Το 2025 η σύγκριση Ελλάδας και Βουλγαρίας δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι στρατηγική και, για την Ελλάδα, επικίνδυνη. Στα χαρτιά η ελληνική οικονομία παραμένει μεγαλύτερη, με υψηλότερο ΑΕΠ και πιο ανεπτυγμένες υποδομές. Στην πράξη όμως η Βουλγαρία εξελίσσεται σε έναν σιωπηλό αλλά αποτελεσματικό ανταγωνιστή, με χαμηλότερο κόστος, καθαρά δημόσια οικονομικά και μεγαλύτερη ευελιξία.
Οι μισθοί είναι το πρώτο καμπανάκι. Ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα κινείται γύρω στις 18.000 ευρώ μεικτά, ελάχιστα υψηλότερος από της Βουλγαρίας. Όμως το κόστος ζωής στην Ελλάδα ακυρώνει αυτό το πλεονέκτημα. Στέγη, ενέργεια και βασικά αγαθά ροκανίζουν το εισόδημα, αφήνοντας τον Έλληνα εργαζόμενο με μικρότερη πραγματική αγοραστική δύναμη. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που δουλεύει περισσότερο, αγχώνεται περισσότερο και απολαμβάνει λιγότερα. Η ένταξη της Βουλγαρίας στην ΕΕ θα δώσει στις τράπεζες τη δυνατότητα να επεκτείνουν το χαρτοφυλάκιό τους- και άρα και τις αποδόσεις.
Αυτό αποτυπώνεται και στους δείκτες ικανοποίησης ζωής. Η Ελλάδα βρίσκεται λίγο κάτω από το 6 στα 10, η Βουλγαρία χαμηλότερα. Όμως η διαφορά δεν λέει όλη την αλήθεια. Στην Ελλάδα η δυσαρέσκεια συνοδεύεται από θυμό και απογοήτευση, γιατί η ανάπτυξη φαίνεται να μην αφορά τον μέσο πολίτη. Στη Βουλγαρία οι προσδοκίες είναι χαμηλότερες, αλλά η καθημερινότητα πιο προβλέψιμη.
Η αγορά εργασίας κάνει την εικόνα ακόμη πιο σκληρή. Η Βουλγαρία κινείται κοντά στην πλήρη απασχόληση, ενώ η Ελλάδα παραμένει με ανεργία κοντά στο 9%. Αυτό σημαίνει λιγότερη διαπραγματευτική ισχύ για τους εργαζόμενους, πίεση στους μισθούς και μόνιμη ανασφάλεια. Σε εταιρικούς όρους, η Ελλάδα έχει χαμηλό employee leverage και υψηλό operational stress.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, έρχεται και το επόμενο κύμα πίεσης. Με την περαιτέρω ενσωμάτωση της Βουλγαρίας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η ελληνική αγορά θα δεχτεί μαζικότερες εισαγωγές από μια οικονομία με χαμηλότερο κόστος παραγωγής και φθηνότερη εργασία. Τα βουλγαρικά προϊόντα θα γίνονται ολοένα πιο ανταγωνιστικά, συμπιέζοντας τις ελληνικές επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν με οριακά περιθώρια. Αν δεν υπάρξει άμυνα και στρατηγική, η Ελλάδα κινδυνεύει να γίνει καθαρός καταναλωτής προϊόντων τρίτων χωρών, ακόμη και εντός ΕΕ.

Μπορεί ο υπουργός Οικονομίας και Βιομηχανίας, Πέτερ Ντίλοφ,να εκτιμά ότι η υιοθέτηση του Ευρώ θα εξοικονομήσει μόνο από την μετατροπή λέβα σε ευρώ ενός δισεκατομμυρίου λέβα ετησίως αλλά το μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Βουλγαρίας λέγεται drop shipping. Βουλγαρικές εταιρείες, με έδρα εκτός Ελλάδας αλλά με πλήρη πρόσβαση στον Έλληνα καταναλωτή μέσω e-commerce, πουλάνε φθηνότερα χωρίς να επιβαρύνονται με το ελληνικό φορολογικό και λειτουργικό κόστος. Δεν πληρώνουν εδώ, δεν απασχολούν εδώ, αλλά απορροφούν ζήτηση από την ελληνική αγορά. Αυτό δεν είναι υγιής ανταγωνισμός. Είναι διαρροή αξίας, φορολογική αιμορραγία και ευθεία υπονόμευση της ελληνικής μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Όλα αυτά οδηγούν σε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα. Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει επειδή δεν έχει δυνατότητες. Κινδυνεύει επειδή επιλέγει μια δημοσιονομική πολιτική που μετρά επιτυχία με αριθμούς και όχι με ποιότητα ζωής. Όσο η ανάπτυξη εξυπηρετεί κυρίως μεγάλα συμφέροντα και όχι τον πολίτη, τόσο η κοινωνία θα φτωχαίνει, ακόμα κι αν τα μακροοικονομικά φαίνονται «υγιή».
Αν δεν αλλάξει άμεσα κατεύθυνση, αν δεν επενδύσει στον μισθό, στην εγχώρια παραγωγή και στην πραγματική αγοραστική δύναμη, η Ελλάδα θα πιεστεί ακόμη περισσότερο από τους γείτονές της. Και τότε το πρόβλημα δεν θα είναι η Βουλγαρία. Θα είναι οι δικές μας επιλογές.


