Οι διαγωνισμοί για καντίνες, ομπρέλες και ξαπλώστρες στις παραλίες της Κεφαλονιάς είναι προ των πυλών και, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια σε όλη την Ελλάδα, θα γίνουν ηλεκτρονικά μέσω της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας και της κεντρικής πλατφόρμας των e-auctions.

Θεωρητικά, αυτή η διαδικασία ήρθε για να «καθαρίσει» το πεδίο: να μειώσει τις τοπικές πιέσεις, να επιβάλει ενιαίους κανόνες, να αφήσει πίσω τις εικόνες του παρελθόντος όπου όλοι ήξεραν όλους και τα χαρτιά περνούσαν από χέρια που δεν έπρεπε.

Πράγματι, το ψηφιακό σύστημα προστατεύει το απόρρητο της προσφοράς και δίνει μια αίσθηση τυπικής ισονομίας: μπαίνεις, καταθέτεις, πλειοδοτείς. Μόνο που, στην πραγματική αγορά, η ανωνυμία δεν είναι πάντα συνώνυμο της διαφάνειας. Είναι και το τέλειο σκοτάδι: δεν βλέπεις ποιος είναι πίσω από την οθόνη, δεν ξέρεις ποιος «παίζει» απέναντί σου, δεν μπορείς να εκτιμήσεις αν συμμετέχει ένας επαγγελματίας της περιοχής που μετράει τα ευρώ ή ένα σχήμα με άλλη δυναμική, άλλο κεφάλαιο και διαφορετικό σχέδιο.

Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι που πυροδοτεί φέτος έντονη ανησυχία σε ορισμένους ντόπιους επιχειρηματίες που ετοιμάζονται να συμμετάσχουν. Τις τελευταίες ημέρες, κάνει την εμφάνισή της μια εταιρεία από την Αθήνα, η οποία —σύμφωνα με όσα συζητιούνται στην πιάτσα— ανήκει ή συνδέεται με γκρουπ γνωστού δικτύου εστίασης.

Από τη στιγμή που ακούστηκε αυτό, άλλαξε ο τόνος της κουβέντας. Δεν πρόκειται πια για τον «συνηθισμένο» ανταγωνισμό μεταξύ ανθρώπων που πάνω-κάτω γνωρίζονται, που έχουν ιστορία στην τοπική αγορά και που, ακόμη κι όταν συγκρούονται, ξέρουν τα όρια της πραγματικότητας. Πρόκειται για τον φόβο της εισόδου ενός μεγάλου παίκτη, ικανού να τραβήξει τις προσφορές ψηλά, δυσανάλογα σε σχέση με τις οικονομικές αντοχές μιας τοπικής επιχείρησης που δουλεύει εποχικά, σε νησιωτική αγορά, με υψηλά κόστη και με μια σεζόν που, όσο κι αν φαίνεται «καλή» απ’ έξω, δεν είναι ποτέ γραμμική.

Γιατί εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζουμί: όταν εμφανίζεται ένας ισχυρός παίκτης σε πλειοδοτικό διαγωνισμό, δεν κερδίζει απλώς μια παραλία. Μετακινεί το «ταβάνι» για όλους. Ανεβάζει το μίσθωμα, άρα ανεβάζει το ρίσκο, άρα ανεβάζει την πίεση να μεταφερθεί το κόστος στον τελικό καταναλωτή. Και τότε η παραλία, από κοινός χώρος που απλώς φιλοξενεί μια οργανωμένη ζώνη εξυπηρέτησης, κινδυνεύει να γίνει ένα ακόμη προϊόν υψηλής τιμολόγησης.

Με απλά λόγια: αν πληρώσεις υπερβολικά για να πάρεις τη χρήση, μετά πρέπει να «βγάλεις» τα χρήματα. Και τα χρήματα δεν βγαίνουν με ευχές. Βγαίνουν με χρεώσεις. Με πακέτα. Με τιμοκαταλόγους που ανεβαίνουν. Με μια λογική που μετατρέπει σταδιακά το λουόμενο σε πελάτη “premium” εμπειρίας — ακόμη κι αν ο λουόμενος είναι ο κάτοικος του νησιού που θέλει απλώς να πάει για μια βουτιά χωρίς να αισθανθεί ότι πρέπει να πληρώσει είσοδο στη σκιά.

Δεν είναι τυχαίο ότι, μέσα σε αυτό το κλίμα, έχει αρχίσει να ακούγεται και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: πως η «κατεύθυνση» ενός τέτοιου σχήματος δεν είναι απλώς να κερδίσει μία ή δύο παραλίες, αλλά να δημιουργηθεί ένα νέο δεδομένο τιμών, μια συνολική αναβάθμιση προς τα πάνω, με το επιχείρημα της «ανταγωνιστικότητας». Δηλαδή, το νησί να πάει σε ένα μοντέλο όπου όλες οι δημοφιλείς οργανωμένες παραλίες θα έχουν υψηλές χρεώσεις, ώστε η αγορά να ευθυγραμμιστεί με ένα ακριβότερο προφίλ. Αυτό ακούγεται ως στρατηγική σε επιχειρηματικούς κύκλους, αλλά για την τοπική κοινωνία μεταφράζεται αλλιώς: λιγότερη πρόσβαση, μεγαλύτερος αποκλεισμός, περισσότερη πίεση στους κατοίκους και στους εργαζόμενους που ήδη βλέπουν το κόστος ζωής να ανεβαίνει.

Κι εδώ έρχεται να «κουμπώσει» το δεύτερο επίπεδο της συζήτησης, το θεσμικό και πολιτικό. Τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο για τις ακτές, με αυστηρότερους κανόνες, ζώνες προστασίας και την έννοια των «απάτητων» παραλιών, όπου οι παρεμβάσεις περιορίζονται ή απαγορεύονται. Η προστασία του αιγιαλού είναι αυτονόητη ανάγκη — κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να την αρνηθεί. Όμως η κοινωνία βλέπει ήδη ένα παράδοξο να σχηματίζεται: από τη μία, θα έχουμε ακτές που δεν θα επιτρέπεται να αγγίζονται, και από την άλλη, εκεί όπου επιτρέπεται η οργανωμένη χρήση, θα κινδυνεύουμε να έχουμε ακτές που δεν θα «αντέχονται» οικονομικά. Απάτητες με τη σφραγίδα της φύσης, και απαγορευτικές με τη σφραγίδα της αγοράς. Ένα νησί όπου ο χώρος της θάλασσας γίνεται σταδιακά είτε ζώνη πλήρους απαγόρευσης είτε ζώνη υψηλού κόστους, αφήνοντας στη μέση τον απλό κόσμο να ψάχνει πού ακριβώς χωράει.

Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και το τρίτο επίπεδο, το καθαρά παραπολιτικό, που ψιθυρίζεται έντονα τις τελευταίες ημέρες: ότι η εταιρεία που εμφανίστηκε στο κάδρο διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις συνεργασίας με κορυφαίο πολιτικό παράγοντα του νησιού. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Οι φήμες δεν είναι αποδείξεις. Όμως, στις μικρές κοινωνίες, οι φήμες έχουν δύναμη γιατί λειτουργούν σαν σκιά πάνω από τη διαδικασία. Και η σκιά, ακόμη κι όταν δεν αποδεικνύεται, αρκεί για να διαβρώσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων ότι ο ανταγωνισμός είναι καθαρός και ότι το παιχνίδι παίζεται με ίσους όρους.

Γι’ αυτό και το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να μείνουμε στα υπονοούμενα, αλλά να τεθούν καθαρά κανόνες λογοδοσίας μετά το αποτέλεσμα. Αν ο διαγωνισμός γίνεται ψηφιακά και ανώνυμα, τότε ακριβώς μετά την κατακύρωση πρέπει να υπάρχει πλήρης εικόνα: ποιος πήρε τι, με ποιο τίμημα, με ποια εταιρική ταυτότητα, με ποια δομή, με ποια παρουσία στην αγορά. Πρέπει να φαίνεται αν δημιουργείται συγκέντρωση, αν ένας παίκτης «σκούπισε» παραλίες, αν οι τιμές μισθώσεων εκτινάχθηκαν πέρα από κάθε λογικό όριο. Και, πάνω απ’ όλα, πρέπει να υπάρχει αυστηρός έλεγχος τήρησης των όρων, γιατί όταν το μίσθωμα ανεβαίνει, ανεβαίνει και ο πειρασμός να «πιεστεί» ο αιγιαλός, να επεκταθεί η οργανωμένη ζώνη, να περιοριστεί η ελεύθερη πρόσβαση, να γίνει η παραλία πιο πολύ επιχείρηση και λιγότερο δημόσιος χώρος.

Η Κεφαλονιά δεν είναι απλώς τουριστικό προϊόν. Είναι τόπος ζωής. Κι οι παραλίες της δεν είναι απλώς φιλέτα εκμετάλλευσης. Είναι η καθημερινή ανάσα των κατοίκων, η εικόνα του νησιού προς τα έξω, το τελευταίο κοινό αγαθό που ο κόσμος νιώθει ότι του ανήκει χωρίς προϋποθέσεις. Αν οι επόμενες ημέρες γράψουν αποτελέσματα που θα εκτινάξουν τα μισθώματα και θα οδηγήσουν σε τιμές «για λίγους», τότε δεν θα μιλάμε απλώς για έναν ακόμη διαγωνισμό. Θα μιλάμε για αλλαγή μοντέλου.

Και τότε το ερώτημα θα γίνει πολιτικό, κοινωνικό και βαθιά ανθρώπινο: ποια Κεφαλονιά θέλουμε πάνω στην άμμο; Ένα νησί όπου η σκιά είναι δικαίωμα ή ένα νησί όπου η σκιά είναι προνόμιο;

Η Κινούμενη Άμμος

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

εισάγετε το σχόλιό σας!

Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!