έρτζι
και έρτσι = σόι, η ευγενής καταγωγή, ευγενές γένος.
«Είνε απο έρτζι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. reggi
Έμπητος
ευήθης, αφελής, μωρός
Έχτυπος
κρότος, χτύπος καρδιάς, καρδιακή νόσος
Έσωσε
Μεταφρ. ήτανε αρκετό, έφθασε
Επλάκωσε
μεταφ. κατέφθασε, ήρθε ορμητικά
Εντώ τρανκουΐλο
Έκφρ. = εδώ ήσυχοι
Εζύασε
Ζύγισε, υπολόγισε
Ετυμολογία: εκ παραφθ. του ρημ. ζυγίζω
Εμαουλοσύρτηκε
τράβηξε τα μάγουλα απο απόγνωση
Επρεβατσούλιζε
περπατούσε
Ετεζάρησε
έπεσε ξερός, πέθανε
Ετσαπάλισε
τραύλισε, τα είπε τσάτρα-πάτρα
Εσοφιγαριζόντανε
τσιγαριζότανε= τηγανίζονταν
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. soffriggere=τηγανίζω
Εν΄ορδίνι
εκφρ. = πανέτοιμο, πρόθυμα για διαταγές
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ordine
Εκιαλάρισε
κοίταξε καλά, είδε με τα κιάλια
Εκαμπανελιζότανε
στοιβάζονταν ο ένας επάνω στονάλλο, όπως βάνουν τις πέτρες στα καμπανέλια στους αγρούς, σημάδια για να μην μπαίνουν τα κοπάδια
Εθεραπευότανε
ευχαριστιόταν τόσο σα να δεχόταν ακλή θεραπεία
Εμέντε
Αλλιώς και ταμέντε = αντιλαμβάνομαι, έχω το νού μου, παίρνω χαμπάρι, προσέχω
«Έχε ταμέντε σου»
Έμπανος
έβενος ξύλο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ebance, ebano
Έμπετες
Αλλιώς και Έμπετο = ο βλάκας, ηλίθιος, παλαβός
Έντιλας
περιμμετρικό στοιχείο στα πέτρινα αλώνια
Έμπος
καταιγίδα, ραγδαία βροχή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. nembo=σύννεφο
Εντιτά
η σημασία
«Κανέναν ποτέ δε συλλογιόνται, δεν δίνουν εντιτά σε ξένη μούρη»
Εντράτα
είσοδος
ρημ. Εντράρω=μπαίνω
Εντράντε = εισερχόμενος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ entrata
Εξοδιά
πληρωμή, έξοδο, δαπάνη
«Δούλευε τσαπάκι μου κατά την εξοδιά σου»
Εξεκκοντόρος
ο εκτελεστής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. exequatur
Εξώπυργος
Μπόργκο εξωτερικό
Εργολαβίες
ερωτικές συζητήσεις στι παρέες των νέων για επιδίωξη δεσμών
Έρτα
όρθιο
μεταφ. η κάσα των παραθύρων ασυναρμολόγητη σε δέμα 4 τεμαχίων για να μεταφέρονται ευκολότερα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. erto
Εσπορσάρω
Καταβάλλω, δαπανώ, πληρώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. esborsare
Εσπόρσο
Διασαφηνίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. esporre
Εσπρέσσο
μεταφ. το τταχυδρομικό καράβι
Ετυμολογία: εκ το υιταλ. espresso
Έστριγκας
μικρό σταφύλλι που ωριμάζει μετά την ωρίμανση και το κόψιμο των σταφυλιών
Έστρο
οίστρος
«Θαυμάζω πώς δια μιας, σας ήλθε τέτοιο έστρο, όλοι δεκάξι ήστενε μαζί με το μαέστρο»
Εφετίβο
θετικό, υπαρκτό, πραγματικό
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. effetivo
Εφτάκιλος
Είδος σταφυλλιού σε κληματαριά, εύγευστο, επιτραπέζιο, μαυροκόκκινο με χοντρές ρώγιες
Έψιμος
Αλλιώς και ψιμάδι = Το όψιμο γεννημένο αρνί, αλλά και ο ώριμος είτε καρπός είτε άνθρωπος
«Έψιμος γιός, έψιμο αρνί »
Έγνοια
α. και ένοια= φροντίδα, απασχολείς τη σκέψη μου
β.Μη νοιάζεσαι
γ. Απειλή
«Θαχουμε και την έγνοια σου τώρα;
Έγνοια σου και θα δεις τι θα γένει!»
Εκειόπισω
Αλλιώς και εδεκειόπισω = εκεί πίσω
Ειδενομή
ειδεμή, άλλως, αλλιώς
Έγκαψη
καούρα, σφοδρή επιθυμία, είχε ανάγκη να μας δει
«Ωρέ έγκαψη είχες ναρτεις να μας γδεις»
Εγκαιριά
καρποφορία, καλή σοδιά
Εζιμπέρε
προσφέρομαι, επιδεικνύομαι, προθυμοποιούμαι
Eφκειός
Αλλιώς και εκειός ή εφτειός ή εφτείνος = Αυτός.
Εφκείνη ή εφτείνη = Αυτή.
Εφκείνο ή εκειό ή εφτείνο= Αυτό
Εφκείνος-η-ο
Αλλιώς και ευκείος-ή-ό = αυτός, αυτή, αυτό
«Δεν είναι κρίμα και αμαρτιά ευειά τα οδαράκια, να περπατούν ξυπολυτά στα λιανοχαλικάκια;(Λασκαράτος)»
Έφαε τ΄ατσάλια
«χάλασε τον κόσμο»
Έσπαλε
από πολύ παλιά, πάντοτε
Έσκρωξε
κέντρισε δηλητηριασμένα
«με έσκρωξε η μέλισσα»
Επολυώρα
Αλλιώς και επολλώρα = έκφρ. πριν από λίγη ή πολλή ώρα
Επιστρόφια
Αλλιώς και Πιστρόφια = μετά το γάμο η πρώτη επίσκεψη του ζευγαριού στο σπίτι της νύφης
Έντι(η)σοι
Αλλά και έντησσοι = να τοι
«Θα κάμουμε πανηγύρι! Έντησοι οι ψαρτάδες! Έντησοι!»
Εμπασιά
επισκέψεις στο σπίτι, αλλά και η είσοδος του σπιτιού
Ελόου σου, μου, του
(παραφθορά «του λόγου σου») εσύ, εγώ, η αφεντιά μου, σου κ.λ.π
Εδέτσι
Αλλιώς και εδεγιέτσι και εδεέτσι = έκφρ. έτσι δα, στην ίδια κατάσταση , λίγο πολύ
« σεισμός μας άφησε εδέτσι»
Εδετόσος
η περιγραφή μεγέθους.
«έγινε το παιδί εδετόσο!»
Έδεπα
εδώ, εδώ δα, πολύ κοντά
Εδαύτος
αυτός, ετούτος.
Εδαύτη = αυτή, ετούτη.
Εδαύτο = αυτό, ετούτο.
Κ
Καριζένιο
Είδος υφάσματος
Κάρτα
Μέτρο χωρητικότητας σιτηρών. Το τέταρτο του στάρου (staro ή staio) που αντιστοιχούσε σε 83,3 λίτρα
Κουμέσιος
ο Επίτροπος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. commissario
Κονταπόληκα (τα)
Τα κοντάκια και απολυτίκια που διαβάζονται στη λειτουργία της ημέρας.
Κόμοδο
εύκολο, αναπαυτικό, άνετο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. comodo
Κρεντένζα ή κασοντί
έπιπλο στο οποίο φυλάσσονται σκεύη για την τραπεζαρία.
«μέσα στη κρεντένζα είναι τα ποτήρια»
Ετυμολογία: Ιτ.Credenza Βεν.Cassoncin
Κουάδρο
[κουάδρο]
το πλαίσιο πίνακα ζωγραφικής αλλά και ενίοτε χρησιμοποιείται και για τον πίνακα ζωγραφικής
«το κουάδρο με τον νόνο είναι κρεμασμένο στο τοίχο στο σαλότο»
Ετυμολογία: Ιτ.Quadro
Κβαλιτά
[κβαλιτά]
ποιότητα
«η κβαλιτά του ρούχου ειναι καλή.»
Ετυμολογία: Ιτ. Qualita
Κάρινο
φτιαγμένος απο καρί (= το ξύλο καρυδιάς)
«η κασέλα είναι κάρινη»
Καντηλιέρης
Αλλιώς και καντηλέρης = κομψό αργυρό ή μπρούτζινο επιτραπέζιο φωτιστικό λαδιού δίφωτο, τρίφωτο ή τετράφωτο.
«Ο καντηλιέρης είναι επάνω στο τραπέζι»
Ετυμολογία: Ιτ.Candeliere, Βεν. Candelier
Καμαρίν
το μικρό δωμάτιο
«μέσα στο καμαρίν κοιμόμαστε τα μεσημέρια»
Ετυμολογία: Βεν. Camarin
Καθίκλα
αλλιώς και καθέκλι = καρέκλα
«η βιενέζικη καθίκλα μέσα στο σαλότο»
Ετυμολογία: Βεν.Cadeglia
Κωλομπίδι
Γύμνια (Ιθάκη)
«Βγήκε κωλομπίδι στο δρόμο! »
Κωλοτανιέμαι
τεμπελιάζω, τεντώνομαι τεμπέλικα
Κυρμιγκίξω
Αλλιώς και κυριμηγγίξω = ιδιότροπη γυναίκα, σχολαστική, που προσέχει τα πάντα
Κυπρί
Αλλιώς και κύπρος = το μεγάλο κουδούνι για τα πρόβατα
Κρυογάτσουλο
Εκείνος που κρυώνει πολύ
Κρούω
βρωμάω υπερβολικά πολύ, αλλά και χυπάω
«Κρούω την πόρτα μα δε μ' ανοίγουνε! Μας έκρωξες πηένε πλύσου!»
Κρησάρα
Αλλά και κρισάρα = η σήτα, λεπτό κόσκινο με το οποίο συνήθως κοσκινίζουν το αλεύρι.
«Χτυπούν τα κόσκινα για ν'ακούν οι κρησάρες!(Λασκαράτος)»
Κρεπάρω
σκάω απ'το κακό μου, ασφυκτιώ
«Σκασμός και κρέπα! Έβαλες πολύ αέρα στη μπάλα και εκρεπάρισε!»
Κράζω
φωνάζω, καταγγέλω στο δικαστήριο, στη χαρτοπαιξία = ανοίγω τα χαρτιά
Κοφίσι
Αλλιώς και κοφίση παστος μπακαλιάρος, πολύ σκληρό παστό ψάρι, συνήθως σερβίρεται με σκορδαλιά. Αναφέρθηκε και ως ψάρι αποξηραμένο και όχι παστό.
«Εψές με τα κοφίσια μας και με τσου μπακαλιάρους, σήμερα με τσι τσάπες μας σαν τσου παλιογαϊδάρους!»
Ετυμολογία: εκ του αγγλ. stock fish
Κούχτιο
αλλιώς και κούφταλο = ξεμωραμένος γέρος, γεροσαράβαλο
Κουφεταρία
θήκη για γλυκά
Κουτσοχεριάστηκα
έχασα τη βοήθεια που είχα
Κουτσουρίζω
κόβω την κορυφή (κορφολογάω)
Κουτσουνοκάρες
Αλλιώς αγιοβασιλίτσες ή κουτσούνες ή ασκινοκάρες = αγριοκρεμμύδες (Urginea maritima ή Drimia maritima)
Κουτσούνα
α.Πρόχειρα φτιαγμένη κούκλα, β. το φυτό αθάνατος, γ. η αγιοβασιλίτικη κρεμμύδα, η ασκινοκάρα, δ. το μαλλί
Κουτσουμπλιάζω
Δικαιολογούμαι για κάτι και δε με πιστεύουν,λέω ψεύτικες δικαιολογίες και ειδήσεις
Κούτουπος
Αλλιώς και κούτουπο = εφόρμηση, επίθεση, αρπαγή, λεηλασία.
Κουτουπώνω = Αρπάζω με ορμή, ρίχνομαι.
«...Και κουτουπωνόμαστε άσκημα τότε, σς τρόπο που ερκότανε ο παπάς και μας χώριζε...(Λουκάτος)»
Κουτάω
τολμάω
«Τρώγω κότα και κουτάω, κόκκορα και δε ρωτάω! (Διλινάτα)»
Κουσουμάρω
Λιγοστεύω τη φωτιά για να δέσει το φαγητό, μεταφ. = αισθάνομαι πίκρα και στεναχώρια
Κούσουλο
Αλλιώς και κούσαλο = γέρος,ηλικιωμένος, σάψαλο, ραμολιμέντο
Κούρτη
μαντρότοιχος, πέτρινος φράχτης, αυλόμαντρα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. corte
Κουρτελάδα
η σειρά απο ίδιου πάχους πέτρες στη πάνω μεριά του ξερότοιχου
Κουρούτα
θηλυκό πρόβατο με κέρατα
Κουρλαίνω
Κουρλαίνομαι = τρελαίνω-ομαι
Κουρλός = τρελός, μουρλός.
«Τον κουρλό κι αν ορμηνεύεις, κρύο σίδερο δουλεύεις!(Διλινάτα)»
Κουργιόζος
Αλλιώς και κουριόζος = ο περίεργος, παράξενος, αστείος, παράδοξος.
Κουργιοζιτά = η περιέργεια
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. curioso
Κούρβουλο
ο κορμός , οι ρίζες του αμπελιού
«Πόσα κούρβουλα έχει το αμπέλι σου »
Κουρβούλιασμα
δυσκηνισία, σκλήρυνση των αθρώσεων
Ρήμα : Κουρβουλιάζομαι = παραλύω, μένα ακίνητος.
Κούρβα
παλιοθήλυκο, μέθυση, πόρνη, μεταφ. = γουρούνα
Κουπώνω
σκεπάζω ,
κουπωνομαι=σκεπάζομαι
Κούπωμα
το σκέπασμα, το καπάκι
Κουντούρα
δεμάτι στάρι κατά το θερισμό
Κουμπάνια
προμήθεια, απόθεμα
Κουλούφι
Αλλιώς και κούλινδρος = καλοκαιρινό στρώμα για ύπνο έξω, φτιαγμένο με ροκόφυλλα (ξερά φύλλα απο καλαμποκιές)
Κουλούμι
γεμάτο ως επάνω
Ρήμα = κουλουμώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ culumo (σωρός, ύψωμα), λατ. columna & tulumus
Κοτσέτο
εκτίμηση, υπόλειψη, σεβασμός
Κουλουμπάρι
α.σβώλος, β. σωρός όμοιων και ανόμοιων πραγμάτων
«Και κάτω απ' τ 'ολόγιομο τ' Απρίλη φεγγάρι, τα νοητά και ανόητα, γινήκαν κουλουμπάρι»
Κουδέλες
κόλπα, βόλτες, υπεκφυγές, στριφογυρίσματα
Κουκαλίζω
μασάω δυνατά καραμέλες ή ξηρούς καρπούς
Κούδα
βρακί γυναικείο ή παιδικό, αλλά και η βράκα που φορούσαν παλιά
«Δέκα κρατούν την κούδα της, τριάντα τον καμούσα της, πενήντα το χεράκι της, μην πέσει και ραίσει. (Λασκαράτος)»
Κούγιο
Αλλιώς και κούγια = πρόβατο με πολύ μικρά αυτιά ή καθόλου, β. είδος κουδουνιού για πρόβατα
Κουγιάμπαλο
α. το χαζό πρόβατο, β. ο αποβλακωμένος γέρο (βλ. κούχτιο), ανθρώπινο ερείπιο
Κουβέλι
η κυψέλη του μελισσιού, μελισσοφωλια
Κουάρτο
Αλλιώς και καρτούτσο ή κάρτο (Ιθάκη)= το 1/4 της λίτρας = 4 ουγγιές
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. quarto
Κόστα
ακρογιαλιά, ακτή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. costa
Κορέλι
χάντρα, μεταφ. καρποί κάποιων δέντρων που μοιάζουν με χάντρες (π.χ. φυστικιά, κοκορεβιθιά κ.λ.π)
Κοντεζίνι
Αλλιώς και ρακογυάλι = το ποτήρι του λικέρ, ρακοπότηρο
Κομπί τσι σφαής
εκφρ. ο σπόνδυλος του αυχένα
«Και μας πονούσε το κομπί τση σφαής απ' τσι βουτιές !»
Κομπαρίρω
παρουσιάζομαι, φαίνομαι, καταφθάνω ξαφνικά, εμφανίζομαι
Κομπαρατζιό : η εμφάνιση, επίδειξη
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. comparire
Κομοδάρομαι
ετοιμάζομαι, σιγυρίζομαι
Κομιντόρο
Αλλιώς και κομεντόρο και πομιντόρο = μικρή ντομάτα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. come d'oro, pome d'oro
Κολυμπάδες
οι σπιτικιές ελιές που ξεπικρίζουν στο νερό (στη σαλαμούρα)
Κόλπο
αλλιώς και κόρπο = α. το εκλογικό σώμα, β. προσβολή, γ. συμφόρηση, αποπληξία
«Κόλπο ντ'αριο (=το αίμα στο κεφάλι, παλιά φράση)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. corpo
Κολεϊδάτα
μαζί- μαζί, παρέα σε παιχνίδι κυρίως
Κολέας
σύντροφος, συνέταιρος, φίλος
Ετυμολογία: εκτ ου ιταλ. collega
Κολέτο
γραβάτα, γιακάς, το παπιγιόν
Κολετάντες = κορϊδευτικά για όσους φορούν κολέτο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. colletto
Κολάγιο
Ο καλός τρόπος, ήρεμος, η ρέγουλα
«Κάντο με το κολάγιο σου και όχι βιαστικά!»
Κοκολόϊ
α. το δεύτερο τρύγημα των σταφυλλιών, β. Το πέσιμο της ελιάς μετά την πρώτη περισυλλογή
Κογιονάρισμα
κοροϊδία, εμπεγμός.
Ρήμα : κογιονάρω = κοροϊδεύω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. coglionare
Κολονάτο
Ισπανικό ασημένιο τάληρο δίστηλο (νόμισμα με μεγάλη αξία στα Επτάνησα)
Κλώστης
ειδικό αδράχτι για το στρήψιμο νημάτων
Ετυμολογία: κλώθω
Κλωνά
η κλωστή
«Μακρυά κλωνά κουρλόςο ράφτης! Κάμε κόμπο η κλωνά σου να μη φύγει η βελονιά σου ! (Πύλαρος)»
Κλιτσινάρια
Αλλά και και κλωτσινάρια = τα αδύνατα πόδια
Ετυμολογία: σαν της τσίκλας (πουλί) τα πόδια
Κλινάρι
Ο κατάκοιτος
«Κάλλιο σ'άντρα αποκρέβατο, παρά σ'αδερφού κλινάρι!»
Κλήρα
τα παιδιά, οι απόγονοι
«Μάζεψε την κληρα σου να μην μας ανησυχεί!»
Κλαούνια
κλαψουρίσματα
«Είμαι κλαούνης (= κλαψουρίζω)»
Κλανιόλα
συσκευή που χρησιμοποιούσαν οι ευγενείς συνήθως τη νύχτα στοκρεββάτι (σωληναγωγός με επιστόμιο) για να διώχνουν τη δυσοσμία των αερίων τους, οι οποίες περνούσαν μέσα απο ένα κουτί με καρβουνόσκονη και άμμο, προφανώς για να διαλύονται
Κίσσα
το πουλί κάργια, καρακάξα
Κατουρογυάλι
δοχείο νυκτός
«Και με δίχως περούκα, Ώ Παναγία! Τί μενει στο δικό μου το κεφάλι; Κατουρογυάλι! (Λασκαράτος)»
Κιαρίρει
έκφρ. για τον καιρό = ξαστέρωσε, άνοιξε ο καιρός (τότε σηκώνεται η φουρτούνα).
κιαρίρω = καθαρίζω, κάνω κάτι διάφανο καθάρισε η φωνή, μεταφορ. = άνοιξε η φωνή
«Όταν χιονίζει αρμένιζε κι όταν κιαρίρει κάτσε!(Λειβαθώς)
Φωνή κιάρα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. chiarire
Κιάκιο
σπίρτο
«Μια σκάτουλα κιάκια! (=μια κουτί σπίρτα)»
Κενώνω
Δημιουργώ κενό αδειάζω.
Στην κεφαλονιά = βάζω φαγητό στα πιάτα, σερβίρω
«Η μάνα εκένωσε το φαϊ»
Ετυμολογία: παραφθορά του εκκενώνω
Κέντρωμα
το μπόλιασμα των δέντρων
Ρήμα : κεντρώνω
Κάψαλο
καμένο τόπος, αποκαΐδια
Καψάλης
παρατσούκλη του Αγίου Γερασίμου συνήθως απο τους τρελλούς
Κάψα
αλλιώς και κάψη = μεγάλη ζέστη, καύσωνας, αλλά και ο πυρετός
Κάφυρα
Αλλιώς και κάθυρα = τα ρουθούναια, τα ιγμόρεια
Καυτρίλια
αλλιώς και καφτρίλα = η καμμένη άκρη φυτιλιού, λύχνου ή κεριού
«Είπε η γάνα τση καφτρίλας : φύγε εδώθε, μη μ' αγγίζεις! (Ληξούρι)»
Καυκιά
Αλλιώς και καφκιά = το πέτρινο ή ξύλινο μεγάλο γουδί που συνήθως κοπανίζουν την παραδοσιακή σκορδαλιά. Στην Ιθάκη λέγεται και κοπάνι
Κατωφλόπορτο
το κατώφλι της πόρτας
Καυκί
ξύλινο κύπελλο, ποτήρι, β. το καβούκι του σαλίγγαρου
«Ο σάλιαγκας σα βουληθεί να έβγη απ΄το καυκί του, πρώτα βγάνει τα κέρατα κι συτερα το κορμί του!»
Κάτσα
η βιασύνη
«Στο μαναστήρι φτάνουμε βαδίζοντας με κάτσα, χτυπούν εδώ, χτυπούν εκεί κι ολούθε καδινάτσα!»
Κατσάμπα
αρωματικό πεπόνι που κρατάει μέχρι το Χειμώνα, συνήθως παράγεται στο Ληξούρι
Κατραπακιά
Αλλιώς και κατράπακος = δυνατό χαστούκι, καρπαζιά
Κατζέλο
Αλλιώς και καντσέλο = συρτάρι κάθε επίπλου και παλαιότερα μεταφορ. το συμβολαιογραφείο
«το κλειδί ειναι μέσα στο καντζέλο»
Ετυμολογία: βεν.Cancelo
Κατελώνω
βρωμάω, μυρίζω άσχημα πολύ
Καταράχτης
καταπακτή, εσωτερική σκάλας που ενώνει δυο πατώματα, αλλά και το μεγάλο πριόνι
Καταποτήρας
οχετοί δρόμων και τρύπες σε μουράγια για να φεύγουντα νερά.
«μεταφ. : Τι κατέβασε ο καταποτήρας σου! »
Καταπόρι
το στενό δρομάκι, μπροστά από το σπίτι
«Φυλάω τα καταπόρια (μεταφ. =φυλαω τσι γωνίες)»
Καταπιόνας
Αλλιώς και καταπίτης = οισοφάγος
Κατάπιασμα
Το ξεκίνημα στο πλέξιμο (Ιθάκη)
Κασκαβάλι
α. μικρό δοχείο φαγητού, β. σκληρό τυρί (ξεροτύρι)
Κατακλείδι
το κάτω σαγόνι, μασέλες
«Να γυρίσει το κατακλείδι σου και να φτάσει στο σβέρκο σου!»
Κατίνιαζω
δίψαω και πεινάω πολύ
Καταβολάδα
Παραμονή πέραν του δέοντος (Ιθάκη) αλλά και το καταγώνιασμα των φυτών.
«Την εστειλα να πάει να γδει τί κάνει η θειά της και εκείνη έμεινε καταβολάδα!»
Καστίγιο
Αλλιώς και καστίγο = ταπείνωση, βασανισμός, τιμωρία.
Ρήμα : Καστιγάρω = τιμωρώ
«Και βάλε με στην κόλαση να βλεπω να γλεντάω, το πως θα καστιγάρονται, όσοι εδώ σκορτσάρονται!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. castigo ή βεν. castigio
Καρτούτσο
το τέταρτο της πίντας
Ετυμολογία: εκ τουι ταλ. quartuccio
Καρτέρει
περίμενέ με, στάσου
Καρκαούρα
ροκάνα
Μεταφ. = η πολυλογού γυναίκα
Καρονιάζω
στεγνώνει ο λαιμός μου από δίψα
«Εκαρόνιασα για μια στάλα νερό!»
Καρκανιάζω
γίνομαι κάρβουνω, καρβουνιάζω.
Κάρκανο = κάρβουνο
«Καρκάνιασε η φέτα του ψωμιού»
Καρικωμένος
πολύ βραχνιασμένος, με βαρύ πονόλαιμο
Καρικώνω
Αλλά και καρυκώνω = α. μαντάρω τις τρύπες στις κάλτσες, β. πνίγω κάποιον με τα χέρια μου, γ. εχω βραχνιασμένο λαιμό
«Βρέθηκε καρυκωμένος!»
Καρίκι
Αλλιώς και καρύκι = α.κουκούτσι, β. το μήλο του Αδάμ στον λαιμό, γ. Οι σκληρές φλούδες, δ. νεροκολόκυθο κομμένο στη μέση που το χρησιμοποιούσαν για να βγάζουν το λάδι απο το πιθάρι (Ιθάκη)
Καρδοκαΐλα
Αλλιώς και καρδιοκαΐλα = το κάψιμο στον λαιμού ή στο στομάχι, καούρα. Μεταφ. = ο μεγάλος έρωτας
Καργάρω
γεμίζω με μπαρούτι φουρνέλο, τουφέκι, μπροστογιομή
Καράφλα
Αλλιώς και κάραφλο = φαλάκρα
«Ο καραφλός χείρες δεν έχει!»
Καραμπάτσα
μεγάλο κεφάλι φαλακρό (Ιθάκη)
Καράπαπας
το δοχείο με ζεστό νερό στους καφετζήδες για να ψήνουν καφέδες
Μεταφ. λέγεται για κάτι που εμποδίζει
Καρακαηδόνα
υποτιμητική έκφραση για γυναίκες
Καπροδόντης
αυτός του οποίου τα δόντια της κάτω σαγόνας προεξέχουν
Καπρίτσιο
πείσμα, παραξενιά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. capriccio
Καπόνι
ευνουχισμένος κόκκορας
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. capponare
Καπίστρι
αλλιώς και καπιστράνα = το χαλινάρι, γκέμια. Στην Ιθάκη λέγεταο και κατρουμάς = τα γκέμια.
Μεταφ. = δέσμευση
«Δύσκολα πιάνεται ο ψαράς στου γάμου το καπίστρι, κι αλάργεψε απο δαύτονε, γιατί κραττεί τ'αγκίστρι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ capestro
Καπιτάρισε
συμβαίνει, συμπίπτει
Καπιτάρει = αν αποφασίσω ξαφνικά, αν μου 'ερθει η διάθεση! Λέγεται συνήθως με επιθετική διάθεση (Ιθάκη)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ capitare
Καπέλο
συναντάται και ως καπέλλο = το συκώτι και τα πνευμόνια του σφαχτού
Καπακίζω
διαβάζω συλλαβιστά και αργά
Κάουρας
κάβουρας (Ιθάκη).
Καουριάζω = μαζεύομαι, συσπειρώνομαι
Καούνι
Κεφαλονίτικο πεπόνι αρωματικό
Καντούνι
σχετικά στενός δρόμος στη πόλη ή στα χωριά.
«το καντούνι τελειώνει στην εκκλησιά.»
Ετυμολογία: μσν. καντούνι < βεν. canton , ιταλ. cantone
Καντίνι
χορδή οργάνου και φωνή καντίνι, δλδ.. καθαρή και ωραία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cantino= η οξύτερη χορδή οργάνου
Καντήλα
αλλιώς και το καρούλι = η φουσκάλα από έγκαυμα. Ρήμα : Καντηλιάζω =
«Έφαγα μια αλιάδα που σήκωσε καντήλες στη γλώσσα μου!»
Καντάρω
τραγουδάω,, Καντάτε = ο τραγουδιστής, Κάντο = το τραγούδι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. candare, candate
Κάνω κακό κρασί
έκφρ. δεν διαφωνώ
Κάνταρος
Αλλιώς και κόνταρος = μεγάλη πήλινη λεκάνη, είδος γαβάθας
μεταφ. μεγάλη ποσότητα
«Έφαγα ένα κάνταρο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cantaro
Κανούλι
αλλιώς και κάνουλα =α. κρούνος,
β.η κάνη μονόκανου όπλου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cannella, canola
Κάνκαρο
Αλλιώς και κάκαρο = το κρανίο, το καύκαλο
Ετυμολογία: ενετική λέξη cancaro
Κανκάγια
πολύ παλιό αντικείμενο.
μεταφ. = το γερασμένο πρόσωπο
Κάναβας
οιναποθήκη, κάβα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. canova
Κάνια (η)
Πολύ αδύνατο αρπαχτικό πουλί.
Ρήμα κανιάζω και μάλιστα "κανιάζω τση πείνας" = πεινάω υπερβολικά, είμαι πολύ αδύνατος όπως η κάνια εξαιτίας της πείνας. Στην Ιθάκη =αγανακτώ, βαριέμαι να περιμένω
Κάντιο
ζάχαρη
Ετυμολογία: εκ τουιταλ. cadito
Κάνε
τουλάχιστον, εστω,παρά
«Αν δεν έρθετε μαζί έλα κάνε μοναχός σου! Κάνε να ρκόσουνα!»
Κανάβι
χοντρό σχοινί
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. canapo
Καμπρί
άσπρο ύφασμα, χασές
Ετυμολογία: εκ του γαλ. camprai
Καμούφο
αλλιώς και καμούφα = κεντητές πιέτες φουστανιού
Κάμωμα
συνηθέστερα στον πληθυντικό καμώματα = πράξεις όχι καλές, άξιες μομφής
«Τί καμωματα είναι τούτα»
Καμούτσι
μαστίγιο, καμουτσίκι
Καμιζιόλα
Αλλιώς και καμιζέτα=πουκάμισο γυναικείο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. camicetta
Κάρπης
αναξιόπιστος,ψεύτης, κατεργάρης, δόλιος.
Καρπιά = ψευτιά, κατεργαριά.
Κάρπικος = ψεύτικος, κίβδηλος.
Καρπίζω = κάνω κατεργαριές.
«Είναι κάρπης μην πιστεύετε τι λέει!»
Καλοπέσουλος
συγκαταβατικός, υποχωρητικός, τόσο καλός μέχρι εκμετάλλευσης
«Να'ναι και καλοπέσουλη, να μη του κοντραστάρει!»
Καλιά
αλλιώς και καμιλιά = μαζί με προσωπική αντωνυμία (καμιλιά σου, καμιλιά του κλπ) και με σημαντικά ρήματα κινήσεως (πήενε καλιά σου) = φύγε
Σε κάποια μέρη του νησιού σημαίνει και φωλιά
Κάλεσσα
η προβατίνα με σημάδια στο πρόσωπο, η ωραία, η ευτραφής
Καλέστρα
η πρόσκληση, το σύνολο των καλεσμένων
Καλαμαντάρα
ψηλή και αδύνατη γυναίκα σαν καλάμι
«Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψηλή καλαμαντάνα! (Διλινάτα)»
Κακοθάνατος
σε κακά χάλια
«Ωρέ σέκαμε κακοθάνατο!»
Καϊνέλο
αλλιώς και καΐνι = η λεκάνη του νιπτήρα
«Τί να το κάμης το χρυσό καΐνι και να φτυείς το αίμα μέσα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tinella
Καϊδός
αλλήθωρος
«Όπου κοιμάται με στραβούς αποταχιά καϊδίζει! (Πυργί)»
Καθαρίζει ο ουρανός
εκφρ. διαλύονται τα νέφη
Κάζο
α.τυχαία ανθρωποκτονία, αλλά και φόνος
β.συμβάν, γεγονός
γ. πάθημα, ρεζιλίκι
«Εγίνηκε μεγάλο κάζο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. caso
Καγγαρέλι
είδος μικρού βάτραχου
Καδινάτσος
Αλλιώς και καντινάτσιος = σιδερένιος σύρτης πόρτας εσωτερικός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. catenaggio
Καδινέλλα
αλλιώς και κρούστης = α. το ξύλο που κρατούν το παντζούρια ανοικτά. β. είδος βελόνας ραψίματος των τσαγγάρηδων
«Οι Ληξουριώτες έφτιαναν σκηνή με καδινέλλες κι απτον Οχτώβρη φέρνανε καινούργιες πιμπρινέλες ! Μολφέτας»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. catenella
Κάγγαλης
είδος πλοίου με στρογγυλή πρύμνη
Κάβολε
κουνουπίδι
Ετυμολογία: εκ του. cavol fiore ή Brassica oleracea botrytes
Καβατζάρω
αλλά και καβετζαρω. Ναυτ. όρος = προσπερνώ τον κάβο, μεταφ. = διαφεύγω τον κίνδυνο
Καβελλαριά
η στέγη, συγκεκριμένα το σημείο της σκεπής που σμίγουν τα κεραμίδια από τις δύο πλευρές
Καβαλιεράτο
παράσημο, έπαθλο αλλά και το αξίωμα του ιππότη
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Cavalierato
Καβαλλέτο
αλλιώς και ντριστέλι = υπόβαθρο όπου τοποθετούσαν σανίδες και στρώμα και γινόταν κρεβάτι.
Δύο τρίποδα που επάνω έβαζαν τάβλες και δυο στρώματα. Το πρώτο ήταν γεμάτο άχυρα και το δεύτερο γεμάτο μαλλιά προβάτων με δυο ανοίγματα για να αναφουφουλιάζονται (βλ. αναφουφουλιάζω) τα μαλλιά και να γίνεται το στρώμα λείο και μαλακό.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cavalletto
Κότσια
α. η κνήμη,
β. το κουράγιο, οι σωματικές δυνάμεις
«Δε με βαστούν τα κότσια μου =είμαι αδύναμος, δεν αντέχω)»
Κοτσάρω
φορτώνω, τοποθετώ, εμφανίζω
Κοσπέτο ντε Μπάκο
επιφων. Μα το Θεό!
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Cospetto di Bacco
Κόρνος
αλλιώς κούρνος = μεγάλο κοχλιώδες όστρακο, αλλά και η σφυρίχτρα των αυτοκινήτων
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. corno
Κορνιόλα
καμμέο = λίθος για δαχτυλίδια με κάποια παράσταση συνήθως. Μεταφ. η παστρικιά γυναίκα
«Που μου κουβαλήθηκε με νια κορνιόλα ίσαμ'ένα πιατέλο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cammeo,corniola, sollevato
Κορκοσουριά
σχόλια, κουτσομπολιά.
Ρήμα : Κορκοσουρεύω (βλ. και ξομπλιάζω) = κουτσομπολεύω
Κορκάλι
το μικρό κρεμμύδι για φύτεμα (Ιθάκη)
Κορδομύγι
μικρό μύγα πολύ ενοχλητική
Κόπανος
α.το ξύλο που κοπάνιζαν τα όσπρια, αλλά και τη μπουγάδα
β. μεγάλη φυάλη (τριπιντάρα)
Κόντος
έγγραφος λογαριασμός
«Κάνω κόντο»
Κοντραμπάντο
το λαθρεμπόριο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. contrabbanto
Κοντζερίζομαι
καλοσκέφτομαι, αντιλαμβάνομαι, διορθώνω, βελτιώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. correggere
Κοντοκλώτσης
αυτός που έχει κοντά πόδια και συνεπώς μικρά βήματα και λακτίσματα
Κοντογούνι
είδος επενδύτη, το κοντό παλτό
Λ
Λινοβρόχι (το)
Η φυσική λίμνη ή μεγάλη λίμπα ή τεχνητή ανοιχτή στέρνα γεμάτες νερό που μέσα τοποθετούσανν το λινάρι να σαπίσει.
Λαδοφλαούνα
Είδος λαγάνας
Λίμπρο
βιβλίο
«Το λίμπρο είναι επάνω στο γραφείο.»
Ετυμολογία: Ιτ. Libro
Λυσσομανάω
και λυσσομαχάω και λυσσουράω = είμαι ασυγκράτητος
«Όλοι οι διαόλου του βουνού, ελάτε που’ναι χρεία, να μπείτε στην αγάπη μου, οπ’ώχει λυσσουρια!»
Λυσσοκούκκι
και λυσσιντίκι = το παιδί που κινείται συνεχώς, δεν κάθεται φρόνιμο, είναι άτακτο
Λύσσα
Μεταφ. Το υπερβολικά αλατισμένο φαΐ
«Τόκαμες λύσσα ωρέ το φαΐ!»
Λυγίζομαι
Καμαρώνω, κουνιέμαι με φιλαρέσκεια
«Εδανειζόμουνα κι ελυγιζόμουνα, μα ήρα’ η ώρα να πλερώσω κι εβουρλιζόμουνα»
Λούττο
Πένθος, θλίψη, λύπη
Λούρτιμο
Οτι απομένει, στο τελείωμα
«Πήρα μόνο λίγο ψάρι γιατί ήτανε στο λούρτιμο!»
Ετυμολογία: Εκ του λατιν. Ultimus
Λοκάντα
Ταβέρνα
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Locanda
Λογοτριβή
Λογοδιάρροια, πάρλα
«Απ’ την πολλή Λογοτριβή που ‘χες εψές το βράδυ, σαράντα τεσσάρες φορές, βανεις του λύχνου λάδι!»
Λόγιαζω
Νομίζω, υποθέτω, φρονώ
Λίρες κοτσιδάτες
εκφρ. Λίρες με ουρά
Λιμπρέτο
Αλλά και Λιμπρετάδα = Μισάνοιχτα πατζούρια, παραθυρόφυλλα
Λιμοξίφτερο
Το μικρό γεράκι
Μεταφ. Το αδύνατο παιδί
Λιμνιόνι
Το λιμάνι
«Απερπισμένο κάτεργο, σ’ ένα βαθύ λιμνιόνι! (Παλλική)»
Λιμιτάρω
Ορίζω, περιορίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. limitare
Λικουδάρω
Εκκαθαρίζω, ξεκαθαρίζω τους λογαριασμούς μου
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Liquidare
Λιγοδούρητος
άτυχος, κακορίζικος
Λουβί
α.Σκελίδα σκόρδου
β. Λωβος του αυτιού
γ. Η φλούδα των οσπρίων
Λιαρίζω
Σαλιαρίζω, είμαι πολυλογάς, λέω ανοησίες
Αλλά και ως έκφραση συναντάται = πέφτουν τα μαλλιά μου
Λιανοκούκι
Τα μικρά, μαύρα κουκιά
Βλ. Καλογρίτσες
Μεταφ. ο μικροκαμωμένος
Λιανοθέρμη
Δέκατα, χαμηλός πυρετός
Ληπάδι
Το υπόλοιπο, το ρέστο,
Λεχωνούδι
Νεογέννητο, μικρό παιδί
Λέφας
Τυφοειδής πυρετός, θανατηφόρα ασθένεια
Λεφοβαρεμένο = χτυπημένο από αρρώστια θανατηφόρα
«Κατάρα : Να σε βαρέσει κακός λέφας (Ιθάκη)»
Λενιάμι
Ξυλεία
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. Legname
Λεμέντο
Παράπονο, μεμψιμοιρία, γκρίνια, μουρμούρα
Ετυμολογία: Εκ του Ιταλ. Lemento
Λιχούτσης
ή λειχούτσης ή λιχούδης = Αυτός που του αρέσουν τα γλυκά, αλλά και ο λαίμαργος
«Ο φαγάς χορταίνει, μα ο λιχούτσης δεν χορταίνει! (Σάμη)»
Λεγρόνι
ή αλεγρόνι = γρήγορο, ζωντανό, ξύπνιο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Allegro
Λεγκάγιο
Κουβεντολοι, λογοδιάρροια αλλά και επιδεικτική εμφάνιση, τόλμη
Λεγάτο
Κληροδότημα, δωρεά, διαθήκη
Λεγάλε
νομικός, δικηγόρος αλλά και
τίμιος ειλικρινής
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Legale
Λεβίθες
Παρασιτικά σκουλήκια των εντέρων, ελμίνθες, ασκαρίδες
Λαχτέντο
Το πολύ φρέσκο, νωπό.
«Ο ψαράς έφερε ψάρια λαχτέντα!»
Λαψάνα
Είδος ενδωδιμου χόρτου αλλά και το τμήμα του σταριού που έχει τον καρπό
Λάσος
Λαίμαργος, πολυφαγίας
Λασκαδούρα
Ελευθερία, λασκάρισμα
«Μην αφήνεις τη γυναίκα λασκαδούρα, γιατί γρήγορα θα τηνε χάσεις!»
Λαπέρδα
Γλωσσού, αλλά και η γλώσσα
«Η λαπέρδα σου πάει ροδάνι!»
Λαουδαδόρος
Αλλιώς και Λαουδαδούρης = (μεταφ.) ο μάρτυρας, βάζω κάποιον μάρτυρα (αναφέρεται στις Νοταριακές πράξεις)
Βλ. Λάουδο και λαουδάρω
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laudare
Λαουδάρω
και λαγουδάρω = δοξολογώ, επαινώ, επιδοκιμάζω, εγκρίνω
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laudare
Λάουδο
Δοξολογία, ύμνος, έπαινος
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laudare
Λαντσιέρες
Είδος αποκριάτικου χορού
Λαντσέτα
Νυστέρι
«Στο Ληξούρι οπερέτα κι άσμα έρωτος γλυκύ, στ’Αργοστόλι μας λαντσέτα και βατσίνα γενική! Λασκαράτος»
Ετυμολογία: εκ του Αγγλ. Lancet
Λανάρω
Γυναίκα αχτένιστη, αλλά και γλωσσού, καβγατζού
Λάνα
Λεπτό ύφασμα από τουλουπάνι. Χρησιμοποιόταν για γυναικείο μαντίλι κεφαλής
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Lana = μαλλί
Λαμπηδόνα
ή λαμπηδόνι = είδος βότανου που φυτρώνει στον Αίνο. Την ημέρα δεν φαίνεται αλλά τη νύχτα λάμπει.
Ο θρύλος λέει πως όταν το έτρωγαν τα γίδοπρόβατα χρύσιζαν τα δόντια τους.
Λαμπιδόνα
Είδος μικρού ψαριού
Λαμπροντόρος
Άσπρος καναδέζικος μπακαλιάρος με νόστιμο και τρυφερό κρέας που ψαρεύονταν από Καναδούς στο ρεύμα του Λαμπραντόρ
Λαμπίκο
[εκ του Ιταλ. Lambiccare]
πεντακάθαρο
Λαμπικάρω
και ξελαμπικάρω = καθαρίζω, ραφινάρω, διυλίζω.
«Ξελαμπικάρισε η φωνή του!»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Rampiccare
Λαμπή
Αστραπή, και κατάρα
«Μεγάλη λαμπή να σε κάψει!»
Λαμπασμένος
αλλιώς και Λαμπαγμένος =Τρομαγμένος, νευρικός
Μεταφορικά ο περήφανος, ο εγωιστής
Λαμπάζω
Ξαφνιάζομαι, τρομάζω, προκαλώ φόβο, πανικό
Λαμνάτος
Ζώα με μακριά ράχη
Μεταφ. ο εκλεπτυσμένος, με στυλ
«Βόι λαμνάτο αγόραζε και γαίδαρο καμπούρη, γυναίκα κοντοκάπουλη και χοίρο μακρυμούρη!»
Λαμναδόρος
κωπηλάτης στις γαλέρες
Λαμάσα
Αχόρταγη, φιλήδονη
Λαζαρέτο
λοιμοκαθαρτήριο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Lazzareto
Λαθούρης
Ανόητος, φλύαρος, πολυλογάς
Λαδοκουρούπα
Δοχείο με λάδι
Μεταφ . γυναίκα άσχημη (Ιθάκη)
Λαγκαμάς
Αχόρταγος, άπληστος, Πλεονέκτης
Λαγγωνίτης
Πόνος στην περιοχή των λαγόνων, δεξιά ή αριστερά. Κυρίως προέρχεται από κούραση.
Λαγγεύω
Σπαρταράω, κουνιέμαι, δίνω σημείο ζωής, σκιρτάω
«Λαγγεύει το μάτι μου!»
Ετυμολογία: εκ του λαγγάζω=υποχωρώ
Λάγγερο
Λέγεται συνήθως για κακής ποιοτητασ Κρασιού: α. Κρασί νερωμένο. β.Κρασί από τα υπολείμματα του πρώτου πατήματος. γ. Κρασί που προέρχεται από τα κατακάθια του βαρελιού.
Λαγάρα
Φεγγαρόλουστη βραδια
Λαβουτσάρω
ή Λαμπουτσάρω = τσαλαβουτάω σε βρώμικα νερά, σε λάσπες και πιτσιλίζω
Ετυμολογία: εκ του Γαλλ. Eclabousset
Λαβουδάρο
Υπερασπιστής, συνήγορος, πρόμαχος
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laudator
Λαβοράδα
Σκαλίσματα χειροποίητα, έπιπλο χειροποίητο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Lavorare
Λαβοράρε
Εργάζομαι
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Lavorare
Λαβέντζο
Κατσαρόλα με δύο λαβές
Λαβαμάς
Και λαβουμάνος ή λαβουμάνο = νιπτήρας.
Ειδικό τραπέζι που περιλαμβάνει θέση για λεκάνη νιψίματος (=καϊνέλο) και πετσετοθήκη για να κρέμεται η μπόλια
Λίμπα
Βαθουλωμα, κοίλωμα σε πέτρα ή πλάκα που μαζεύει νερό, πέτρινη γούρνα
«Απ’ του Σταυρού κι ομπρός, κάθε ελιά το λάδι της κι η λίμπα το νερό της ! (Έρυσσος)»
Ετυμολογία: Ιτ.Libare<Λατ.Libare
Λουμάκι
Αλλιώς και Λουμί = το βλαστάρι δέντρου, το κλαδάκι
Λότζα
η σκεπαστή προεξοχή, το υπόστεγο, θεωρείο
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Loggia
Λόξα
τριγωνική μακριά λωρίδα στα πουκάμισα απο την μασχάλη εως τον ποδόγυρο,
μεταφ. η παραξενιά, η τρέλα
«έχεις λόξα!»
Λόντρες
Παλιός χορός που έχει λησμονηθεί
Λογγώνω
Φουντώνω, γεμίζω, δασών επι φυτών αλλά και επι εξανθηματων
«Λόγγωσε από σπυριά!»
Λοΐδι
μικρό κοτσίδα των μαλλιων
«Μάζεψε τα λοΐδια σου, που πέφτουν στα μούτρα σου!»
Λοζός
ένας χώρος βρώμικος
«Τον χοίρο βάζω στο παστό, κι αυτός λοζό γυρεύει!»
Λογάτε
π.χ, όπως, σα να λέμε, τάχα, δήθεν
Λιρόνα
Η πληρωμή των παπάδων σε κηδεία
Λιόντας
ψευτοπαλικαράς, ψευτονταής που παριστάνει το λιοντάρι
Λιόκρουση
Μεταφ. ίκτερος, χρυσή
Για άλλη πάθηση στο χαλινό της γλώσσας, στους μικρούς αδένες.
Λέγεται και λιόκρουση και έχει σχέση με την ημέρα που ανατέλοντας ο ήλιος αντικρύζει τη σελήνη που πάει να δύσει
Λιοκόρνο
Το φίδι που έχει στο κεφάλι του κέρατο λέγεται λιοκόρνο και αρχηγεύει στα υπόλοιπα φίδια. Πρέπει όταν έρθει η ώρα του, να πέσει στη θάλασσα, αφού πρώτα του πέσει το κέρατο στη γη. Όποιος το βρει και το έχει μαζί του δεν φοβάται από δαγκωματιές φιδιών και πολύ επιπλέον την ικανότητα να γιατρεύει κι άλλους από δαγκωματιές φιδιών!
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Corno
Λιοβόρι
Ζεστός αέρας νοτιοανατολικός, υπερβολικά θερμός το καλοκαιρι, λέγεται έτσι και η ίδια η ζέστη.
«Τ’ αλωναριού τα κάματα, τ’ Αυγούστου τα λιοβόρια!(Σάμη)»
Λινοκόκκι
Ο λιναρόσπορος. Παλαιότερα τους σπόρους του λιναριού κοπανισμένους και βρεγμένου στους έβαζαν σε ένα πανί και το χρησιμοποιούσαν σαν κατάπλασμα στους πόνους, στα σπασίματα κλπ
Λιμπρετάρω
ανοίγω λίγο τα παραθυρόφυλλα
Λιμοψείρι
Ψείρα των πουλερικών, προκαλεί πτώση των φτερών στις κότες(πτερορρύησις)
Λίμα
Μεγάλη πείνα, στέρηση
Λιμασμένος και Λιμάρης = πολύ πεινασμένος.
«Με ‘χει κόψει η πείνα!
Λιμάρει το ψωμί!»
Λιοκόμισμα
Το μάζεμα της ελιάς
Λιθόστρωτο
κεντρικός δρόμος του Αργοστολίου
Λιθιά
τοίχος λιθόχτιστος, ξερολιθιά, φράχτης
Λιγκόνι
Αλλά και Λιγγόνι = Το μυρμήγκι
«Ολοχρονίς στις κάψες και στα χιόνια, στην παγωμένη ανάσα του βοριά, ακούραστες εσείς, που σαν τα λιγκόνια, του κόπου σας τρυγάτε τη σοδειά. Νιονιος Πουλάκης (Αγρότισσες)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. leccone
Λιανό
λιγνό, μικρό
«Το λιανό δάχτυλο (το μικρό δάχτυλο)»
Λεφατσάδα
η κατσάδα, το μαλωμα, η επίπληξη
Λετόνι
ή λεττόνι =ψηλός με ωραίο σώμα, σωματώδης άνθρωπος (Φαρακλατα & Ιθάκη)
Λετράτο
υποκείμενο, άχρηστος και κακόβουλος άνθρωπος
Λειψανέβατος
Αδυνατος, ισχνός, αρρωστιάρης, αλλά και μικρός, λειψός (ειρωνικά)
Οξύμωρο σχήμα: Όταν το ζυμάρι είναι λειψό δεν ανεβαίνει - φουσκώνει
«Σιγά το λειψανέβατο!»
Λεβιθόχορτο
Θαλασσινό φύκι. Τα ελμινθόχορτα που καταστρέφουν τις ελμίνθες (λεβίθες)
Το έδιναν βραστό στα παιδιά για την καταπολέμηση των σκουληκιών και τους πόνους της.
«Τσου αχινούς οι Φαρσινοί τσου κάνουνε στιφάδο κι όλο το λεβιθόχορτο το τρώνε σοφιγάδο!»
Λάτα
τενεκές
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Latta
Λάπατο
λάχανο σαν σπανάκι
Λαουρέντες
Αλλά και Λαγουρέντες = Βοηθός τεχνίτη, συνήθως του χτίστη
«Κατά το Μαστρογιάννη και οι λαγουρέντες του!
Παιδί μου σα θα μεγαλώσεις θα γένεις λαγουρέντες και δε θα μοιάσεις κανενός!
Σ' έχω για λαγουρέντε στο βάψιμο!
»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Laborante
Λάου - λάου
κρυφά, σιγά-σιγά
Μ
Ματαράτζι
Το στρώμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. matarasso
Μπάντο (το)
Η εξορία.
Μπάντος (ο) = ο εξόριστος
«...να τον φτιάσει από το μπάντο, όπου ήταν μπάντος για φονικό...Νοτάριος Ρωμανός ιερεύς Νικολαος(1572-1576)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bando
Μόδο (το)
Η μέθοδος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. modo
Μπουρανέλος
ο έποικος από το νησί Μπουράνο της Βενετίας.Οι άνδρες ήταν γνώστες της τέχνης των διαφορετικών τρόπων ψαρέματος και της κατασκευής των απαραίτητων ειδικών συνέργων. Οι γυναίκες ήφεραν την παραδοσιακή τους τέχνη κατασκευής νταντελών.
«Οι μπουρανέλοι έριξαν τα δίχτυα απόψε και είχανε καλή ψαριά.»
Ετυμολογία: Ιτ.Burano,buranello.
Μούλα
το μουλάρι.
Μεταφ. = ο νόθος
Μπρόνζ
Μπρούτζος
«Το χερούλι του επίπλου είναι μπρόνζ»
Ετυμολογία: Γαλ.Bronze
Μπιμπλιοτέκα
Το έπιπλο βιβλιοθήκη
«το λίμπρο είναι μέσα στη μπιμπλιοτέκα.»
Ετυμολογία: Ιτ. Biblioteca
Μόμπιλο
Αλλιώς και μόμπιλε = έπιπλο, διακόσμηση
«τα μόμπιλα του σπιτιού»
Ετυμολογία: Ιτ.Mobile,Βεν.Mobigliar,-are
Μόγανο
Μαόνι
«η καρέκλα είναι κατασκευασμένη από ξύλο μόγανο»
Ετυμολογία: Ιτ. Mogano
Μπριχού
Αλλιώς και Μπριχτού (επιρ.) = προτού
Μπρέκια
ζημιά, βρωμοδουλειά, πάθημα
«Είναι φυσικό πως όταν παν οι άντρες στις γυναίκες , θα συμβούν και καυγάδες κι εκατό λογιώνε μπρέκιες!»
Μπουχαρί
Αλλιώς και μπουχαρής = καπνοδόχος
Μπούτζαρα
τιποτένια, άχρηστα πράγματα
Μπουρίκος
Συνηθισμένο όνομα γαϊδουριών στην Κεφαλονιά
«Σπαρτινοί και Κοριαννίτες, μ' έναν πρόεδρο "στα δυο" και με Τάση Μπεκατώρο πού'ναι ζωντανό βιβλίο, πώχετε τσου Ροσόλυμους, τσου Πανάδες, τσου Μπονίκους και για τσου αγρούς μπουρίκους! (Καλογηράς)»
Μπουρνέλα
Αλλιώς και πουρνέλα = Δαμάσκηνα (Prunus)
Μπουρμπουρελού
η Παναγία που γιορτάζει της 21 Νοεμβρίου.
Μπουρμπουρέλια = βλ. Πολυσπόρια (βρασμένα όσπρια και δημητριακά για την εορτή των Εισοδίων) και Μισοσπορίτισσα.
Μπούρμπουλο
βρασμός.
Ρήμα : Μπουρμπουρίζει = κοχλάζει, βράζει το φαγητό συνήθως.
Μεταφ. Θυμώνει, εκρήγνυται, αλλά και είμαι υγιής, ζωηρός, νέος
«Περιπ. Κάνει ο κώλος του μπουρμπουλήθρες! (= πνίγεται), Παίρνει μπούρμπουλο το αίμα μου!»
Μπουρλάρω
αστειεύομαι, σαχλαμαρίζω
Μπουρί
Έκρηξη θυμού, βλ. μπουρίνι = σφοδρός άνεμος και μάλιστα ζεστός.
«Άστονε σε λίγο θα του περάσει το μπουρί και θα ματάρθει»
Μπούρδινο
φθηνό φτωχικό ύφασμα, αλατζάς στικτό. Παλιότερα το μπούρδινο ήταν λινό ύφασμα που φτιαχνόταν το βελέσι
Ετυμολογία: ίσως απο τη λέξη bordura
Μπουργέτο
ψάρι, συνήθως γαύρος, στο τηγάνι ή στο ταψί με ρίγανη, λάδι και λεμόνι.
Μπουργετάδα = σούπα απο ψάρια σαν την κακαβιά (Ιθάκη)
Μπουνέλο
ακατάσχετη διάρροια
Μπουκούνι
κομμάτι, η μπουκιά
«Τι; Θε να παίξεις με την κούνια; Να μιά, να γένεις χίλια μπουκούνια; (Καλογηράς)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. boccone
Μπουζουνάρα
Αλλιώς και πουσνάρα και μπουζνάρα = η βαθιά τσέπη
Μπούζι
το πολύ κρύο, το παγωμένο
«Μπούζι είναι το νερό τση βρύσης»
Μπουζάκα
είδος βατράχου αμφίβιου που ζει και έξω απο το νερό
Μπουγιανάρι
το πατζάκι του παντελονιού
Μπότσα
Αλλιώς και μποτσόνι, μπότσι, μποτσούλα = μπουκάλι
Ετυμολογία: εκ του ενετ. bozza
Μπότης
πήλινη στάμνα
«Με άκραν περιποίηση και με καθαριότη και πάντοτε γλυκό νερό θα βρίσκεται στον μπότη (Λασκαράτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. botte
Μποτέγα
Υπαίθριο παράπηγμα με ποτά και φρούτα, πρόχειρο μαγαζί κυρίως στα πανηγυρια παλιά, που προσέφερε φαγητό και ποτό, κυρίως ψητά για όσες μέρες διαρκούσε το πανηγύρι.
«...Δυο τρείς μποτέγες έξω απο τη πόρτα της, φορτωμένες λιχουδιές , πιοτά και πρασινάδες....και οι μποτεγαραίοι μας φωνάζανε : Αφεντάδες, καλώς ήρτατε!Ελάτε να σας τραττάρουμε...(Λουκάτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bottega
Μποστάνι
λαχανόκηπος, ,περιβόλι,μπαξές
Μπονώρα
Αλλιώς και μπονοριά= νωρίς το πρωί.
«Ήρτες μπονώρα - μπονώρα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. buonora
Μπότο
Αλλιώς και δεμπότο = εκφρ. ακριβώς στην ώρα
«Μες στο μπότο!»
Μπότσολο-μπο
είδος κοριτσίστικου παιδικού παιχνιδιού
Ετυμολογία: εκ του ενετ. bozolo
Μπόνα
Αλλιώς και Μπόνε = α. δεν είμαι καλά, είμαι αδιάθετος. β. η νταντά, η γκουβερνάντα
«Απόψε δεν είμαι στα μπόνα μου!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. buona
Μπόμπολας
Αλλιώς και Μπόβολος = σαλιγκάρι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bovolo
Μποκολέτα
είδος μικρού σκουλαρικιού
Μπομπή
ντροπή, ξετσιπωσιά, αδιαντροπιά
«Κι έκατσε η μπομπή τσι στράτες κι αναμπαίζει τσου διαβάτες»
Μπόλια
μαντίλι γυναικείο, αλλά και πετσέτα
«Κι ένα σαλάγισμα φτερών στα δυο σου μάτια, που με τον ήλιο τυλιγμένο στην ομπόλια σου τη χρυσοπλούμιστη»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. εμβολί ή εμβόλιον, εκ του ιταλ. boglia
Μποκές
μπουκέτο, ανθοδέσμη
Μποθρακλάς
Αλλά και μπουθρακλάς = βάτραχος, μπάκακας
Μπιστιού
βερεσέ, εν τη καλή πίστη σε αγορές και πωλήσεις συνήθως
Μπιστικός
Ο μισθωτός τσοπάνης ή ο συναίτερος στα κοπάδια. Σπανίως είναι ο κύριος του κοπαδιού
«Να ΄μουν το Μάη μπιστικός, τον Αύγουστο τραγάτης και μες στο μισοχείμωνο λεχώνα στο κρεββάτι.(Παλλική)»
Μπερδελίζω
τραυλίζω, μιλώ ψευδά και μπερδεμένα
«Μιλώ μπερδελά!»
Μπιομπός
Είδος μικρού παιδικού μεταλλικού μουσικού πνευστού οργάνου. Μεταφ. = ο γελοίος άνθρωπος, ο τιποτένιος
«Κι αν θέλεις το χωριό να μη σε κογιονάρει, παράτησέ το το μπιομπιό και πιάσε το ξινάρι»
Μπιλιέτο
εισιτήριο θεάτρου κυρίως
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. biglietto
Μπιζόνια
ανάγκη, φτώχεια, στρίμωγμα
Ετυμολογία: εκ τουιταλ. bisogna
Μπικερίνι
Αλλιώς και κοντεζίνι = ποτηράκι για λικέρ, ρακογυάλι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. biccierino
Μπίδι-μπίδι
ολόγυμνος, γδυτός
Μπιβαδόρος
Αλλιώς και μπεβερίνος = μεθύστακας, μπεκρής
Μπέστιας
ο παλιάνθρωπος, το παλιοτόμαρο
Ετυμολογία: εκ τουιταλ. bestia
Μπερετόνι
Αλλιώς και μπερέττα = κασκέτο, σκουφάκι, μπερές
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. berretta
Μπερδέλα
Είδος πάπιας με χρώματα ζωηρά, παρδαλή (αλλιώς και μπερδελός και περδελός =), μεταφορικά λέγεται και για γυναίκα
Μπεμπούρι
το οικόσιτο ζώο που μας ακολουθεί, αλλά και παιχνίδι που το σέρνουν τα παιδάκια
Μπελντέ
πολτός, αλλά και το ζουμί του κυδωνιού
Μπελέτσα
η ομορφιά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bellezza
Μπελλαβέστρα
η ζωηρή γυναίκα, ελαφρών ηθών
Μπεβερίνος
πότης, μπεκρής, αλκοολικός
Μπατινάδα
Αλλιώς και σονάδα και σερενάδα = σερενάτα, νυκτερινή συναυλία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ mattinata (ίσως επειδή τραγουδιέται προς την αυγή)
Μπαστόνες
Βλ. και ξυλοδεττόρος = περιπαικτικά ο γιατρός ή ο δικηγόρος
Μπατούτα
μουσικό μέτρο, μεταφ. = φασαρία, αναστάτωση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. battuta
Μπάτινα
το βερνίκι παπουτσιών
«Και με παπούτσια κουμπωτά, τση ώρας μπατινάδα»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. patina
Μπατικιά
Αλλιώς και μαροκιά = πετροβόλισμα, λιθοβόλισμα με μεγάλες πέτρες (μαροκιές)
Μπατίδος
αφερέγγυος, κακοποιός, ληστής
«Φύγαμε μπατίδοι απο την Τροία, έχω και χαρτί με μαρτυρία, δε θυμάμαι μόνο την πορεία(Καββασίας Παιδεία)»
Μπάτης
ο εισερχόμενος στο σπίτι
«Ούτε μπάτης, ούτε βγάτης!»
Μπαταρέλα
χειροκρότημα, αλλά και γιουχάρισμα (με την παλάμη χτύπημα του στόματος)
«Βγάνω την μπαταρέλα! (=αποδοκιμάζω, γελοιοποιώ κάποιον)»
Ετυμολογία: εκ του ενετ. baterela
Μπατανία
κουβέρτα σκέπασμα, κλινοσκέπασμα
Μπαστελάμενος
εμφανίσιμος, καλοστεκούμενος, γερός, δυνατός
Μπασιά
είσοδος σε σπίτι και μεταφορικά σημαίνει επισκέψεις, έχω μπασιά
«Η μπασιά είναι στο πλάι του σπιτιού.»
Ετυμολογία: μπασιά < Μεσαιωνική ελλ. (ἐ)μπασιά < ἐμπασία < Ελληνιστική < αρχαία ελληνική ἐμβαίνω
Μπαρτσολλέττα
κωμικά αστεία, χωρατά.
Ρήμα : Μπαρτσολλεττάρω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. barzelletta
Μπαρτσινέβελος
προϊστάμενος, αφεντικό, επιστάτης
Ετυμολογία: ενετική λέξη =μεριδιούχος =parcenevole
Μπάρτσια
γίδα με στριφτά κέρατα
Μπαρμπούτσι
απειθαρχία, ρεμπελιό, αλλά και το κακόφημο στέκι
Μπαρμπούτα
το προσωπείο, η μάσκα
«Αρσενικοί και θηλυκοί κρυμμένοι στη μπαρμπούτα, εβγήκανε πολυθάρευτοι, να κάμουν όσα δε μπορούν να κάνουν αμασκάρευτοι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. barbuta(=περικεφαλαία, κράνος), βεν. moretta
Μπαρμπουλές
τοπικό παραδοσιακό ζαχαρωτό με αμύγδαλα και καραμέλα
Μπαρμπαροσυσκιά
φραγκοσυκιά (Opuntia)
Μπαραφούζα
Συνάθροιση πολλών σε συμπλοκή, σύγχυση, κομφούζιο, σαματάς αλλά και βρωμοδουλειά
Ετυμολογία: εκ του ενετ. barafusa, ιταλ. abbaruffare
Μπαόρδα
Αλλιώς και μπαούρδα = τα φαγώσιμα, τι μπόλικο φαγητό
Μπαμπουλωμένος
σκεπάζω κεφάλη και πρόσωπο για να μη με χτυπάει ο αέρας, κουκουλώνομαι
«έτσι μπαμπουλωμένος πούσαι ποιος να σε γνωρίσει κακομοιριά σου!»
Μπαλλοτατσιόν
εκλογή, αλλά και η πληρωμή στα παλιά έγγραφα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. μπαλλοτάρω
Μπαμπόνι
καρούμπαλο,απόστημα. Κυριολ. απόστημα στη βουβωνική περιοχή
Μπαμπαφίος
Το δεύτερο πανί του οιστού. Μεταφ. = κάτι χωρίς γούστο
Στην Ιθάκη λέγονται τα κακόγουστα στολίδια, πράγματα
«Τι μπαμπαφίοι είναι ευκείνοι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pappafico
Μπαμπάουλας
κακό πνεύμα με τη μορφή λύκου για εκφόβιση των παιδιών, το οποίο είναι πάντα κρυμμένο και δε φαίνεται, φάντασμα
Μπαμπάι
μικρό έντομο
«Σου λέω εμπιστευτικώς και μεταξύ μας Γιάννη, πως με τα νέα παρφουμε, πήγα και μ' έπλυναν και εμέ εις τα λουτρά του Δήμου, και πλέον δεν υφίσταται μπαμπάι στο κορμί μου!»
Μπάλος
o λοστός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ, palo di ferro
Μπάλλος
γνωστός κεφαλονίτικος χορός
Μπαλιγάρω
προσπαθώ να ηρεμήσω κάποιον, κολακεύω, καταφέρνω με ψέμματα
Μπακατέλες
κακοφτιαγμένες δουλειές, αλλά και γυναίκες περασμένης ηλικίας
Μπαγκανότα
τραπεζικά γραμμάτια
Μπαζίνα
χοντροζυμωμένο και μαλακό κατασκεύασμα, πολέντα απο αλεύρι καλαμποκιού, ο χυλός που έπηξε πολύ
Μουτσούνα
Αλλιώς και μούτσουνο = το μικρό πρόσωπο, αλλά και παλιάνθρωπος
μεταφ. η αποκριάτικη μάσκα
Μουτρούνα
φυτό με αγκάθια και φαρδιά φύλλα (Branca Ursina, Acanthus Spinosus)
Μούτος
αμίλητος, βουβός, άφωνος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. muto
Μούρτα
πρόστιμο, χρηματική ποινή
Μούσουλα
μύδια
«εκφρ.: Επήε για μούσουλα (=πήγε στονπάτο, πνίγηκε)»
Μουσούδι
σαγόνι, μουσούδα κυρίως ζώου.
Μουσκλωμένος
κατσουφιασμένος, μουτρωμένος.
Μουσκλώνω : μουτρώνω, θυμώνω
Μουσκέτο
κοντό βραχύκαννο τουφέκι
Μουσκετάρω = πυροβολώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ moschetto
Μουρτόριο
η νεκρική πομπή, η κηδεία
Μούρδου
επιρρ. ανάμεικτα πράγματα, ανάκατα, ανακατεμένα
«σούρδου - μούρδου τάλια δέκα! »
Ετυμολογία: εκ του ιτα. sordo-muto
Μουρτάρι
μπρούτζινο δοχείο που μέσα κοπανούσαν το πιπέρι κ.λ.π. καταγραφή από Ι.Λευτεράτο (γεν.1939, Αργοστόλι),το έλεγε η γιαγιά του, Χλόη(γεν.1870,Διλινάτα)
Μόρφι
καλλυντικό, λευκή πούδρα (ψιμύθιον=λευκή σκόνη που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα ως καλλυντικό για να λευκαίνει το πρόσωπο)
«Η καλή καρδιά είναι μόρφι, και η καλύτερη φταμόρφι (επτά + όμορφο=υπερβολικό όμορφο)»
Μουρδούλης
ρυπαρός, βρωμιάρης, ακατάστατος.
Μουρδουλιά = η βρωμιά,η ακαταστασία. Ρήμα : Μουρδουλεύω.
«Μουρδουλομέρες : οι μέρες της πολυφαγίας κατ'α τη διάρκεια της Αποκριάς και άλλων εορτών, π.χ. Μουρδουλοπέφτη (Τσικνοπέμπτη) »
Μουρέλο
κάθε μεγάλο χοντροκομμένο ξύλο
Μουντίζω
(βλ. μουντί) = ασβεστώνω
Μουντί
η βούρτσα του ασπρίσματος
«Μουστάκι ωσαν μουντί!»
Μουμούδι
το κουκούτσι του αμυγδάλου και του κουκουναριού.
Μεταφ. έκφρ. το βάζω στο νού μου
«Του μπήκε το μουμούδι!»
Μουλώνω
(βλ. μούλα) μεταφ. πεισματώνω, κάνω μούτρα, όπως το μουλάρι
Μουλιάτικο
ορφανοτροφείο για νόθα (βλ. μούλα)
Αλλά και τα δικαιώματα του νόθου
«Επήρε τα μουλιάτικά του!»
Μουζουντούρος
μουτρωμένος, σκυθρωπός
Μοτάρι
πληγή, αλλά και καημός, στεναχώρια επίπονη και βασανιστική
«Τόχω μοτάρι μέσα μου! (είμαι πολύ πικραμμένος)»
Μοσκιά
αναρριχώμενη τριανταφυλλιά, ροζ, άσπρη
«Δεν έχεις της μοσκιάς την εμορφάδα, ουτε του ρόδου, λυγερή μου ξένη, στην όψη τη ζωηρή τη κοκκινάδα. όπου σε τόσες λάμπει αγορασμένη (Μ. Αβλιχος)»
Μορταρία
αληταρία, οι μόρτηδες
Μοροφίντο
μεσοτοιχία, πρόχειρο εσωτερικό χώρισμα σπιτιού
Μόρος
μαύρος και άραχνος, αμίλητος, σκυθρωπός.
Το φάντασμα του νεκρού που δεν κοινώνησε πριν πεθάνει και κυκλοφορεί στο σπίτι
Μωρόπουλο
Τα μικρά κολοκύθια
«Και του Λουρδά μωρόπουλα, τουπίκλην κολοκύθια, είτε με κρέας αγκαζέ, είτε και ως νηστίσιμα. (Καλογηράς)»
Μονοτσέμπερος
Δεν έχει άλλο ρούχο να βάλει
Μονάτος
σκέτος, ολόιδιος, καθαρός, σωστός
«Είναι μονάτος ο πατέρας του! Αυτός γίνηκε γάιδαρος μονάτος!»
Μονορέντι
μονότονο, ανιαρό, πληκτικό
Μονομερίδα
φαρμακερό φίδι
«Κατάρα : Οχιά και μονομερίδα να σε φάει!»
Μονή
Αλλιώς και μονιά = η φωλιά των ζώων, κυρίως του λαγού
«Βρήκα το λαγό στη μονή του!»
Μονιτάρους
τελείως, ολοσχερώς
Μονήρονο
η στέγη που έχει μόνο απο μια πλευρα υδρορροή
Μόνια
ησυχία, ανάπαυση.
Μονιάζω αλλιώς και μορώνω = είμαι ήσυχος, ηρεμώ
«Δε βρίσκω μόνια!»
Μονάλλαγος
αυτός που έχει μόνο μια αλλαξιά ρούχα
Μόμολο
Αλλιώς και μόμολα = ο πίθηκος,
μεταφ. 0 γελοίος, η ανοησία, η άσχημη γυναίκα
«Τί με κληρώνουν ένορκο, δεν το γνωρίζουν τάχα, όπως εγώ γεννήθηκα για μόμολες μονάχα!»
Μομέντο
σε μια στιγμή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. momento
Μόκολο
Αλλιώς και μονονγάλι = κοντό και χοντρό κερί στα μανουάλια της εκκλησίας
Ετυμολογία: εκ του ενετ. moccolo
Μοιχογέννητο
εξώγαμο παιδί που έχει αναγνωριστεί κανονικά. Στη βάφτιση ανάδοχος γίνεται όπιος προσφερθεί.
Μολημέρι
λέγεται για την ημέρα κατά τη διάρκεια της οποίας βρέχει συνεχώς, αντίστοιχα και για τη νύχτα μοληνύχτι (=μεταφ. και η αγρύπνια στις χριστιαννικές εορτές)
Μολαϊμίζω
ηρεμώ, καταπραϋνω
Μογδόνι
πολύ μεγάλη πέτρα οικοδομής
Μισοψιχαλισμένος
μισομεθυσμένος
Μισοφαστιδιασμένος
ζαλισμένο, μισολιπόθυμο
Μισοβέτσικο
μισότρελο, χαζό, ανόητο, ασυνάρτητο
Μίνα
το ορυχείο.
«εκφρ. Είναι για τη μίνα! (=θα καταδικαστεί με βαριά ποινή)»
Ετυμολογία: εκ του ιαλ. mina
Μιρακολόζο
θαυμάσιο, αξιοθαύμαστο
Μιράκολο
θαύμα, θαυμάσιο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. miracolo
Μιόβολο
Αλλά και μιώβολο = παλιό χάλκινο κέρμα, πεντάρα, οβολός μικρής αξίας, το 1/4 της αγγλικής πέννας
«Όσοι είχαμε μιόβολα, κουμπάρε και κουμπάρε, και τώρα που τα σώσαμε, ξεκουμπαρού κουμπάρε!»
Μινούτο
το λεπτό της ώρας
«Μπαρκάρισα κι αλάργιεψα απ'το νησί μας τούτο, αλλά δε σ'αλησμόνησα, αγάπη μου, μινούτο! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. minuto
Μικιάρισμα
σημάδι, στόχος σκοποβολής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mizare
Μιγρές
είδος μακρύ επενδύτη, ρεντικότα.
Εμιγράδες μεταφ. (Λασκαράτος)= οι μετανάστες
Ετυμολογία: εκ του γαλ. emigre (μακριά φορέματα εξορίστων)
Μέτελας
παραφθορά του Μεϊτλανδ, Άγγλου αρμοστή
Μεσάλι
Αναφέρθηκε και ως μεσάλα = το τραπεζομάντιλο
«...που εδώναι μαύρο το νερό και το ψωμί φαρμάκι, και τα μεσαλοτούβαλα μαύρα κι αραχνιασμένα (Ιθάκη)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mensale
Μεροστράτι
ο πορεία μιας ημέρας
Μέρμηγκας
Χορός Πανελλήνιος που χορεύεται και στην Κεφαλονιά
Μέρετο
ευγνωμοσύνη, ανταμοιβή, αρετή, σεβασμός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. merito
Μερετάρω
αξίζω, σέβομαι, εκφράζω τις ευχαριστίες μου
εκφρ. Σου μερετάρει = σου αξίζει,
εκφρ. Δεν έχω μερέτο = δεν εχω λόγια να σε ευχαριστήσω
«Χαίρε που μες στη φυλακή να λιώσεις μερετάρεις, χαίρε νυμφίε δάσκαλε που νύφη δε θα πάρεις!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. meritare
Μέντζο τράγιο - Μέντζο πρόβειο
Έκφρ. = έτσι και έτσι, σχεδόν, σε ισορροπία
Μεντέρι
καναπές μονός ή που γίνεται ανοίγει τοποθετημένος σε καθιστικό για πρόχειρη χρήση ξαπλώματος
Μέντε (τα)
προσοχή,νους, πνεύμα εκφ. έχω το νου μου
«Έχε τα μέντε σου!
Είχε τα μέντε του να μην του ματαφύγει!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mente
Μαϊνάρω
καλμάρω, ηρεμώ, χαλαρώνω, κοπάζω.
Για τα πλοία = κατεβάζω τα πανιά, μειώνω τα βάρη (ναυτ. προστ. μάϊνα)
«Ο καιρός μαϊνάρισε!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mainare, ammainare
Μελιοκομμάρα
Αλλιώς και μέλιασμα ή κομμάρα =κακοδιάθεση με κουρασμένα άκρα
Μελέχα
δυσαρέσκεια, οργή
«Μου χρωστάει ή μου κραττεί ή έχει μελέχα!»
Μελίδια
μικρά κομμάτια και μάλιστα μελών (βλ. τετάρτια)
Ρήμα : Μελιδιάζω = διαμελίζω, διαμερίζω, Μελιδιάζομαι = τσακίζομαι, γίνομαι κομμάτια.
Συνων.= μελιάζω-ομαι= διαμελίζω-ομαι, κόβω-ομαι
«Τον έκαμε μελίδια τ'άλογο! (τον πέταξε, τον έσυρε και τον διαμέλυσε).
Μελίδια ψωμιού (=κομμάτια ψωμιού).
»
Μεδά
Αλλιώς και μαδά : επιρρ. = τάχα, μήπως, μη δά
«Μεδά ήρθε ακόμα»
Μεγάρι
Αλλιώς και μαγάρι = είθε, μακάρι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. magari
Μαυροτσούκαλο
Αλλιώς και μαυροτσούκω ή μαυροτσούπω = ηλιοκαμμένος
Ετυμολογία: μαύρος-τσούπα(=μικρή κοπέλα)
Μαυρόγιο
Αλλιώς και κισσήρι (= η ελαφρόπετρα του αιγιαλού) είδος μαυρωπού εδάφους
Ματοχυλισμένος
αιματοβαμμένος.
Ρήμα : Ματοχυλάω = αιματοκυλάω
Ματίζω
ενώνω δυο κομμάτια, συγκολλώ
Μαστέλο
μικρός ξύλινος κάδος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mastello
Μάρτσια
μουσικό κομμάτι, εμβατήριο
«...Οι μουσικές αρχίζουν να παίζουν τσι αργιές μάρτσιες τους, κι καμπάνες απο πάνω τους τις συντροφεύουν...(Λουκάτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. marcia
Μάρτσια φούνεμπρε
πένθιμο εμβατήριο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. marcia funebre
Μαρτούριο
Αλλιώς και μαρτούγιο = μαρτύριο, βασανιστήριο.
Ρήμα : Μαρτουρεύω = βασανίζω, τυραννάω
Μαρτιάκος
λουλούδι άγριο κίτρινο που ανθίζει την άνοιξη (Erigerum)
Μαρόκος
βράχος, κοτρώνα, ογκόλιθος.
Μαροκιά = πετριά
Ετυμολογία: εκ του ενετ. maroco = ηλίθιος
Μαρογάρω
χρονοτριβώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. moroso
Μαρμάγκα
Αλλιώς και μαρμάγγα = δηλητηριώδες έντομο, αράχνη
Μαρινάρος
ο ναύτης,ο θαλασσινός, ο ναυτικός
«Ολόρτο το φεγγάρι, δίπλα οι μαρινάροι, δίπλα το φεγγάρι, ολόρτοι οι μαρινάροι (Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: εκ τουιταλ. marinaro
Μαργώνω
κρυώνω, παγώνω, με παγωμένα τα άκρα
«Δάχτυλα, πόδια, χέρια μαργωμένα!
Πέρδικ τση ακρογιαλιάς που τρέλανες τ'αηδόνι, και τόκαμες να προβατεί (περπατεί) τσι νύχτες και μαργώνει! (Λασκαράτος)»
Μαριόλος
πονηρός, απατεώνας,. Συνήθως αναφέρεται στα μάτια τα εκφραστικά, τα ζωηρά. Εχει επίσης τη σημασία του οξυδερκή ανθρώπου
«Μα΄τια μου μαργιολεμένα, για κοιτάξετε καλά, να μου πιάσετε τον κλεφτη πώρχεται στη γειτονιά!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mariuolo
Μαργέλι
το ρεβέρ του παντελονιού ή του μανικιού
Μαραγκιασμένο
μαραμένο.
Μαραγκιάζω = μαραζώνω,
«μεταφ. Μαραγκιασμένα χείλη (τα ωχρά, τα κιτρινιασμένα)»
Ετυμολογία: εκ του μαραίνω
Μάρα
σφοδρή επιθυμία,
«τοχω μάρα να φάω ευκειό το φαϊ!»
Μαξούλι
μικρό εισόδημα γεωργού, τσοπάνη κ.λ.π., είσπραξη, συγκομιδή
Μαντραούρα
είδος μύκητα, μανιτάρι μανδραγόρας (Atropa Mandagora, Mandragora officinarum )
Μάντολα
παραδοσιακό κεφαλονίτικο ζαχαρωτό με αμύγδαλα και ζάχαρη, κόκκινου χρώματος.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mandorla
Μαντενούτα (η)
Αλλιώς και Μαντετούα = η ερωμένη, η παλακίδα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. mantenuta
Μάνταλος
είδος σύρτη που κλείνει την πόρτα
Μάμμα (η)
Στα πτηνά ο πρόλοβος του πεπτικού σωλήνα.
Μεταφ. = το ευτραφές προγούλι
«Κάλλιο η μάμμα μου (γεμάτη) παρά η μάνα μου! (Ληξούρι)»
Μάντα
μέρος, πλάι, άκρη, Αλλιώς και αλλαχού = γωνία, μέρος
«Είμαι αθάνατη σάρκα χρυσή, 'ργασμένη μ' έρωτα και με κρασί. Ρωμιοί κι Εβραίοι σα μ'απανταίνουνε σαν πέτρες φέρμοι στη μάντα μένουνε...Ακούς καθρέφτη μου; Α!μην ντρεκλίζεις! Α! στάσου ντρίτος και με σκοτίζεις! ("Ένας μεθυσμένος εμπρός στον Καθρέφτη", Αποθήκη του Διαβόλου, σελ.323, τόμ.Β)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. manda κατά παραφθ. ή εκ του ιταλ banda
Μανοθυγατέρα
μάνα και κόρη
Μανέστρα
Αλλά και χαβιαρομανέστρα = σούπα με ζυμαρικά ή ρύζι.
Μεταφ. ανάμειξη, σκευωρία. Χρησιμοποιείται κυρίως σαρκαστικά
«Μάτια μου ξυνόρογδο (= εκφρ. για γυναίκες άσχημες, ειρων.) και χαβιαρομανέστρα, την Κυριακ' ήσουν ώμορφη, και τη Δευτέρα χέστρα!»
Μαμούρι (το)
ο μικρός σε ηλικία και για ευτελείς υπηρεσίες υπηρέτης.
Μάμουρας = ο μεγαλύτερης ηλικίας υπηρέτης. Λέγεται καταφρονητικά για κάθε άτομο που υπηρετεί
Μαμουριό = λέγεται εμπεκτικά για τις δουλείες.
Μαμουρεύω και μαμουρολογάω= υπηρετώ
«Μή σε πλανέσει ο λογισμός, και μ'αρνηθείς, μαμούρα, και βάλεις άλλο δουλευτή να φάει τη κουλούρα. (Λασκαράτος)»
Μαλιφίτσι
καυγάς, δυσαρέσκεια, ΄νετονη διαφωνία, μεγάλη φασαρία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. maleficio
Μαλιοστουπάω
Αλλιώς και μαλιοστουπίζω = κάνω τα πάντα άνω κάτω, όπως ανακατεύω τα μαλλιά της κεφαλής
Μαλλιοκάβουρας
Είδος καβουριολυ, μεταφ. ο ακοινώνητος
Μαλίνο (το)
ασθένεια, γρίπη, κακιά αρρώστεια
«Να σε φάει κακό μαλίνο! Έβγαλε το μαλίνο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. maglina
Μαλάτσα (η)
η πρωινή δροσιά
Μαλαφράντζα
η γαλλική αρρώστεια, σύφιλη
Ετυμολογία: εκ του ιτ. mal di Francia
Μαλαουδιασμένος
μαζεμένος, κακοδιάθετος,φοβισμένος, συνεσταλμένος
Μαλαουδιάζω
είμαι κακοδιάθετος, εξασθενίζω, μουδιάζω.
Μαλαουδιασμάρα = κακοδιαθεσιά, ελαφριά ασθένεια
Μαλάθα
Αλλιώς και μαλαθούνι = μεγάλο καλάθι, κοφίνι
μεταφ. λέω βλακείες.
Συνων. Κόφα(η)
«Μούτρα σα μαλάθες!»
Ετυμολογία: εκ παραφθοράς της λέξης καλάθα
Μαγουλοσέρνομαι
σέρνομαι στη γη με τα μάγουλα, τραβάω τα μάγουλά μου απο υπερβολική λύπη
Μαϊτζέβελος
νολικός, διαχειρίσιμος, καλόβολος, εύκολος
«Με βρήκατε μαϊτζέβελη και μου βάλατε σάλιο στη μύτη!»
Μαΐστρα
α. Ναυτ. όρος = το πρώτο και μεγαύτερο πανί του μεγάλου ιστού των ιστιοφόρων.
β. η μεσαία κεραία που κρέμεται το τετράγωνο πανί του ιστιοφόρο.
γ.ο κεντρικός ξύλινος δοκός που στήριζε το πάτωμα του ισογείου.
Μάζωξη
συγκέντρωση.
Μαζώνω=μαζεύω
μετφ. = πνέω τα ολίσθια, είμαι ετοιμοθάνατος, αλλά και έκφραση που λέγονταν όταν οι φυματικοί έβγαιναν να περπατήσουν
«Μαζώνω γραφές!»
Ετυμολογία: εκ του μάζα (μάττω-μάζω)
Μαγιόλι
μικρό λεπτό κερί.
Μαγιόλα = τα γυαλιστερά πλακάκια
««…Πατούμε σ’ ένα δάπεδο γλιστερό, στρωμένο από μαρμάρινες ή μαγιόλινες πλάκες…σαπουνισμένες και κατακάθαρες…»(Λουκάτος)»
Ετυμολογία: εκ του βεν. magiolo
Μάγκος
ξύλινο, βαρύ τραπέζι,
μαγκάδα = τραπέζια των οπωροπολών συνήθως
μαγκαδόροι= οπωροπώλες
Μαγκλαούρι
μαστίγιο, βούρδουλας, μεγάλο ξύλο με το οποίο τινάζαν τα δέντρα
Μάγιο (το)
Ματρακάς (εργαλείο πελεκίσματος, είδος σφυριού)
Μαγαρισμένος
βρώμικος, κακόψυχος, δόλιος, φαύλος, ενίοτε και ο καταραμένος
Μαγαρισιά
κυριολ. περιττώματα γάτας, ποντικού ή σκύλου
μετφ. η νοθεία, πονηριά, κοκοψυχιά
Μαγαρίζω
νοθεύω, λερώνω, μολύνω
επί ζώου κυρίως γάτας ή ποντικού όταν ακουμπούν φαγητό
«Μου μαγάρισε το φαί!»
Μάγγανα
α.σύγχιση, ταραχή,
β. σαχλαμάρες, κουταμάρες.
γ. υπολείμματα λιναριού
«Κάλλιο λόγια στο χωράφι, παρά μάγγανα στ' αλώνι
Πάλι Γιάννη μάγγανα, πάλι Μαργιώ τραγούδι»
Μαγάρα
η δόλια, κοκοήθης, μοχθηρή γυναίκα
«Όπου ακαμάτρας ριζικό, κι όπου μαγάρας μοίρα, κι όπου καλή νοικοκυρά, μαύρη και κακομοίρα!»
Μούσκλα
α. κατήφεια, παράπονο, σκυθρωπότητα
β. τα χόρτα που βρίσκονται στα έλατα του βουνού Αίνος
Ξ
Ξομπλιάζω
κουτσομπολεύω.
Ξόμπλιο: κουτσομπολιό.
Ξομπλιάστρης : κουτσομπόλης.
Ξετσανίζομαι
είμαι ενθουσιασμένος, βρίσκομαι σε κέφι
Ξαλαφρίκι
η σαύρα, σαλαβρίχα (Φαρακλάτα)
Ξαλεγράρω
χαίρομαι, ζωηρεύω
Ξαλαλιάζω
πέφτω σε ζάλη, ζαλίζομαι, παλαβώνω
Ξαβδελιάζω
ξεκοιλιάζω, ξεπαραδιάζω
Ξεφάαμε
αποφάγαμε, τελειώσαμε το φαγητό
Ξάμωσε
βίαιη επιθετική χειρονομία, όρμησε
«Εξάμωσε απάνου στον πατέρα του»
Ξανασπούρι
ξεριζωτό γέννημα ή χόρτο
Ξεθάλα
πλατύ στο άκρο κοντάρι για να απομακρύνουν τις στάχτες απο το ξυλόφουρνο
Ξεμποχειλιασμένο
ξεχειλωμένο, χαλαρωμένο χωρίς σχήμα
Ξεραγκιερνός
κοκκαλιάρης, αδύνατος, ξερακιανός
Ξεργαλίστηκα
γδάρθηκα ελαφρώς
Ξεσπουργάρισε
ξέφραξε και έφυγαν τα υγρά
Ξώπετσα
Αλλιώς και ξώφερμα = επιπόλαια
«Τον πήρε η μαχαιριά ξώπετσα!
Ξένος πόνος ξώφερμα!»
Ξυπολιέμαι
βγάνω τα παπούτσια
Ξυνόρογδο
ξινό ρόδι
«Μάτια μου, γυιέ, ξυνόροδο
και χαυγιαρομανέστρα,
την Κυριακή ήσουν όμορφη
και τη Δευτέρα χέστρα!»
Ξυλόγατα
ξύλινη ποντικοπαγίδα
Ξυλιάζω
πεθαίνω, κοιμάμαι
Ξονοματίζω
αναφέρω κάτι κατ όνομα
«Μας εξωνομάτισε τον κλεφτη!»
Ξόανο
ο ηλίθιος
ο δύσμορφος, άσχημς
Ξίτι
επιφώνημα για να διώξει τη γάτα
Ξηντάρι
η μισή κορώνα κατά την Αγγλοκρατεία, είχε 60 οβολούς
Ξεχάνω
αφαιρούμαι, λησμονώ
Ξεσφαλαγγουνιάζω
καθαρίζω τους ιστούς της αράχνης
Ξεροφρυμάρα
ξηρασία του στόματαος , αλλά και η δίψα
Ξεποδαρίζω
α.συνήθως λέγεται όταν το παιδί κάνει τα πρώτα βήματα
β. κουράζεις τα πόδια
«με εξεποδάρισες απτο τρεχάκι»
Ξέπλεγη (η)
γυναίκα με λιτά μαλλιά, άπλεκτα
Ξεπειρίζω
Αλλιώς και ξεπυρίζω = αφαιρώ τοπειρί (το ξύλινο καπάκι-πώμα με το οποίο βουλωνουν τον κρουνο των βαρελιών)
«εκφρ. εξεπείρισε το βουτσί
ο ζωηρός ο πετεινός καθώς μας είπε ο Καμπανός αυτός που τον ορίζει, υπαρηφάνως προχωρεί και με τη μύτι το πυρί τραβά και ξεπυρίζει»
Ξενούρα
πλήθος ξένων σε επίσκεψη ή γάμο
Ξεμπουρισμένος
αλήτης, κακοήθης, έγκλυτος
Θηλ. Ξεμπουροθήλυκο ή ξεμπούρω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. buso
Ξέμπολο
Αλλιώς και Νέμπολο = Το άφραγο κτήμα
Ξελεχτής
και ξελέχτρα = οι ομοφυλόφιλοι
Ξελέχω
βρίζω κάποιον,, κάνω πικρές παρατηρήσεις σε κάποιον
Ξελουλόνομαι
πέφτω αναίσθητος είτε απο μέθη είτε απο πυρετό
Ξελέστατος
άκοσμος, βρώμικα ντυμένος,
Ξελαγαρίζω
α.καταδεικνύομαι και κυρίως για κακό
β. όταν βελτιώνεται ο καιρός εκφρ.
γ. κατάκατσε, έγινε διάφανο
«εξελαγάρισε φοβερός
εξελαγάρισε ο καιρός
ξελαγάρισε η σκέψη μου»
Ξεκουκκαλιάζω
α.αφαιρώ το κρέας απο τα κόκκαλα
β. εξασθενώ, καταβάλλω
«Πίτα ξεκουκκαλιαστή (η κρεατόπιτα).
Με εξεκουκκάλιασε στα έξοδα!»
Ξεκάμω
α.λογαριάζω το προιόν μου και παίρνω το λογαριασμό μου
β. ταλαιπωρούμαι, αποκάνω, τελειώνω, πεθαίνω
«Εξέκαμε τη σταφίδα μου τσοι 150 δρχ!»
Ξεκακίζω
εκφρ. οταν βελτιώνεται ο καιρός
«Εξεκάκισε ο ουρανός!»
Ξέθαρρα
με θάρρος
«Πάτει ξέθαρρα ωρε!»
Ξέδουλας
το τελείωμα του παιδικού παιχνιδιού καραμπάνα
Ξεδούλιο
κέρδος απο εργασία, απολαβή χρηματική
Ξεδουλιάζω
ξεκουράζομαι μετά τη δουλειά, ξαποσταίνω
Ξεδώνω
διασκεδάζω, στρέφω αλλού την προσοχή μου, ενίοτε και ξεδίνω, ότι μας ευχαριστεί
«Ξεδίνει το μυαλό μου!
Το παιδάκι μας είναι το ξεδοτήρι μας!»
Ξαχλυάζω
α.χαίρομαι, ευθυμό, διάγω βίον ανθόσπαρτον
β.γλεντάω, το ρίχνω έξω
Ξαχερίτης
κτήμα, χωράφι απο το οποίο έχουν θεριστεί οι καρποί και δεν έχουν απομείνει ούτε τα άχυρα
Ξεβακίζω
καλλιεργώ τόπο χέρσο και ακαλλιέργητο
Ξαφνίζομαι
α.έρχομαι ξαφνικά, επανέρχομαι
β. τρομάζω κάποιον με φωνή, είδηση, μορφασμό ή ενδυμασία
γ. ξαφνικό, κακιά είδηση
δ.κατάρα
ε. το πολύ, μεγάλη ποσότητα
«Ξαφνίσου στερνότερα αποδώ!
Τί καιρός σε ξάφνισε;!
Τι ξαφνικό σ' έβρηκε;
Κακό ξαφνικό να μώρτει!
Από κακό ξαφνικό να σ'ακούσω!
Κακό ξαφνικό στο σπίτι σου!
Ένα ξαφνικό λάχανα πουλάνε σήμερα!
Εβγήκε ξαφνικό ψάρι !»
Ξάφνου
ξαφνικά
«Κακό ξαφνικό στο σπίτι σου! (Κατάρα)»
Ξεγάλισμα
εκδορά, γρατζουνιά
Ξασκοντιά
σπρωξιά, εμποδισια, σπρώχνω βίαια
Ξαπαλλιώς
διαφορετικά, τουναντίον
Ξαντερίζομαι
ξεκαρδίζομαι απο τα γέλια
μεταφ. υπερβολικό γέλιο
«Ξαντερίζομαι απ' τα γέλια!»
Ξαναγκαιρνός
ο ασθενικός, ο κακοφυής
«Το ξαναγκαιρνό γαιδούρι, χαλασμός στον αχεριώνα!»
Ξανασκελιά
Αλλιώς και ξανασκέλιασμα = μεταφ. ο μικρός χώρος, η μικρή απόσταση
«Μια ξανασκελιά τόπος!»
Ξαλαφιάζομαι
είμαι αφηρημένος
Ξαγγαστρικό
φαγητό που ζητάει, επιθυμή η έγγυος γυναίκα και αν δεν το πάρει υπάρχει κίνδυνος να αποβάλλει
μετ. το επιθυμητό
Ξαδειάζω
τελειώνω μια εργασία, ευκαιρώ
«Μόλις ξαδειάσω απ'τσι αγγαρείς μου, θα ρτω!»
Ξαβασκαμός
Ευχή κατά της βασκανίας
μεταφ. λέγεται όταν κάποιος εκράζει τη χαρά του ή το θαυμασμό του για την ευρωστία ή την υγεία κάποιου
«Ξαβασκαμός σου!»
Ξυλλοδεττόρος
πειπαικτικά ο γιατρός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. dottore
Ξερομπούκι
ξερό ψωμί
το ψωμί που τρώει κάποιος χωρίς άλλο προσφάι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ bocca
Ξεμπουργαίνω
καθαρίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. puro
Ξεκαμπίζω
Αλλιώς και ξεκαμπανίζω = βγαίνω απο την πόλη και πάω προς τους αγρούς, περνώ τους κάμπους
μεταφ. αυτός που χάνει τα μυαλά του
ο πλανόδιος, ο φαύλος, ο ζωηρός, ο ερωτομανής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. campo ή campagna
Ξώκαρδα
με κρύα καρδιά, όχι με την καρδιά μου
Ξυγκάκι
εντεροκήλη, το περιτόνιο, πχ. σιγά και μη σου βγει το ξυγκάκι
«"μου πέφτει το ξυγγάκι μου"»
Ξεχάραξε
για την κότα που κάνει αυγό πρώτη φορά
Ξετσανίζω
εμφανίζομαι σιγά σιγά
Ξετιμωτής
ο πραγματογνώμων, εκτιμητής
Ξετιμώνω
α, εκτιμώ
β.κουτσομπολεύω, κάνω βούκινο
«Που ξετιμώνει τη γνώμη του, ποτέ του δεν ξεπέφτει»
Ξεσφαΐζω, -ομαι
α. στρέφω τον τράχηλο και πονάω
β.πέφτω και χτυπάω, τσακίζομαι, γκρεμοτσακίζομαι
Ξεσυνερισιά
έριδα, αντιλογία αλλά και η άμιλλα
Ξεσυνερίζομαι
α.δεν αντιλέγω, δεν κρίνω, συμερίζομαι, λαμβάνω υπόψη
«"Μην τον ξεσυνερίζεσαι", "Δε σε ξεσυνερίζομαι", "Να μη σε ξεσυνεριστεί ο Θεός!"
Κουρλούς και παλαβούς ο Θεός δεν τους ξεσυνερίζεται»
Ξεστελλιάζω
α.διαλύω, βγάζω από τη θέση, αφαιρώ τα στηρίγματα
Ξεστέλλιαστος : χωρίς στηρίγματα, χωρίς επιχειρήματα, ετοιμόρροπος
«Ξεστέλιαστη πληροφορία»
Ξεσπουρδίζω
μετά από ασθένεια γίνομαι ευτραφής και ζωηρός, ή ο σοβαρός γίνεται εύθυμος.
Σημαίνει επίσης και ξεθαρρεύω, παύω να είμαι άτολμος και μαζεμένος
Ξεσκλίζω ή ξεσκλάω
Αλλιώς και ξεσκλάω = σκίζω βίαια, ξεσκίζω
«Παίγνο του ανέμου κατήντησε η ψυχή μου, ξεσκλίδι στον αφρό της τρικυμμίας»
Ξερίχι (το)
σταφύλι μαύρο
Ξερέξι (το)
κάτι εξαιρετικά, ορεκτικό, λιχουδιά
«Ενώ αν έχετε παρά, πέστε το να το ξέρουμε, για να πασχίσουμε πολλά, ξερέξια να σας φέρουμε»
Ξύω
και και ξυώμαι = ξύνω και ξύνομαι
«Όποιος ξυεί ταλλουνου την ψώρα,δροσίζει τη δικη του»
Ξεραποξυλωμένος
κατάρα : "αίξης και ξερός και ξεραποξυλωμένος"
να γίνεις ξερός, από ξύλο
«"-Δεν ξέρω, - Να ξεραποξυλωθείς"»
Ξεραθυμάω
τρώω κάτι με ευχαρίστηση, χορταίνω, ικανοποιούμαι
Ξενοψωμίζω
α.τρώω σε ξένο σπίτι
β. ζητάω ικανοποίηση ερωτικκή εκτός σπιτιού
Ξενότισμα
πλεχτό μπάλωμα στις κάλτσες, στις φτέρνες
Ξενοπρεδεύω
γυρίζω αλλού για ερωτοδουλειές
Ξεμπουρίζω
α.βγάζω κάποιον απο το όρια, διαφθείρω, ξετρελαίνομαι, κάνω ανοησίες, συνηθίζω στις απολαύσεις
β. κακόμαθε, γλυκάθηκε στις ευχαριστίες
γ. ξεμυαλίζω
«Τέλος πάντων κάθε χρόνο είμαστε υποχρεωμένοι να ακλουθάμε και το θρόνο με τη Κεχαριτωμένη κι όλους τους προσκυνητάδες απο χώρες και χωριά κι ανασύσταγες χηράδες που διψούν για ξεμπουργιά!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ buso
Ξεμπάχαλος
Αλλιώς και Ξεμπαχαλιά = σπ. δυνατός μπάτσος, χαστούκι
Ξεμυτιστό φάσκελο
Η κεφαλονίτικη μούντζα, που απο τη γροθιά βγαίνει το χοντρό δάχτυλο ανάμεσα δείκτη και μέσου δαχτύλου
Ξελεξιά
Αλλιώς και ξέλεξη = Το βρίσιμο και από τις δυο πλευρές, αλληλοβρίσιμο
Ξυλάκου
επιρρ. καταδιώκω κάποιον με ξύλο
«"παίρνω ή βάνω ξυλάκου"»
Ξεκουτάλεμα
δοκιμή του φαγητού για να δούμε αν είναι έτοιμο
ρημ. ξεκουταλεύω
Ξεκουρούπωτος
α.ασκεπής, με το κεφάλι χωρίς καπέλο
β.το δέντρο που δεν έχεικλαδευτεί
Ξεκήπισε
έπαψε να βγάζει καρπού λόγω εποχής
Ξεγαλίζω
βγάζω την πέτσα του δέρματος, γδέρνω
Ξαρκής
κάνω κάτι από την αρχή
Ξαπόστα
Αλλιώς και Ξαποστινιάρικα και Απόστα = επίτηδες
«Ληξούρι κι Αργοστόλι είναι δυο τόποι, που τσώφτιασ' ο Θεός ξαποστινιάρικα»
Ξαναπούλιασμα
το φτέρωμα των πουλερικών όταν ανανεώνεται το χειμώνα
«Η πούρβερη το πρόσωπο πως το κατασκευάζει, σα κότα το Μαγιάπριλο που ξαναπουπουλιάζει»
Ξαμπελώνω
ξεφυτεύω το παλιό αμπέλι
«"Ξαμπελωμένα κτήματα"»
Ξανασκελάω ή Ξανασκελίζω
α.διαβαίνω, βηματίζω, πηδάω πάνω απο κάποιον που είναι ξαπλωμένος και μάλιστα ύπτια, κάτι που θεωρείται ότι εμποδίζει την σωματική ανάπτυξη του ξαπλωμένου, την υγεία και την πρόοδό του.
β. προσφέρομαι ανα΄σκελα για ερωτική πράξη
Ξαλαφιασμένος
αφηρημένος
κατατρομαγμένος, ανάστατος
Ξαίνω
το καθάρισμα του μαλλιού πριν το γνέσιμο
μεταφ. μπλέχτηκα σε δύσκολα και δυσάρεστα πράγματα
«Εύρηκα μαλλιά να ξάνω!»
Ξαγραμπαλώνω
ξεγαντζώνω, ξεκρεμάω
Ξαγκρίζω
καθαρίζω προσεχτικά το σπίτι
Ξαγγλίζω
ξεμπερδεύω μαλλιά, χτενίζω και χωρίζω με ωραία κτένα τα μπλεγμένα μαλλιά
Ξαγιάζω
πληρώνω σε είδος, πχ. το ξάι του λιτρουβιού
Π
Πάτι (το)
Συμφωνία, όρος
«κατά τα ήθη και πάτι των καλών Ρωμαίων, να τα λάβει ... Νοτάριος Μαυροιωάννης ιερεύς Ανδρέας (Φ.Μ. 56)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. patto
Παλιάτζα (η)
Μέτρο ποσότητας λαδιού που αντιστοιχεί σε 8.1 κιλά περίπου. Χρησιμοποιείται κυρίως στην Παλική.
Πρεμεντάρω
Υπόσχομαι
«Πρεμεντάρει δε ράτο (premettere derrata) = υπόσχομαι για το αντίστοιχο μέρος (κυρίως το συναντάμε σε νοταριακές πράξεις)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. promettere
Πουνηάλο (το)
Μαχαίρο, εγχειρίδιο, κάμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pugnale
Πρετζέσον
Η δίκη
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. processo
Πέτομαι
Υπερηφανεύομαι
«Πιστεύω πως ο έρωτας δεν είναι ανομία. Πιστεύω και το πέτομαι πώς όποιος με κοιτάει, αν άντρας ... μ' ερωτεύεται, γυναίκα με φθονάει...(αποσπ. από το Πιστεύω της Περπερούλας, Αποθήκη του Διαβόλου, 1860,σελ.192, τόμ.Β)»
Πωρί
Ο πωρόλιθος
«τα αγκωνάρια του σπιτιού είναι από πωρόλιθο.»
Πριβιλέτζο (το)
το προνόμιο
«είναι πριβιλέτζο του Κόντε!»
Ετυμολογία: Ιτ. Privilegio
Πρεβεδούρος
ο Βενετός προνοητής
Ετυμολογία: Βεν. proveditor
Πολτρόνα καρελίνια
Η τροχήλατη πολυθρόνα
«έσυρε την πολτρόνα καρελίνια δίπλα στη φανέστρα για να βλέπει έξω.»
Ετυμολογία: Ιτ.poltrona carrello
Πιάνο
Ο όροφος
Ετυμολογία: Ιτ.piano
Πάτζινα
σελίδα
«άνοιξε στο βιβλίο την πάτζινα 20»
Ετυμολογία: Ιτ.,Βεν. Pagina
Παρλατόρια (η)
φλυαρία
«η παρλατόρια τση Μαρίας δεν λέγεται!»
Ετυμολογία: Ιτ. parlatoria
Παμφλέτι (το)
μονόφυλλο έντυπο,φυλλάδιο
«τα παμφλέτια των ραντικαλιστών με τις πολιτικές τους απόψεις.»
Ετυμολογία: Αγγλ. pamphlet
Πράτιγο
Ναυτική άδεια υγειονομείου για ελευθερη επικοινωνία.
Πρατιγάρω : έχω άδεια
«Επήρε πράτιγο για να ρτει!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pratigo
Πορτοθούρης
αυτός ή αυτή που γυρίζει απο πόρτα σε πόρτα
Ρήμα : Πορτοθουρίζω αλλά και πορτοθουράω = γυρνάω αποπόρτα σε πόρτα και μιλάω, φλυαρώ, συζητάω. Συνήθως λέγεται για γυναίκες.
Μεταφ. = Λείπω συνεχώς απο το σπίτι και το αφήνω ακατάστατο, αφρόντιστο..
«Καυχιέται τ' Αργοστόλι για το λούσο της κάθε μορφονιάς και πορτοθούρη!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. porta
Πομπή
ντροπή, κατηγορία, αισχρή πράξη
«Είναι μια πομπή! (=λέγεται για άσχημο άνθρωπο).
Πομπή του τόπου! Πομπή τση γειτονιάς!
Του φτωχού η πομπή στο κούτελο, του άρχοντα στο γόνα!»
Πετέγολος
Αλλά και πετόγολος = Ο φλύαρος, φαφλατάς, o καθόλου εχέμυθος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ petogolezzo, pettegola
Πετογολέτσα
Φλυαρία, μωρολογία.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ petogolezzo
Πέρονας
Αλλιώς και Περόνι = άξονας, πολύ μεγάλο καρφί
Ετυμολογία: κατ. παρφ. περόνης
Περφέτος
τέλειος, σωστός, ιδανικός
Επιρρ. Περφέτα = άριστα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. perfero, perfeto
Πατρεντί
Αλλιώς και Πατιρντί = αναταραχή, αναμπουμπούλα
Πούντη
Αλλά και πούντηνε = Που είναι αυτή;
Πούντος
Αλλά και πούντοσης = που είναι αυτός;
Πύργια
Αλλιώς και πίργια = χωνί που χρησιμοποιείται για να μεταφέρουν υγρά σε δοχεία.
Πρωτολάτος
Αλλιώς και πρωτολάτης = Ο πρώτος ώριμος καρπός (βλ. πρωτολούβι)
Ετυμολογία: εκ του πρώτος ελαύνω ή πρωτόλειον
Προσμπούκι
το πρόχειρο γεύμα πριν το φαγητό
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bocca
Πρικός
Ο πικρός
«Η αγάπη ανάθεμά τη, στην αρχή είναι γλυκιά, μες τη μέση πιπερίζει(=καίει)και στο τέλος ειν΄πρικιά!»
Ετυμολογία: εκ παραφθ.
Πρεμούρα
Ανησυχία και ενδιαφέρον, βιασύνη, πόθος, μεγάλο ενδιαφέρον.
Πρεμεράκουλο = εκφρ. ψάχνω κάτι εναγωνίως .
Πρεμουράρω = πιέζω κάποιον να βιαστεί, αγωνιώ, βιάζομαι.
«Έχω πρεμούρα μέχρι να γυρίσει πίσω ο άντρας μου!
Τώρα σε πιάσανε οι πρεμούρες αφέντη μου;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. premura,premurare
Προτσεσιό
Αλλίως και Πρετσεσιό = Η Λιτανεία, η πομπή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. processione
Πρέδα
Η λεία, αλλά και ζημιά σε χωράφια από πρόβατα, αλλά και ερωτοδουλειές
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. preda
Πράματις
επιρ. πραγματικά
Πρεζάρω
Αλλιώς και πρεγάρω = α.προσφέρω, είμαι προσιτός, β. σέβομαι, εκτιμώ, υπολογίζω (Ιθάκη)
«Φάτες φίλες και κουμπάροι, απ'εκειό που δεν πρεζάρει! Την όμορφη φιλούν αητοί, την άσκημη όποιος βρεθεί κι εκείες που δεν πρεζάρονται για τιμημένες κράζονται!»
Πορτάδα
ο δίσκος με τα γλυκά που προσφέρεται σε καλεσμένους κυρίως σε γάμους
«Τρείς πορτάδες είχανε στο γάμο του γιού τους!»
Ετυμολογία: εκ του βεν. portada
Πουλογάνα
ο κρυψίνους, ο ευφυής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pulegana
Πουργαμέντο
To καθαρτικό λάδι
Ρήμα : πουργάρω = παίρνω καθαρτικό λάδι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. purga, purgante
Πουράτζινο
Είδος μικρού χόρτου (Βοράγινον το φαρμακευτικόν), που χρησιμοποιείται και στα τσιγαρίδια. Μεταφ. λέγεται για το νέο και άτακτο παιδί, το ναζιάρικο, το πεταχτό.
Πούπετα
Αλλιώς και Πούπετις και Πούπετες = πουθενά, που
«Δεν τον βρίσκω πούπετα, έχει χαθεί!»
Πουντέλι
Το στήριγμα, ξύλινο υποστήριγμα κυρίως στ' αμπέλια
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pountello
Πουνέντες
Ο δυτικός άνεμος και το σημείο της δύσης του ήλιου.
Πορτόνι
η μεγάλη εξώπορταστην είσοδο της αυλής, του χωραφιού, του κήπου.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. portone
Πυρί
Η διάρροια
«Τον πήρε πυρί από κάτω!»
Πότα
επιρ. Πότε
«Πότα ήρτες;
Πότα πίτα και φλασκί, πότα πίτα μοναχή! (Λασκαράτος)»
Ετυμολογία: εκ παραφθοράς
Ποστιάζω
Τοποθετώ με τάξη το ένα πάνω στο άλλο (πόστα), τακτοποιώ πράγματα
Πόρτο
Αλλιώς και Πορτέο = Το λιμάνι
Πορταδέλα
χειροποίητος μεντεσές σε παράθυρα ή πόρτες
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. portare, bertuelle
Πορόκλι
Βλ. και Ποργιά = α. φράχτης απο κλαδιά που κλεινει την είσοδο για να μην βγαίνουν τα ζώα, β.το κλίσιμο του κλιβάνου
Ετυμολογία: πορόκλειον, από το πόρος και κλειω
Πορδόμυλος
η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά όταν υπάρχει συνεχής αντιλογία και εριστική συνομιλία
Ποργιά
η είσοδος χωραφιού, μαντριού κλεισμένη με κλαριλα, διάβαση, πέρασμα
«Βγάλε την ποριά να μπούμε μέσα!»
Πόντα
Αλλιώς και Πούντα = α. κρύωμα, πλευρίτης. β. το μπροστινό μέρος του παπουτσιού(=το ποντίνι)
Πονόκαρδος
οίκτος, λύπηση
«Μέπιασε πονόκαρδος να τονέ βλέπως έτσι!»
Πόλσο
Αλλιώς και Πόνσο = Ο σφυγμός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ponso
Πομποφανία
ανόητες επιδείξεις
Ποδόχι
Λάκκος που πέφτει ο μούστος όταν πατιούνται τα σταφύλια στο λινό.
Μεταφ. = κάτι το πολύ πλατύ
«Έχει στόμα ποδόχυ!»
Ποδολόγος
Αλλιώς και πιδολόγος = μια ποδιά που την έστριβαν κατάλληλα, την τοποθετούσαν στο κεφάλι οι γυναίκες που μετέφεραν τα λαγήνια. Αλλά και πανί διπλωμένο στριφτό προστατευτικό του κεφαλιού για μεταφορά βαρών.
Πιτιτέλι
ορεκτικό, καρίκευμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. appetito
Πίτσα
Αλλιώς και Πίτσι = παιχνίδι που παιζόταν με δεκάρες . Οι παίκτες ρίχνουν τις αμάδες τους (πέτρα που λέγεται στο παιχνίδι σάντες και πανω έχει νόμισμα) απο ένα καθορισμένο σημείο. Όποιος ρίξει τη δική του και πετύχει το σάντε, όσα νομίσματα έριξε τα παίρνει.
Πιτοπούλι
το ζυμάτι που περίσσευε όταν έπλαθε η νοικοκυρά για να ψήσει ψωμί ή να κάνει πίτες, Το έψηνε σα μικρή πίτα ή μεγάλο λαδοκούλουρο.
Πιστριά
Αλλιώς και πιστρό = παρδαλό, πολύχρωμο, παρδαλό κατσίκι
Πισσάρα (η)
Αλλιώς και ψάρρα = φυτό για σαλάτα και όσπρια, συγγενικό του αρακά
Πίντα
μέτρο χωρητικότητας λαδιού ή κρασιού
Πινομή
εξαιτίας σου, για το χατίρι σου, για χάρη
«Για πινομή σου δίνω δέκα φράγκα!
Για πινομή σου μάτια μου, ό,τι μου πείς να κάμω. Να κάθομαι να διαμετρώ κλωνί κλωνί την άμμο! (Μεταλληνός)»
Πινιάτα
μεγάλη χάλκινη χύτρα, καζάνι
Ετυμολογία: εκ τ ου ιταλ. pigniatta, βεν. pignata
Πινακωτή
ξύλινο σκεύος για το ζύμωμα του ψωμιού
Πικιώνα
Μεγάλο φλιτζάνι, κύπελλο
«Είναι μια πικιώνα αυτός (μεταφ. πότης)»
Πικάρω
Πειράζω, τσαντίζω, ενοχλώ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. piccare
Πικατάρατος
Ο διάβολος
«Ο πρώτος γάμος του Θεού, ο δεύτερος των ανθρώπωνε και ο τρίτος του πικατάρατου (Λειβαθώς)»
Πηαίνω
Πηγαίνω, πάω
«Πήαινε μ' ένανε που ξέρει για να μάθεις και συ κάτι!»
Πετροκόριθο
σταφύλι επιτραπέζιο
Πετρίτης
Είδος γερακιού
«Μάτια σαν του πετρίτη (= τα οξυδερκή)»
Πέτο
To στέρνο, το στήθος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. petto
Περικολόζος
Επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. pericoloso
Περέσι
Επιρρ. = Ανοιχτό, διάπλατο (Ιθάκη)
«Το κάμνε περέσι! (παροιμία)»
Περγουλιά
Αλλιώς και περγουλάδα = η Κληματαριά
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. pergola
Περατζάδα
Η βόλτα
«Πηαίνω περατζάδα! (περνοδιαβαίνω)»
Πέρα περού
πέρα-πέρα, απο το ένα μέρος στο άλλο
Πειρί
Αλλιώς και πειρός = ο πίρος του βαρελιού
Ετυμολογία: εκ του πείρω
Πέζο
ζυγαριά, βάρος
Ρήμα : Πεζάρω = Σταθμίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. peso
Πατρεμός
το Πάτηρ Ημών.
«Πατρεμός της Μεγάλης Πέφτης »
Πατέλα
Αλλιώς και πετάλα = Η πεταλίδα (θαλάσσιο κοχύλη κολλημένο σε βράχους)
Πατελομανέστρα = σούπα με πεταλίδες και ρύζι
«Βρέξεις κώλο, φας πετάλα!»
Παταούδι
το υπερβολικό κρύο, παγωμένο, ξεπαγιασμένο (Ιθάκη)
Πάστρα (η)
Η καθαριότητα, η νοικοκυροσύνη.
Μεταφ. με σαφήνεια, ειλικρινά, σταράτα.
«Μιλώ παστρικά!
Η πάστρα είναι μισή αρχοντιά! (Λειβαθώς)»
Παστόκα
Αλλιώς και πατσανάτσα = το ψεύτικο αστείο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ
Παρτικουλάρω
Συνηγορώ, υπερασπίζομαι, υποστηρίζω, παίρνω το μέρος κάποιου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. particolare
Πάρτε διαόλοι βάγια
Έκφρ. Δηλώνει ασυδοσία
Παρμένος
Πιασμένος απο πόνους, αθριτικά ή ημιπληγία, Μεταφ. = ο δαιμονισμένος
Πάρλα
Tο κουβεντολόι.
Παρλαδόρα = φλύαρη, πολυλογού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. parlare, parlatore
Παρί
παρά, μονάχα, εκτός
«Δεν έχω παρί δυο λεπτά!
Γιατί κυρα δε με κοιτάς, που άλλη θροφή δεν έχω, παρί τα μάτια σου τα δυο κι όλο σε ΄κείνα τρέχω; (Λασκαράτος)»
Πρωτολούβι
ο πρώτος καρπός που ωριμάζει
Παρασάνταλο
Το άτομο που το σέρνουν απο εκεί κι απο δω χωρίς τη θέλησή του
Παρακουφάδες
εμβοές
«Έβγαλες παρακουφάδες; (=κουφάθηκες;)»
Παρακατούλια
Αλλιώς και παρακατάλια = τοπικό, λίγο πιο κάτω, υποδεέστερο
Παραζούζουλος
Ελαττωματικός, στραβός, ζαβός, με ατελή σωματική ανάπτυξη
Παπόρο
Αλλιώς και παπόρι = βαπόρι
«Σ' ενά παπόρο μέσα, όλοι μέσα όλοι μέσα (Καντάδα)»
Παγγέλο (το)
Κάθισμα στη βάρκα
Προνουτσιαμέντο
στάση, ανταρσία, επανάσταση
Ετυμολογία: εκ τ ου ιταλ. pronunciamento
Παντιέρα
Η σημαία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. bandiera
Πρελεγατάριος
προκληρονόμος, προκληροδότημα.
Πρελαζιόνε = προτεραιότητα, προτίμηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. prelegato, prelazione
Πανιάζω
γίνομαι ωχρός, άσπρος σαν το λευκό πανί. Το ρήμα σημαίνει κακοβράζω χόρτα, ωστε να κιτρινίσουν και να γίνουν σαν πανιά
«Πανιασμένα λάχανα»
Πρέντζιο
αξία, τιμή, εκτίμηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.it pregio
Πάλε
Πάλι
«Τι με θες πάλε;»
Ετυμολογία: εκ παραφθοράς
Παΐζι (το)
μέρος, τόπος, χωριό
«Τί ζοφώδης ατμόσφαιρα και παράξενο παϊζι. Λες τ'ανθρώπου καλημέρα και γυρίζει και σε βρίζει!»
Πάκια (τα)
οι μυς της οσφυικής χώρας, αλλά και τα νεφρά
«Ωρέ μου πονάνε τα πάκια μου!
Κουβάλησα τσι πέτρες και μουπέσανε τα πάκια μου!»
Παδέλα
τσουκάλι, χύτρα, πήλινη κατσαρόλα
«Τσ' Απόκριες και τσι τρινές και τη μουρδουλοπέφτη, διαλέπαρτην παδέλα μου κι αν μέσα κάτι πέφτει!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. padella
Παδέρνω
Περνάω άσχημα, ταλαιπωρούμαι!
«Όσα με κάνεις να τα παδείρεις! (Κατάρα)»
Ρ
Ρόγα
Ο μισθός, αλλά και η ανταμοιβή έμμισθου υπηρέτη ή στρατιωτικού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rogare
Ρεγκιστράρω
Αλλά και Ρεγιστράρω = Καταχωρίζω, πρωτοκολλώ.
Ουσ. η ρεγκιστράδα 'η ρεγιστράδα = η καταχώρηση, η πρωτοκόλληση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. registrare
Ριμετέρω
Παραπέμπω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rimandare
Ρεπόστα
Εξήγηση, αφήγηση, αναφορά.
Ουσ. Ραπόρτο (rapporto)
«Σιγά μη σου δώκω και ραπόρτο!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rapportare, βεν. reportar
Ρεκαμάδα ντεμέλα
Η κεντητή θήκη μαξιλαριού
«πολύ φιγουράτη είναι ευκείνη η ρεκαμάδα ντεμέλα.»
Ετυμολογία: Βεν.recamo
Ρεστόμπολα
Επιμήκες άσπρο κεντητό ύφασμα που χρησιμοποιείται για τον στολισμό του κρεβατιού,επίπλων του σπιτιού και της εκκλησίας.Η ρεστόμπολα είναι το υπολειπόμενο απο μεγαλύτερο τεμάχιο υφάσματος.
«Στρώσε την ρεστόμπολα στο κρεβάτι!
«…τα στασίδια των γυναικών, στρωμένα πάντα με κάτασπρες ρεστόμπολες…»»
Ετυμολογία: Ιτ.invoglia di resta, Βεν. imboglia
Ρεμεσιέρης
Ο επιπλοποιός
«ο μαστρο Νικόλας ειναι καλός ρεμεσιέρης»
Ετυμολογία: ΒΕν. remesser
Ρεζιντένσα (η)
κατοικία που δεν είναι η επίσημη στην χώρα αλλά στην περιφέρεια και χρησιμοποιείται περιοδικά
«η σιόρα είναι στη ρεζιντένσα στη Σάμη.»
Ετυμολογία: Ιτ.residenza
Ράρο (το)
σπάνιο
«είναι ράρο λίμπρο.»
Ετυμολογία: Ιτ. raro
Ρουχουνίζω
Ροχαλίζω
Ετυμολογία: εκ του ρέγχω, ρόγχος
Ρουχούνισμα
Το ροχάλισμα
Ετυμολογία: εκ του ρέγχω, ρόγχος
Ρίτσιο
Αλλιώς και ρίτσο = κατσαρό, σγουρό
«Ρίτσα μαλλιά, ρίτσα φύλλα ή κλήματα»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. riccio
Ρουμπώνω
τρώω βιαστικά και κομπιάζομαι, στομώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rubare
Ρουμάνα
α. το μαρούλι
β. είδος κτενίσματος των ανδρών (alla romana)
Ετυμολογία: εκ του salata romana
Ρούδι (το)
Το δεύτερο μεγαλύτερο βουνό της Κεφαλονιάς
Ρούγα (η)
ο δρόμος, η οδός
«Άσκημο στην κούνια κι όμορφο στη ρούγα! (Παροιμία Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: Λατ. ruta
Ρούγγλα
Αλλά και ρούγκλα = η πηχτή και κίτρινινη βλέννα της μύτης (μύξα)
Ετυμολογία: εκ του ρύγχος, ροή
Ροσοπίλια
αλλιώς και ρεσπίλια = Ερυσίπελας, ανεμοπύρωμα
Ρόντα (η)
βόλτα, γύρος, περίπολος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ronda
Ρονιές
Οι υδρορροές της στέγης, στα χωριά λέγονταν και νερονιές. Αλλά και τα αυλάκια του κεραμιδιού, το νερό που τρέχει απο τα κεραμίδια. Μεταφορικά εννοείται και το σπίτι.
Ετυμολογία: εκ του ρέω, ροή, ρανίς
Ρομπόλα
έιδος λευκού σταφυλλιού, παραδοσιακό κρασί της Κεφαλονιάς
«Τη μάνα σου τη μάγισσα ρομπόλα θα ποτίσω, να πέσει ν’ αποκοιμηθεί ναρτώ να σε φιλήσω! »
Ετυμολογία: Ιταλοφερμένη λέξη
Ρομαντσίνο
Αλλιώς και Ρομπαντσινα = η θορυβωδης επίπληξη, η λογομαχία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. romancina,rombazzo
Ροκέλλο
η κουβαρίστρα, το πηνίο=καρούλι, μασούρι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rocchello, rocchetto,rocello
Ρόιδο
το ρόδι
Ετυμολογία: εκ του ρωά, ροιά
Ροϊνάρω
καταστρέφω
«"Ο ήλιος ερροϊνάρισε τ' αμπέλια"»
Ροζόλι(το)
Αλλιώς και ροσόλι = είδος αρωματικού κεφαλονίτικου λικέρ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rosolio
Ρόζα (η)
Ρόζα = τριαντάφυλλο,
Είδη τριανταφυλλιάς :
α. Ροζαραμπάντε = αναρριχόμενη τριανταφυλλιά,
β. Ροζαμάπα = μεγάλο και πλατύ τριαντάφυλλο,
γ. Αρμπαρόζα,
Ρήμα : Ροδίζω = αποκτώ υποκόκκινο χρώμα, ροζ
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rosa
Ροδέλα
είδος πυροτεχνήματος με μορφή τροχού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ruota
Ρεφόρτσο
δυνάμωμα, αναζωογόνηση
Ετυμολογία: ίσως εκ του ιταλ rifocillare
Ριπιτίδι
η διάρροια
«"Τον πήγε ριπίδι"»
Ρίζεγο
αλλιώς και ρίσκιο = κίνδυνος
«"Είμαι σε ρίζεγο να χάσω το μάτι μου!"»
Ριπίζω
διασκορπίζω, σπαταλώ, ριπολογάω, χύνω
Ριπή = διασκόρπιση, σπατάλη, αλλά και σφοδρότητα ανέμου (βλ. ανεμορριπή)
«"Ριπίζω τα λεφτά μου", "Ερρίπησα το λάδι", "Κήπος ξέφραγος, ρίπια λάχανα", "Αν δεν ραπίσεις σκύβαλα, δεν τσι μαυλάς τσι κότες"»
Ετυμολογία: Οι λεξεις αρχ. -ρίπιος = σκορπισμένος
Ρίμνα
δίστιχο,
Ριμναδόρος = στιχουργός
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.rima
Ριγανάδα
παραδοσιακό φαγητό με βρεγμένο ψωμί, λάδι και ρίγανη
αλλιώς και θρουμπάδα, όταν αντί ρίγανης θρούμπι
Ρεχάτι
ανάπαυση (ρέμβος)
Ετυμολογία: τούρκικη λέξη
Ρετσέτα
α. ιατρική συνταγή,
β. δάνειο άμεσο,
γ. συνταγή μαγειρικής
Ετυμολογία: α. εκ του ιταλ. retseta, β. βενετικά receta, γ. ricetta
Ρεσεμένος
παραχαϊδεμένος, κακομαθημένος, ιδιότροπος, πεισματάρης.
Ρεσεύω = κακομαθαίνω, κάνω κάποιον να ανποκτήσει ελαττώματα, ιδιοτροπίες. Αποκτώ ιδιοτροπίες.
Ρέσεμα = ιδιοτροπία.
«"Τα χάδια φέρνουνε ρεσέματα"»
Ετυμολογία: εκ του αιρεσεύω-αίρεσις
Ρεπόσο
Αλλιώς και ριπόζο = ανάπαυση, ρεπό, άνεση, με το πάσο μου, με την ησυχία μου
Ρήμα : Ρεποζάρω = αναπαύομαι
«"Κάνω τσι δουλειές μου με το ρεπόσο μου"»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. riposo
Ρεπόρτο
αναφορά, έκθεση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. rapporto
Ρεπόμπο (το)
Κατσάδα, επίκριση, μάλωμα
Ρέπεδο
ερείπιο, κατεστραμμένο κτίριο
μεταφ. = έχασε τα πάντα
«"Δεν τουμεινε ρέπεδο"»
Ρεουσίρω
πετυχαίνω, προκόβω, αλλά και σταθεροποιούμαι
Ρεουσάρισμα = το αποτέλεσμα
«"Ξέροντας πώς στα μέρη μας καμία νόσος άλλη, δεν ρεουσίρει σαν αυτή, αφού δε βρίσκεται ένας, που να'χει οπωσδήποτε με ρέγουλας τας φρένας" Μολφέτας»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. riuscire
Ρεντίκολο
Ρεζϊλης , γελοίος.
Ρεντικολέτσα
ρεζιλίκι, γελοιοποίηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. redicolezza
Ρεντικολάρω
Γελοιοποιώ, ρεζιλεύω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ridicolare
Ρεάλι (το)
νόμσμα επί Ενετών
Ρέντα
α. δρόμος και ρεντάκια=τρεχάκι
β. μεταφ. δυσβατος δρόμος, μονοπάτι
Ρεντάτος = τρεχάτος
Ρεντεύω= τρέχω
«"Τάβαλε στα ρεντάκια" = έφυγε τρέχωντας, "Στου λαγού τη ρέντα" (μεταφ. = δύσβατα μονοπάτια)»
Ρέμπελος
α.άτακτος, αλήτης
β. μεταφ. =αστατος
«"Περπατεί ρέμπελος", "Χειμώνας ρέμπελος"»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ribelle
Ρεμπάρτα
Αλλιως και ρεμπέρτα = η φίντα(βλ.) του παντελονιού, το φερμουάρ
«Η ρεμπάρτα του δεν έχει μήτε ένα κουμπί για δείγμα! »
Ρεμέδιο (το)
θεραπευτικό φάρμακο, ανακούφιση, αποκούμπι.
Ρήμα : Ρεμεδιάρω = παίρνω φάρμακα, θεραπεύω.
Ρεμέντιο = το φαρμάκι
Ετυμολογία: εκ τ ου ιταλ. rimedio
Ρεμέντζο
Αγκυροβόλιο, προσορμιση, μανούβρα στο αγκυροβόλιο.
Μεταφ. στομαχικό ανακάτεμα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. ormeggio
Ρεμενάτο
Βλ. βόρτο = Η θολωτή κατασκευή εισόδου των παραδοσιακών σπιτιών
Ρεγουλάρω
κανονίζω κάτι σε μηχάνημα, ρυθμίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. regolare
Ρεγγέρω
Κυβερνώ, διοικώ, διευθύνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Reggere
Ρεγάλο (το)
Αλλιώς και Ριγάλι και Ριγάλο = δώρο, φιλοδώρημα,
Ρήμα : ρεγαλάρω = φιλεύω
«"ρεγάλα τση νύφης"»
Ρεβερέντζα
χαιρετισμός, υπόκλιση με σεβασμό
«Μικρές, μεγάλες, όλες σε κοιτάζουνε και δίχως να μιλούνε στο φωνάζουνε, με κάτι ρεβερέντζες που γνωρίζουνε, πως ό,τι τους γυρέψεις στο χαρίζουνε!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. Riverenza
Ράπη(η)
Το στέλεχος του σταχιού που απομένει μετά το θερισμό.
Οι καλαμιές που μένουν στο χωράφι μετά το θερισμό.
Ετυμολογία: εκ του ράπα (καλάμι) και ραπίς(ραβδί)
Ραξίνι (το)
Μαύρος σκούφος κληρικού μόνον για το σπίτι ή σε αγροτικές εργασίες. Ραξίνια φορούσαν στο κεφάλι και ταμμένα σε Αγίους παιδιά. Σκουφί παπαδίστικο για μικρά παιδιά
Ραμολιμέντο
Αλλιως και ραμολίδος = ξεκουτιάρης, ξεμωραμένος
Ρακογυάλι
Το ποτήρι για ρακί
«Μήπως εδιάβηκες ποτέ κανένα καρναβάλι οπού να μην εστράγγιξες του Τζων το ρακογιάλι;»
Σ
Σκούλινο
Κατασκευασμένο από χοντρό λιναρίσιο νήμα.
Ετυμολογία: εκ του σκόλυς
Σάλδο (το)
Η εξόφληση, το υπόλοιπο του λογαριασμού
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. saldo
Σπολλάιτις
Εκφρ. Τί να πει κανείς!
«Άρκοντες Κουρκουμελάδες…γρίτσι-γρίτσι(=έτοιμοι για καβγά)οι Ντομάδες, ραπανάκια Σβορωνάδες…και Μηνιές, σπολλάιτις! (Λειβαθώς)»
Στρέπετο
Αλλιώς και Στρέπεδο = φασαρία, θόρυβος, πάταγος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ strepito
Σουρτούκος-α
άμοιρος, άτυχος. ταλαίπωρος
Σκαλέτα (η)
Κόλπο, τέχνασμα, πονηριά, ραδιουργία
Σαρμούτσα (η)
Σφυρί των μαραγκών με σχισμή για να βγαίνουν οι πρόκες
Σαμιαμίδι (το)
Αλλιώς και σαλαμίδι = Μικρό σαυράκι που ζει στους τοίχους των σπιτιών και τρώει μύγες, κουνούπια, αράχνες κλπ. Θεωρείται δείγμα καλοτυχίας.
Σαλαβρίχι (το)
Μικρή και γρήγορη σαύρα
Ετυμολογία: σαλάμβη, σαλαμάνδρα, ιταλ. salubrica -ico
Σκαλτσούνι (η)
Αλλά και σκαρτσούνι = η κάλτσα
«Κυρά που κάθεσαι ψηλά και γνέθεις το βαμπάκι, δώσμου μου κι εμένα μια κλωστή, να κάμω σκαλτσουνάκι! (Λασκαράτος).
...Έπλεναν σκαρτσούνια για πούλημα ή ξεμπουζάκωναν(επιδιόρθωναν) με πληρωμή τα μισολυωμένα...(Λουκάτος)»
Στράτσα
Πατσαβούρα, ξεσκονόπανο,
Μεταφ. για γυναίκες αναξιοπρεπείς, αλλά και για κάτι ευτελές
«Έλα μωρή στο σπίτι μου να ιδείς και να θαυμάξεις. Ούτε στρατσί να σφογγιστείς ούτε σκαμνί να κάτσεις! (Λασκαράτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. straccio
Στιβάλια
Ψηλά παπούτσια, μπότες
Σπεράντζα
Ελπίδα, η μεγαλυτερη άγκυρα του πλοίου, η άγκυρα της ελπίδας
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. speranza
Σπέντζερι
Αλλιώς και Σπεντσέρι = Επίσημη μακριά ζακέτα της βελάδας
Σώσεψε
Αλλιώς και σώσαψε = σάπισε
Σφουγγάτο
Αλλιώς και σφογγάτο = ομελέτα. Λέγεται και για το ψωμί το σπογγοειδές λόγω του καλού του ψησίματος
«Έχει κόπο το σφογγάτο, όσο να σου πούνε φάτο (Παλλική)»
Σωκάρδι (το)
Παλιό γιλέκο σταυρωτό, που φοριόνταν απο άνδρες και γυναίκες
«Οπώχει χρεία να ντυθεί, σωκάρδια δε χωρίζει! (Λειβαθώς)»
Σφοντύλι (το)
Ξύλινο βαρίδι διάτρητο, μέρος του αδραχτιού, το στριφτάρι της ρόκας
Σφόντυλα (τα)
οι σπόνδυλοι
Σφίγκλα
Αλλά και σφίγγλα = η καρφίτσα ραπτικής
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spilla
Σφαλιάζομαι
Πεθαίνω χωρίς να γεννήσω το παιδί, Μεταφ. : έντονη ανάγκη για ούρηση
Σφαλιάκλα = η γυναίκα που γενάει νεκρό παιδί
«Άφησέ με να κατουρήσω γιατί εσφαλιάστηκα»
Σφαλαγγουνιά (η)
ιστός αράχνης
«Γιόμισε ο τόπος σφαλαγγουνιές!»
Σφαή (η)
σβέρκος, ο αυχένας
«Ο λύκος έχει χοντρή τη σφαή του, γιατί κάνει τη δουλειά του μόνος του!»
Συφτάνω
Αλλιώς και συφτάω = καταφθάνω, επαρκώ, προλαβαίνω.
«Κατάρα : Να μη συφτάσεις να πας!
Όρκος : Να μη συφτάσω να πάω στο σπίτι μου!»
Συχέριο
Αλλιώς και Συβόχτιο = κοινή προσπάθεια, συγχέριο, βοήθεια
«Τση μοναχονοικοκυράς, πρώτο συχέριο η έγνοια της!»
Συντροδή
Αλλιώς και Σύντροδο = οχλαγωγία, φασαρία, καυγάς (βλ. ντροδίζω= φωνάζω δυνατά, ενοχλώ με φωνές)
Συνατοί μας, σας, τους
μόνος, μεταξύ μας, ανάμεσά μας
«Θα μιλήσουμε συνατοί μας (θα τα πούμε μεταξύ μας)!»
Ετυμολογία: συν + εαυτός
Συνεμπάζω
σοδιάζω τους καρπούς της σταφίδας συνήθως
«Παναγιά συνεμπάστρα (το Γενέσιο της Θεοτόκου)»
Συμπαγαδώνω
Διορθώνω κάπως, καθησυχάζω, ηρεμώ κάποιον.
Λέγεται και για τον καιρό όταν βελτιώνεται.
«Εσυμπαγάδωσε τη δουλειά του! Ο καιρός συμπαγαδένει!»
Συμμάζω
συμμαζεύω, τακτοποιώ.
«Μωρή διαολεμένη, διαόλου θηλυκό, σύμμασε τα μυαλά σου, μη γίνει φονικό!»
Συλίντριχος
Αλλιώς και συλίντρεχος = τρεχάτος, γρήγορος, βιαστικός
«Έφυε συλίντριχη και επήε σπίτι τση!»
Συγκάρτσελοι
όλοι μαζί, με μια φωνή
Συγύρι
Αλλιώς και Συγύριο = νοικοκύρεμα, συγύρισμα
Σύβισμα
Ταίριασμα δυο βοδιών στο αλέτρι.
Μεταφ. : Συβάσματα = Οι αρραβώνες
Στρουμπάρα
ασθένεια των αιγοπροβάτων που προέρχεται απο βρεγμένο χόρτο, περιτονίτις
Συγκάνω
ταιριάζω, συμφωνώ
«Αν σμίγουν τα Δεματορά με το καημένο Ρίφι, τότενες, θα συγκάνουνε η πεθερά κι η νύφη! (Παλλική)»
Στρίφτουλας
Αλλιώς και σβούρος = Η σβούρα
Στριφογκωνιάζω
Αλλιώς και Στριφογκόνομαι = αισθάνομαι δυσφορία και μαζεύομαι απο τους πόνους των εντέρων της κοιλιάς. Μεταφ. = στριμώχνω, υπεκφεύγω
Στρατόνι
μικρός δρόμος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stradone
Στραπατσάδα
α. Κεφαλονίτικη συνταγή με ντομάτες και αυγά ανακατεμένα στο τηγάνι.
β. ταλαιπωρία, ακκοποίηση, ανακατωσούρα
Ετυμολογία: εκ τ ου ιταλ. strapazzare
Στραβοκατακλειδιασμένος
Αυτός που στραβώνει τα μούτρα του, στραβωνει το σαγόνι του.
Στραβονιτεσεράδος
ασυνεπής στις συναλλαγές του (Ιθάκη)
Στουπίρω
μένω έκπληκτος, ξαφνιάζομαι.
«Άκουσα τα νέα και εστουπίρησα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stupire
Στόσμιγο (το)
Στάρι και κριθάρι ανακατεμένα. Μεταφορ. = το μείγμα.
Στιμάρω
εκτιμώ, σέβομαι, αναγνωρίζω την αξία.
«Σου 'κανα τόσες εξυπηρητήσεις κι εσύ δεν το στιμάρισες!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stimare
Στεντάρω
Κουράζομαι για να πετύχω το σκοπό μου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stendare
Στένεψη
δύσπνοια, άσθμα, Μεταφ. : στεναχώρια
Σταμπιλίτος
αυτός που πληρώνεται για να κάνει κάτι ασχημο, κακό
Στελιάζω
Στυλώνω, στήνω, στηρίζω
Στεβέντουλο
δεκανίκι, πατερίτσα
Σταφνισμένος
Αλλιώς και σταφνιασμένος = Λογικός, συνετός, προκομμένος, μυαλωμένος.
Στατέρι
Είδος ενετικών σταθμών
Στασιδιώνομαι
κάθομαι, μένω στο στασίδι
Στανιάρω
Σφίγγω, δένω, στεγνώνω.
«Και για να κάμει η χάρη του, ακόμα θαύμα ένα, να μας στανιάρει τα μυαλά πούναι νερουλιασμένα!»
Σταμνί
Μονάδα μέτρησης κρασιού = 94 πίντες
Σταλός
α. Το σκιερό μέρος συνήθως κάτω απο δένδρα που κάθονται τα πρόβατα.
β. Σκληρός
«Τα φασολάκια σταλώσανε και δεν βράζουνε και δε μασιόνται!»
Σταγκώνω
γανώνω, στεγανοποιώ.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. stagnare
Σπορίζω
α. ραγίζω,
β. αρχίζω να κλαίω,
γ. ρινορραγία,
δ. έχω διάρροια
«Το φαϊ που έφαγε τον σπόρισε! Εσπόρισε η μύτη του!»
Σπολέτα
Το φυτίλι που άναβαν τους δυναμίτες
Σπολάιτη
Αλλιώς και σπολαήτις = Εκφρ. εις πολλά έτη. Μεταφ. : Ευχαριστώ, χαλάλι.
«Σε δούλεψα με πλήρωσες, σπολάιτη των χεριών μου!»
Σπίλα
Αλλιώς και Σπήλα και Σπίλλα = καρφίτσα κόσμημα, παραμάνα. Κάποιες φορές και η τρύπα στην πρόσοψη του βαρελιού που μπαίνει ο πύρρος.
Ετυμολογία: εκ τουιταλ.spilla
Σπιανάδα
Η πλατεία, η αλάνα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spianata
Σπετσαριό
Αλλιώς και Σπετσιαρία = Το φαρμακείο.
Σπετσιέρης = Ο φαρμακοπειός
Σπερνά
κόλλυβα, όχι μόνο στα μνημόσυνα αλλά και στα πανηγύρια
Σπελτσιαμέντε
Ειδικά, κυρίως, προπάντων
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.specialmente
Σπετάκολο
εξαιρετικό θέαμα.
Σπετακολόζος = θεαματικός, θαυμαστός, μεγαλοπρεπής.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spetta coloso
Σπαρτσίνα
λεπτό σχοινί, πολύ χοντρός σπάγγος
«Μ' αφού απο φιλότιμο δεν έμεινε μπουκούνι (κομμάτι), φωνάζω : Όλοι θέλουμε, σπαρτσίνα και σαπούνι.»
Σπάος
Αλλιώς και καννάβι = σπάγγος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spago
Σπαλέτα
γυναικεία εσάρπα, σάλι, μπέρτα, φτιαγμένη πλακτή απο πρόβειο μαλί.
Σπακάδα
επίδειξη, καύχημα, περηφάνια.
Σπακαδόρος = επιδειξίας, ρεκλαμαδόρος,
«Κάνω τη σπακάδα μου (=κάνω το κομμάτι μου).»
Σοχλάρισμα
Το βράσιμο.
Μεταφ. : Σοχλάρω = θυμώνω.
Σπαβεντάρω
Τρομάζω, ξαφνιάζομαι.
Σπαβέντο = φόβος, τρομάρα, ξάφνιασμα.
Σπαβεντάδος = τρομαγμένος.
«Σε βλέπω στο σιργιάνισμα κι’ ο δόλιος σπαβεντάρω, γιατ’ είσαι τόσο όμορφη που μοιάζεις με το χάρο! »
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. spavento
Σοφιγάδο
Αλλιώς και σοφφιγάρω και σοφφιγάδο και αοφφιγαδούρα = τρόπος μαγειρέματος κρέατος (γιαχνί) με βαριά κόκκινη σάλτσα.
«Χοίρειο βραστό, χοίρειο ψητό, και χοίρειο σοφιγάδο, και το κρεβάτι του γαμπρού,, οπίσω από τον κάδο κι έτσι βγήκε ο γάμος μ'ένα γορουνάκι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. soffocare, βεν. sofegar
Σουσούμια
τα ελαττώματα, σημάδια, χαρακτηριστικά του προσώπου, γνωρίσματα. Παρατσούκλια, παρανόμια
«Πές μου, σουσούμια του κορμιού, και μήνι πως και τα ξέρεις;»
Σουρτούκο (το)
Αλλιώς και σαουρτούκο = βαρύ σακάκι, αμπέχωνο, επενδύτης, πανωφόρι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ surtout
Σουρτάρα
Αλλιώς και Σουρτάκα = Αυτή που προπορεύεται, που σέρνει το χορό, που οδηγεί την παρέα, την ομάδα. Για τα ζώα επίσης λέγεται για το ζώο που πάει μπροστά και ακολουθούν τα άλλα.
Σουρούπι
ρόφημα ζεστό για γρίπη, καταπραϋντικό ρόφημα με σιρόπι.
Σούρδου-μούγδου
Άνω- κάτω, ανακατεμένα όλα
«Γιατί μου τα λες όλα σουρδου - μούγδου;»
Σούμπιτος
όλος, ολόκληρος αλλά και αμέσως γρήγορα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. subito
Σουλάτσο
περίπατος.
Σουλατσαδώρος = Αυτός που κάνει βόλτες
Σούζο
επάνω, όρθια.
«Κάνω σούζο (στέκομαι έτοιμος και προσεκτικός στις διαταγές κάποιου)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ.suso
Σουγιέλο
λούκι, υδρορροή
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. suggello
Σοτροπιάνω
τελειώνω κάτι που άρχισα
Σοταμπάρκα
εσωτερικό γυναικείο ρούχο, το μισοφόρι, το κομπινεζόν .
Μεταφ. Το κακόγουστο ρούχο
Σονάρω
Παίζω κάποιο μουσικό όργανο.
Σονάρισμα = παίξιμο, αλλά και σφύριγμα.
Σοναδόρος = οργανοπαίχτης
Σπαρλάρω
Αρχίζω να χάνω τα λογικά μου, τρελλένομαι.
Σπαρλάρισμα = παλαβομάρα
Σκρώχνω
Αλλιώς και Στρώχνω και Στρώχτω = Τσιμπάω, κεντρίζω,
«Μη τσιγκράς τη τζωρτζινοφωλιά, να μη σε σκρώξουν οι τζωρτζίνοι!»
Σκρόφα
Η γουρούνα.
Μεταφρ. = Η παλιογυναίκα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scrofa
Σκροβοντίζομαι
Αλλιώς και σκορβοντάω και Σκροβοντάω = Πέφτω και χτυπάω, πετάω κάτι κάτω με μεγάλη δύναμη.
Σκρεμιδεύω
Αλλιώς και σκρεμιδολογάω = παίζω, γλεντάω, διασκεδάζω.
Σκρεμίδια = αστεία παιδικά
Σκουτί
Ρούχο, ένδυμα, συνήθως παλτό, σακάκι
μετ. ο κακός , ο πονηρός ανθρωπος
«Το ζεστό νερό κι η στάχτη, κάνει το σκουτί κι αστράφτει! (Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: εκ του λατ. scutum
Σκουληκουνιά
Σμήνος, φωλιά απο σκουλήκια. Μεταφ. : Παιδομάνι, πλήθος παιδιών
«Στη γειτονιά μαζεύεται ολόκληρη σκουληκουνιά!»
Σκουρδουμπέλια
Τούμπες, παιχνιδίσματα
«Να χώνομαι σε στήθια πουναι μέλια...να κάνω σκουρδουμπέλια!»
Σκουτέλλα
Αλλιώς και Σκουτέλλι = το μεγάλο φλιτζάνι, αλλά και ο μεγάλος δίσκος για τα κόλυβα
«Εκφρ. μεταφορ. :Παρακάτω σκουτέλι! (= λέγεται για κάποιον κατώτερο, υποδεέστερο).
Όποιος περιμένει απ' αλλουνού σκουτέλι, μένει νηστικός! (Λειβαθώς)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scodella
Σκουσμάκια
δυνατές φωνές ή κλάματα
Σκουράντζος
Αλλιώς και Σκουρέτζο = Το ψάρι ρέγκα.
Περιπ. λέγεται και δικηγόρος (γιατί ειναι με ανοικτό το στόμα συνεχώς.... (υπονοείται η πολυλογία των δικηγόρων).
«θα μάσουμε τσ'ελιές, φερε 2 - 3 δικηγόρους για τσου εργάτες!»
Σκούρα
τα εξωτερικά παραθυρόφυλλα
Σκουντράδα
Η γειτονιά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. squadra
Σκοτίδια
Το σκοτάδι.
Μεταφ. = ζάλη
«Μου 'ρθε ένα σκοτίδι, κάτσε λίγο να συνέρτω!»
Σκορτσάμπουνο
Αλλιώς και κλοτσάμπουνο = χειροποίητο μουσικό όργανο από δέρμα ζώου (γίδας), άσκαυλος, ασκομαντούρα.
Ρήμα : Σκορτσάρω = τινάζομαι, τραντάζομαι.
«Και βάλε με στην κόλαση, να γλέπω να γλεντάω, το πως θα καστιγάρονται (τιμωρούνται) όσοι εδώ σκορτσάρονται και με λεφτάδες και τρανούς, αιώνια θα γελάω»
Σκόρσο
Αλλιώς και σκόρτσο = απότομο τράνταγμα
Σκλήθρα
ακίδα,μυτερό κομμάτι ξύλου, αγκάθι.
«Κατάρα : Να μη μείνει σκληθρα απο' σε!»
Ετυμολογία: <κλήθρα(η)=είδος δένδρου
Σκλεπούνι
Αλλιώς και σκλιπούνι = μικρό και πολύ ενοχλητικό κουνούπι
Σκιάζομαι
φοβάμαι.
Σκιασμάρα = ο φόβος, δειλία.
Σκιάζαρης : ο φοβιτσιάρης
«Όποιος στη φτώχια γεννηθεί και πλούτη δε γνωρίσει, τη φτώχια δεν τη σκιάζεται, όσον καιρό κι αν ζήσει! (Παλική).
Έχετε στόλους κραταιούς στα Φάρσα και Ληξούρι, που σκιάζομαι μην τρίψουνε του Στόλου μου τη μούρη. (Καλογηράς)
»
Σκέπη
βαμβακερό μαντήλι κεφαλής, τσεμπέρι
Σκατόψυχος
Αλλιώς και Σκατουλιάρης και Συγχωροτούμπανος = Υβριστική έκφραση για πεθαμένο, αλλά και εχθρό.
«Περιφρ. : Σκατά στη ψυχή του!»
Σκαρφόντιος
ο ασυνεπής, ο απατεωνίσκος
Σκάτουλα
κουτί σπίρτα, κασετίνα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scatola
Σκαρικολόγος
Αλλιώς και Σκαριγγολόγος = έντομο που μοιάζει με το τζίτζικα, και λέγεται ότι όταν μπαίνει στο σπίτι , σημαίνει οτι έρχονται ευχάριστα νέα (σκαρήκια=ευχάριστη είδηση)
Σκαρλατίνα (η)
η ασθένεια της οστρακιάς; ιλαράς;
«Κατάρα : Να σε κόψει σκαρλατίνα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scarlattina
Σκαρήκι (το)
Αλλιώς και Συχαρήκι = συγχαρητήρια είδηση, φιλοδώρημα για χαρμόσυνη είδηση
Ετυμολογία: συν + χαίρω
Σκαρίζω
ωριμάζω, ροδίζω, αλλά και βγάζω το κοπάδι για βοσκή, αλλά και εμφανίζομαι.
«Τζίτζικας ελάλησε μαύρη ρώγα σκάρισε!(Παλλική)
Ο τσοπάνης εσκάρισε τα πρόβατα!»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. σκαίρω
Σκαραφόνος
Αλλιώς και σκαραφώνος και σκαρφαφόνος = ταραξίας, μάγκας, μαχαιροβγάλτης, φονιάς, δολοφόνος
Σκαπουλάρω
Σώζομαι, γλιτώνω την τιμωρία, διαφεύγω, δραπετεύω.
Σκάπουλος = αυτός που τη σκαπουλάρισε, που γλίτωσε
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scapolare, sgabellare
Σκάντζια (η)
Αλλιώς και σκατζιά και σκαντζά και σκαντζία = ξύλινο ράφι για πιάτα, πιατοθήκη τοίχου, ραφιέρα για τοποθέτηση εμπρεύματος σε κατάστημα.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scansia, scancia
Σκαμπρόζος
Δύσκολος, ανώμαλος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scabroso
Σκανταλέτο (το)
Μεταλλικό σκεύος τριγωνικό με μακριά λαβή, που μέσα τοποθετούσαν κάρβουνα και ζέσταιναν τα σεντόνια του κρεβατιού.
«Φτάνουμε και στα Μουσάτα μετά κόπου περισσού, βγαίνει με το σκανταλέτο μια μεσόκοπη Μουσού»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scaldaletto
Σκαμνιά (η)
Η μουριά που κάνει μεγάλα μούρα, η συκαμινιά
Ετυμολογία: εκ του αρχ. συκαμινέα, συκάμινος
Σκαλούνι
μικρό πέτρινο σκαλοπάτι
Σίχλα (η)
Η μούχλα.
Σιχλιασμένος = μουχλιασμένος.
«Εσιχλιάσανε τα καούνια!»
Σιφερτάση (η)
μικρό δοχείο για μεταφορά φαγητού
Σιότισσα (η)
Εκκλησία της Παναγίας (Σισιώτισσα)
Σιορπάτρης
Αλλιώς και σιοπάρες = O πατέρας. Κατ'αντιστοιχία σιοραμάρε (= siora mare) = H μητέρα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. sior padre
Σιορ
κύριος (τίτλος ευγενείας) - σιόρα =κυρία
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. signor- signora, sior, siora
Σινοπίδι (το)
Αλλιώς και Σινοπούδι και σιναπίδι και σινιπίδι = μικρόβιο,ασθένεια κηπευτικών, η μαύρη μελίγκρα
Σίκλος (ο)
Αλλιώς και Σύκλος = κουβάς, μεταλλικό αγγείο για την άντληση νερού
«Το τσιγκέλι βγάνει το σίκλο απ'το πηγάδι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. siglo
Σιγουράντσα (η)
Η σιγουριά, η ασφάλεια
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. sicurita,sicurezza, sizuranza
Σήθα
επιρρ. κάθε, όσες φορές
Σημαμένος
σπασμένος, σημαδεμένος
«Σημαμένη σαρκάλα (σπασμένο κεφάλι)»
Σεστάρισμα
Αλλιώς και σέστο. To νοικοκύρεμα, η τακτοποίηση.
Σεσταρισμένος = νοικοκυρεμένος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ assestare
Σερνικόχορτο
χόρτο που έβγαινε στην θέση Στροφάδια (μετόχι του Αγ. Διονυσίου στο χωριό Χιονάτα στον Πόρο) και το έδιναν στη νύφη για να κάνει αγόρι.
Σέρπετο(το)
Το φίδι, το ερπετό, μεταφ. το πεταχτό, το προκομμένο, το πρόθυμο
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. serpente
Σερβιτσάλι (το)
Αλλιώς και Σερβιτσιάλε = Το κλύσμα, η συσκευή που γίνεται το κλύσμα (βλ. κλυστήρι). Την Πρωτοχρονιά στο Λιθόστρωτο στ' Αργοστόλι με αυτό έριχναν τις κολώνιες.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. serviciale, serviziale
Σεράτα (η)
Αλλιώς και σερενάδα = Η βραδινή συναυλία, ρεσιτάλ βεγγέρας,
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. serata
Σεπάριο
Η αυλαία της σκηνής του θεάτρου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. separio
Σελεβερδό (το)
Άτομο χωρίς περιορισμούς και όρια, επιπόλαιος, άγριος, ακοινώνητος, αγροίκος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. shernevole, scalio guardare, selvaggio
Σέπω
Σαπίζω.
Ευτραπ. σαπίτης = σάπιος
Σέμπρος
α. μεριδιούχος, ο καλλιεργητής ξένου κτήματος, ο βοσκός που βόσκει ξένα κοπάδια, και που δουλεύουν με ποσοστά κατά συμφωνία.
β. Το χτύπημα μισά-μισά, συνεταιρικά.
Επιρρ. Σέμπρε = Διαρκώς, συνεχώς, αδιάκοπα
«Κεφαλονίτη σοβαρέ που σέμπρε συλλογιέσαι, και βλαστημάς την τύχη σου, κι όλο την καταριέσαι!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ sempre/ severo, screvo
Σεκάδα (η)
Η αηδία, η ενόχληση
«Είναι μια σεκάδα ευκείνος!»
Ετυμολογία: εκ της ενετ. secada
Σέκος
Ο χωρίς αισθήσεις, λιπόθυμος, αναίσθητος, άνυδρος, ξηρός, στεγνός,
«Έμεινε σέκος !»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. secco
Σέκο (το)
Είδος σκληρού ημίψηλου καπέλου
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. secco
Σέκιο (το)
Η μονάδα μέτρησης υγρών, περίπου 20 πίντες = 10 κιλά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. secchio
Σαλούτο
Χαιρετισμός, φιλοφρόνηση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. salute,salutο
Σγουρίζω
Το χτύπημα και τρίψιμο των ρούχων στις πλάκες, όπως γίνονταν παλιά το πλύσιμό τους.
Αρπάζω κάποιον απο το λαιμό και τον πετάω με δύναμη κάτω, χτυπάω, τινάζω δυνατά.
«Άμα σε πιάσω θα σε σγουρίσω κάτω!
Το χταπόδι για να μαλακώσει, θέλει σγούρισμα στο βράχο!»
Σγούμπα(η)
α. Η καμπούρα
β. χάλκινη πεντάρα, που παίζεται στο παιχνίδι τοιχάκι (παιχνίδι με κέρματα που τα πετάνε οι παίκτες στον τοίχο)
Ρήμα : Σγουμπιάζω = Καμπουριάζω
Ετυμολογία: εξ του ιταλ. gobba
Σγαρλίζω
Αλλιώς και σγαρνίζω και σγαρλάω = σκαλίζω, ανακατεύω
«Η κότα σγαρλίζοντας έβγαλε το φίδι που την έφαγε! (Πύλαρος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. scarnare
Σγαρίλιος
αλάνι, μάγκας, πειραχτήρι, κατεργάρης
Σγαράρω
παρεκκλίνω, ξεφεύγω, μετακινούμαι, λαθεύω, σφάλλω.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ sgarare
Σβιντάρω
Αλλιώς και σβινάρω = πειράζω κάποιον, προκαλώ, ανταγωνίζομαι
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. svidare
Σβιλάδα
Αλλιώς και Σβυλάδα και σβησμάρα = α. αδυναμία, λιποθυμία, β. απότομο ρεύμα αέρα (ριπή), γ. περιοδικός κοιλόπονος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. svolare, σπιλάς
Σβέρδονας
Αλλιώς και σίφουνας(μεταφ.) = Ο νόθος γιος, νόθου πατέρα
Σάψαλο (το)
Μεγάλος σε ηλικία και ταλαιπωρημένος είτε απο το γήρας είτε απο αρρώστια άνθρωπος., ο αρρωστιάρης, ο ανίσχυρος,
«Γέρο σάψαλο!»
Ετυμολογία: εκ του σήπομαι, σήψις
Σάρτο
μεγάλο πήδημα
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. salto
Σαρτάω
Αλλιώς και Σαρτάρω και Σαρταίνω και Σαλτάρω = Πηδάω
«Έδωκε μια σαρτιξιά και έφτακε τρία μέτρα!»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. saltare
Σαράκος (ο)
Το μεγάλο πριόνι για δέντρα. Πριόνι μαραγκού, συνών. σεγάτσα.
Σαρακάκι (το) = μικρό πριόνι που κλάδευαν συνήθως τα αμπέλια
Σάψυχος
Αλλιώς και σάψιχο = είδος αρωματικού φυτού που μπαίνει σε φαγητά κυρίως πίτες. Είδος μαντζουράνας, πολυετές της οικογένειας των χειλανθών(Latinuw myorana)
Σαμούτσα
Σφυρί των τσαγκάρηδων μπροστά στρογγυλό, και πίσω γυριστό και μυτερό.
Ετυμολογία: εκ του λατ. sem -uncia
Σάματις
Αλλιώς και σάματες = μήπως, ως, μήπως και, δε, μη τάχα.
Στην Ιθάκη = Σαν και ματί (μήπως)
Ετυμολογία: ωσάν εί μήτε
Σαράγιο (το)
Μεγάλη και ευρύχωρη κατοικία.
Σαράγια (η) = η σταφιδαποθήκη.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ serraglio ή τουρκ. σαράι
Σαλίτζο
Αλλιώς και Σαλίντζο και σαλιτζάδα= Πλακόστρωτο, δρόμος στρωμένος με γουλιά, λιθόστρωτο.
Σαλιτζώνω = Λιθοστρώνω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. salciato, salciare, βεν. salizada,salizare, salizo
Σάλιο στη μύτη
Έκφρ. = κοροϊδεύω, εξαπατώ
«Του βαλε σάλιο στη μύτη (τον ρεζίλεψε, τον κορόιδεψε, τον νίκησε)»
Σάλαος
Αλλιώς και σάλαγος = θόρυβος
Σαλαβρίχα (η)
Η μεγάλη σαύρα, γουστέρα.
Ετυμολογία: σαλάμβη, σαλαμάνδρα, ιταλ. salubrica -ico
Σαλάισμα
Αλλιώς και σαλάγιασμα, σαλάγημα, σαλαϊτό = παρακίνηση των ζώων να προχωρήσουν ή να τρέξουν.
Ρήμα : Σαλαγάω = παρακινώ παροτρύνω
«Σαλάισε το να φθάσουμε!»
Σάγρος (ο)
Εξάνθημα που παρουσιάζεται συνήθως στα μωρά, (βλ.βριτσίλα)
Σάγιασμα
πολύ χοντρό υφαντό δαπέδου, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αγρότες σαν στρώμα κάτω απο τα σαμάρια των ζώων.
Ετυμολογία: σάττω, σάγος
Σαγιαδόρος
Αλλά και Σαγιαδώρος = Πετούγια πόρτας,παλαιού τύπου. Το σύστημα ανοίγματος της πόρτας, με εσωτερικό μοχλό που ανυψώνεται αφού πιεστεί με το μεγάλο δάχτυλο ένας ίδιος μοχλός, κάθετος προς την επιφάνεις της πόρτας (συνών. ζουμπέκι)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. saggiatore, saettare
Τ
Τσιγκρί (το)
Είδος χτένας (αγκαθωτό σύνεργο) για το διαχωρισμό των μαλλιών
Ετυμολογία: συν +γραίνω
Τινέλλο
1.Πρόχειρη τραπεζαρία, συνήθως για το υπηρετικό προσωπικό, ή καπνιστήριο. άλλες φορές αναφέρεται στο χωλ, τον προθάλλαμο της οικείας.
2.Μικρός κάδος για μεταφορές.
3.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tinello
Τάγιο (το)
Η τομή, το κόψιμο, η διάνοιξη με αιχμηρό όργανο, μετφ. η εγχείριση
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. taglio
Ταντάνα (τα)
εκφ. = κάποια μικρά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tantino υποκ. του tanto
Τραβενίρω
Παρεμβαίνω, συμβαίνω, συμπίπτω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. intravvanire
Τέρμενο (το)
Αλλιώς και Τέρμινο = Προσθεσμία, ορισμένος χρόνος αλλά και το τέλος, το όριο, το σύνορο.
Τερμινατζιόνε = η διαταγή, μεταφ. η κατάληξη, το τέλος.
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. termine
Τσουλώνω
Σηκώνω τα αυτιά, όπως οι γάϊδαροι (βλ. τσούλο = πρόβατο χωρίς αυτιά), υποπτέυομαι.
Τσουλώνομαι = Στολίζομαι, επιδεικνύομαι, περηφανεύομαι, φουσκώνω σα παγώνι.
«Καυχιέται τ' Αργοστόλι και τσουλώνει, που βλέπει τσι Αρχές και το στολίζουνε..!»
Ετυμολογία: εκ του σιλλαίνω, σιλλός
Τσόντα (η)
Το επιπρόσθετο μικρό κομμάτι, το συμπλήρωμα, η απόληξη, αλλά και η απάτη
Ετυμολογία: εκ του Ενετ. zonta, ιταλ. giunta
Τσιτσιρίζω
Ο ήχος που κάνει το λάδι όταν μαγειρεύεται.
μεταφ. προξενώ μεγάλο πόνο.
Τσιτσίρισι : πόνος, θλίψη υπερβολική
«Μου τσιτσίρισε τη γούνα!
Το βούτυρο τσιτσιρίζει;»
Τσαμπουνάω
ή τσαμπουνίζω : μεταφορικά : λέω λήρους (φλυαρίες, επιδεικτική αλλά χωρίς ουσία ομιλία)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. zampogna : τσαμπούνα
Τράουζα (η)
Το βρακί ή ξενοβράκι, το παντελόνι, η σκελέα.
Ετυμολογία: εκ του αγγλ. trouser
Τεγκλώνω
Πεθαίνω, τεντώνω τα μέλη μου, λέγεται κυρίως υποτιμητικά.
«Η μουσική τα τέγκλωσε από την ασιτία, κι ο τραβαδούρος έπαψε να σκούζει στην πλατεία!»
Ταΐφαλος
Ο βλάκας, ο ζωηρός, ο διαβολάκος
Ετυμολογία: εκ του τουρκ. ταΐφ, ταϊφά
Ταγιαντίζω
Εμποδίζω, αναβάλλω
«Ταγιάντισε το γιώμα σου (= ανέβαλλε τον ύπνο σου)
..Απόψε να μην κοιμηθείς, παρά να καρτερέψεις
ταγιάντισε τον ύπνο σου, κόρη, όσο μπορέσεις..»
Τάφετε
επιρ. Σιωπήσετε, πάψετε (σπάνια λέγεται)
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. taffete
Τανσάρω
κατακρίνω, κακοκλογώ
Ταγιόλα
Ο κακόγλωσσος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. tagliare
Ταγιάρω
Κόβω, τέμνω, διασχίζω
Ετυμολογία: εκ του ιταλ tagliare
Τσιρλιό (το)
Διάρροια,τσούρδισμα
Ρήμα : τσιρλάω ή τσιρλοκοπάω
Επιθ. : τσιρλερό = υδαρές
«"Χώμα τσιρλερό!"
"ετσίρλησε η λιθιά" (κατέρρευσε)
"ετσίρλησε ο δομός!" (κατέρρευσε εξαιτίας της βροχής)»
Τσίτο
Σώπα, πάψε, μη μιλάς (συνών. = σκασμός και βουβαμάρα).
Στην Ιθάκη = Τσίτου
«Τρείς και τέσσερις και τσίτο! (=Στην Αγγλοκρατία, ήταν η τριήμερη φυλάκιση, με τέσσερα τάληρα πρόστιμο, για τα μικρά παραπτώματα)
»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cito
Ταβολίνι
ή ταβολί : τραπεζάκι καταμία έννοια και η τάβλα,
Ετυμολογία: Εκ του ιτ. tavolino
Τσερέπα(η)
Σκέυος πήλινο για ψήσιμο κρεάτων, αφού πριν έχει πυρωθεί, στη χόβολη
Τσερεπάτο = κρέας μαγειρεμένο στη τσερέπα
Τσουράπι
Πλεχτές με το χέρι ανδρικές κάλτσες.
Κάλτσα καλοκαιρινή, που δεν καλύπτει όλη την κνήμη.
Ετυμολογία: Τουρκ. τσοράπ
Τσιπουρίτης
Δυνατό ποτό από τσάμπουρα σταφυλλιών. Τσίπουρο, ρακί, απόσταγμα σταφυλλιών.
Μεταφ. = κακής ποιότητας κρασί, το νερωμένο.
Τσίμα (η)
Η άκρη, η κορυφή του δέντρου.
εκφρ.:
τσίμα τσίμα = ίσα ίσα.
τσίμα - πίλα = ξέχειλα, μέχρι την άκρη των δοχείων, υπερχείλισμα.
τμίμα - κάβο = μέχρι την άκρη του σκοινιού
«Η τσίμα του κυπαρισσιού πάει πολύ ψηλα!»
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. cima, cima-pila, cima-cavo
Τσερταμέντε
Βεβαιότατα, ασφαλώς
Ετυμολογία: εκ του Ιταλ. Certamente
Τσέρτος
Σίγουρος, βέβαιος
τσέρτα (επιρ.): σιγουριά
«Κί είσαστε για το μοίρασμα, καθώς ακούω τσέρτοι, χορεύτε τον καρτσιλαμά ίσια που να μας έρτει...»
Τσερβέλο
Το κρανίο, κεφάλι, μυαλό.
Μεταφ. η κρίση, η εξυπνάδα
«Μα, τί έχει μέσα ευκειό το τσερβέλο σου;»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. cervello
Τσάρκα (η)
έρευνα, αναζήτηση, ψάξιμο.
Τσαρκαδώρος= αυτός που ψάχνει.
«Κάνω τσάρκα !»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ .cerca
Τρίτσα (η)
Αχυρένιο ή ψάθινο καλοκαιρινό καπέλο.
Τριστόνι (το)= το μικρό ψαθάκι.
«Δυο κεφάλια, κάτω απο μια τρίτσα δεν μπαίνουνε (Παλική)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. treccia, drizzare
Τρέμουσα(η)
η ασθένεια που φέρνει τρόμο (τρέμουλο), αλλά και κατάρα
«Να σε πιάσει τρέμουσα!»
Τράτο (το)
Αλλά και Τράτος (ο) = Διάστημα, πάροδος χρόνου, διαθέσιμος χρόνος, επαρκής προθεσμία, χρονική άνεση. Στα χαρτοπαίγνια ονομάζεται τράτος, ο παίκτης που παίζει πρώτος.
2.Τρόπος, συμπεριφορά.
3. Βαθύς ανασασμός.
«Παίρνω τράτους, είμαι στον ύστερο τράτο = ψυχορραγώ.
εκφρ. Τράτο καιρού = πάροδος χρόνου (dal detto al fatto passa un gran tratto)»
Ετυμολογία: Εκ του ιταλ.. trattare, trattamendo
Τρατάρω
κερνάω,προσφέρω γλυκίσματα, κρασί, ποτό, αλλά όχι φαγητό ή καρπούς
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. trattare
Τζαβάγιο
Συναλλαγή, ανταλλαγή, πάρε-δώσε
Τραταμέντο (το)
Το κέρασμα, η προσφορά
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. trattare,trattamento
Τόρτζα
Τόρτσο, τορτσόνι =χοντρό κερί, μικρό μανουάλι.
Τόρτσα = ο ξύλινος ψηλός κινητός κηροστάτης.
Στις εκκλησίες δίπλα στην ωραία Πύλη είχαν ξύλινα κυλινδρικά κοντάρια που στα πάνω μέρος είχαν μια λαμπάδα (4πλή λάμπα, στη Λευκάδα). Τα κρατούσαν παιδιά και συνόδευαν τον παππά όταν έβγαινε από την ωραία πύλη προς το μέρος του εκκλησιάσματος, αλλά και στις λιτανείες
«… Όταν είναι καθαρισμένα και λαμπερά, γίνονται τα πιο καλά στολίδια της εκκλησίας. Με δύο, τρία, πέντε τόρτσα…»(Λουκάτος)»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ torcio, torca ή το αγγλικό torch
Τόμου
Αλλά και Σόμου =αφού, όταν, άμα, μόλις
Τζώρτζινας
Αλλιώς και Τζέρτζελας ή τζέντζερας ή τζέρτζινας = είδος μεγάλης και χοντρής σφήκας, ο βομβίνος, ο μπάμπουρας (επιστ . Bombus).
«Μην τσιγκράς τη τζωρτζινοφωλιά, να μη σε σκρώξουν (=τσιμπήσουν) οι τζωρτζίνοι!(Παλική)»
Τζόγια (η)
Χρύσο κόσμημα, πολύτιμο, αλλά και η χαρά. Επίσης είναι όνομα βαφτιστικό.
τζόγια = πολυτελής στέφανος διδόμενος ως έπαθλον εις το νικήτήν της γκιόστρας (λεξικό Δημητρ.)
τζογέλο = πολύτιμο κόσμημα
Τζογελιέρης = χρυσοχόος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. gioja ,gioia
Τζογάρω
χαρτοπαίζω,παίζω μανιωδώς χαρτιά ή τυχερά παιχνίδια
Τζόγος= παιχνίδι με χαρτιά.
Τζογιά (η)=χαρτωσιά, παρτίδια
Τζογαδόρος=χαρτοπαίκτης
«Έλα βωρέ να παίξουμε μια τζογιά ακόμα!
»
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. giocare, giuoco, gioco
Τζατζαμίνι(το)
Αλλιώς και Τζαντσαμίνι = Το γιασεμί, ο ίασμος
Ετυμολογία: εκ του ιταλ. gelsomino
Τέντα- γρέντα
Εκφρ. = φαρδιά - πλατιά
«Έπεσε μες στη μέση τση πλατείας τέντα - γρέντα!»
Ταφιάζω
Σκοτώνω,φονεύω, βάζω κάποιον στον τάφο.
Μεταφ. χτυπάω κάποιον, επίσης καταβάλλω, νικώ κατά κράτος τους εχθρούς
«Με τάφιασε στο ξύλο!
Θα σε ταφιάσω άμα σε τσακώσω!»
Ετυμολογία: εκ του ρημ. ενταφιάζω
Τηράω
Αλλά και Τηράζω = κοιτάζω, βλέπω, προσέχω.
«Τυρί και Τήρατω (Λογοπαίγνιο).
Μάτια που δεν τηριώνται, γληγορ’ αλησμονιώνται.(Έρυσσος)
Τήρα ωρέ να μη μιλήσεις!»
Ετυμολογία: ιδιωμ. εκ του οράω=ω, εκ του αρχ.=τηρέω
Τάραμα (τ0)
Ο σπάσμός, η ταραχή, η αναστάτωση, ο θυμός
«Που να σε ταράξει το γλυκύ σου! Να σε πιάσει το τάραμα!»
Ετυμολογία: εκ του αρχ. ταράσσω, ταράττω