Στην εποχή των social media, των «έξυπνων» κινητών και της τεχνολογικής επανάστασης του 21ου αιώνα, η πολιτική χρειάζεται συναίσθημα;
Γράφει ο Χρήστος Πετράτος
Ο νοήμων άνθρωπος της εποχής μας βασίζει σχεδόν όλες τις αποφάσεις του στη λογική ή συμβουλεύεται την άρτια αφιχθείσα Τεχνητή Νοημοσύνη (AI). Το συναίσθημα παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Η μόνη ανθρώπινη εκδήλωση όπου το συναίσθημα εξακολουθεί να έχει πρωτεύοντα ρόλο είναι η επιλογή συντρόφου — και αυτό όχι πάντα. Στην πολιτική, το συναίσθημα μπορεί να προσφέρει μόνο όταν υπηρετεί τη λογική. Όταν συμβαίνει το αντίστροφο, η πολιτική χάνει τον σκοπό της και μετατρέπεται σε δημαγωγία και λαϊκισμό.
Η εν δυνάμει πολιτικοποίηση της κυρίας Μαρίας Καρυστιανού αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου που πολιτικοποιείται λόγω συναισθήματος. Η οδυνηρή απώλεια του παιδιού της έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην απόφασή της. Η ίδια δήλωσε ότι έτσι νιώθει πως εκπληρώνεται το πεπρωμένο της, ότι δικαιώνει τη μνήμη του παιδιού της.
Είναι αναφαίρετο δικαίωμά της να αγωνίζεται με όποιο μέσο θεωρεί κατάλληλο, ώστε να επέλθει η «νέμεσις», η δικαιοσύνη. Όμως, σε περίπτωση που αποκτήσει πολιτική εξουσία, το θέμα περιπλέκεται. Όταν ένας πολιτικός λέει «σκέφτομαι ως μάνα» ή «ως πατέρας», αυτό είναι ανθρώπινο. Αν, όμως, νομοθετεί μόνο μέσα από αυτό το φίλτρο, τότε δεν κάνει πολιτική — κάνει προσωπική προβολή. Η πραγματική ηγεσία είναι να νιώθεις βαθιά, αλλά να αποφασίζεις ψύχραιμα.
Ως χώρα, έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά νομοθετήματα που συντάχθηκαν όχι με βάση την ανάγκη της κοινωνίας, αλλά το συναίσθημα του πολιτικού ή του «καλού συναδέλφου». Η κυρία Κεφαλογιάννη, επειδή δεν της άρεσε η πρωτόδικη απόφαση για την επιμέλεια των παιδιών της, παρακάλεσε τον συνάδελφό της, κύριο Φλωρίδη, να καταθέσει τροπολογία που να της δίνει τη δυνατότητα εκδίκασης εκ νέου της υπόθεσής της, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η απόφαση του πρώτου δικαστηρίου. Και αυτό διότι, όπως ισχυρίζεται, δεν λήφθηκαν υπόψη τα συναισθήματα των παιδιών της. Μάλιστα, σε συνέντευξή της ξεκαθάρισε ότι, πάνω απ’ όλα, είναι μητέρα, ξεχνώντας φυσικά τον όρο της συνεπιμέλειας και την αναγκαία παρουσία και του πατέρα στην ομαλή ανατροφή των παιδιών.
Με το συναίσθημα έπαιξαν και οι αντιβενιζελικοί στις εκλογές του 1920, με το σύνθημα «θα φέρουμε τα παιδιά σας πίσω». Το αποτέλεσμα ήταν ότι, μόλις έχασε τις εκλογές ο Βενιζέλος, κηρύχθηκε γενική επιστράτευση και, τελικά, οδηγηθήκαμε στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Υπάρχουν αναρίθμητα παραδείγματα στην ιστορία του ελληνικού έθνους με νομοθετήματα και αποφάσεις υπαγορευμένα από το συναίσθημα. Δυστυχώς, δεν ελήφθησαν υπόψη από τις μελλοντικές γενιές πολιτικών, ώστε, επιτέλους, να αποκτήσει αυτό το κράτος συνέπεια.
Ο Κώστας Σημίτης έμεινε στην ιστορία ως ο πρωθυπουργός που κυβέρνησε με τη λιγότερη επίκληση στο συναίσθημα. Ίσως γι’ αυτό οι Έλληνες δεν τον μνημονεύουν με νοσταλγία, θεωρώντας ότι κυβέρνησε με αυστηρότητα. Αντίθετα, ο Αλέξης Τσίπρας χρησιμοποίησε σε μεγάλο βαθμό το συναίσθημα. Το αποτέλεσμα, όμως, τον διέψευσε. Ο ελληνικός λαός, παρόλο που έχουν περάσει επτά χρόνια από την αποχώρησή του, δεν τον έχει συγχωρήσει, θεωρώντας ότι, στην ουσία, τον εξαπάτησε.
Η πολιτική και το συναίσθημα, σε μια αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, πρέπει να συνυπάρχουν. Όταν η πολιτική δεν έχει συναίσθημα, δεν μπορεί να επικοινωνηθεί αποτελεσματικά με την κοινωνία. Αντίθετα, όταν το συναίσθημα κυριαρχεί στην πολιτική, τότε αυτή μετατρέπεται σε λαϊκισμό.


