Ο Χρήστος Πετράτος, με αφορμή την ιστορική Magna Carta της Αγγλίας, ανοίγει ένα διαφορετικό ερώτημα για την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα: μήπως το μεγάλο ανεκπλήρωτο αίτημα δεν ήταν μόνο η εθνική ένωση, αλλά και η θεσμική κατοχύρωση της ιδιαίτερης πολιτικής ταυτότητας των Ιονίων Νήσων;
Άρθρο γνώμης του συνεργάτη μας Χρήστου Πετράτου
Η Magna Carta ή «Χάρτα Μάγκνα» ήταν ένα ιστορικό έγγραφο που υπογράφηκε το 1215 στην Αγγλία από τον βασιλιά Ιωάννη και τους βαρόνους του. Υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Δεν αποτέλεσε δημοκρατικό σύνταγμα με τη σύγχρονη έννοια, ούτε δημιουργήθηκε για να προστατεύσει το σύνολο του λαού.
Εισήγαγε όμως κάτι βαθιά ανατρεπτικό για την εποχή της: την ιδέα ότι ακόμη και ο βασιλιάς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.
Από εκεί ξεκίνησε σταδιακά η εξέλιξη του κράτους δικαίου, των θεσμικών εγγυήσεων και αργότερα των κοινοβουλευτικών ισορροπιών που χαρακτήρισαν τη βρετανική πολιτική παράδοση.
Η ιστορική αυτή αναφορά αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν τη συγκρίνει κανείς με την Ένωση των Ιονιων νησων με την Ελλάδα το 1864.
Τα νησιά του Ιονίου ενώθηκαν με τη μητέρα Ελλάδα μέσα σε ένα κλίμα ενθουσιασμού και εθνικής προσδοκίας. Ωστόσο, η Ένωση πραγματοποιήθηκε χωρίς κάποια ιδιαίτερη θεσμική κατοχύρωση της πολιτικής ιδιαιτερότητας των νησιών, χωρίς ένα ειδικό πλαίσιο αυτοδιοίκησης και χωρίς μια μορφή «επτανησιακής χάρτας» που να διασφαλίζει συγκεκριμένες πολιτικές και διοικητικές εγγυήσεις.
Το Hνωμένο Bασίλειο με τη γνωστή διπλωματική του παράδοση, παρέδωσε τα Ιόνια Νησιά σε μια περίοδο ευρύτερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Η άνοδος του Γεωργίου του Α στον ελληνικό θρόνο συνέπεσε με τη βρετανική απόφαση για την Ένωση, γεγονός που οδήγησε πολλούς ιστορικούς και πολιτικούς σχολιαστές να περιγράψουν την παραχώρηση των νησιών ως ένα είδος «διπλωματικού δώρου» προς τη νέα δυναστεία.
Οι Επτανήσιοι Ριζοσπάστες αντιλήφθηκαν αυτή την ταύτιση και αρκετοί από αυτούς εξέφραζαν έντονους ενδοιασμούς. Ο Κεφαλονίτης Ιωσήφ Μομφεράτος φέρεται να διατύπωσε με πικρή ειρωνεία την άποψη ότι «ο Άγγλος αρμοστής απλώς άλλαξε έδρα και του δώσαμε και στέμμα», θέλοντας να υπογραμμίσει πως η μετάβαση από τη βρετανική προστασία στη μοναρχική Αθήνα δεν συνοδεύτηκε από τη δημοκρατική αναγέννηση που οραματίζονταν πολλοί Ριζοσπάστες.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγάλο ιστορικό ερώτημα.
Μήπως οι Ριζοσπάστες πατριώτες, παρασυρμένοι από το δίκαιο και ισχυρό αίτημα της Ένωσης, άφησαν σε δεύτερη μοίρα τη διεκδίκηση θεσμικών εγγυήσεων για τα ίδια τα Επτάνησα;
Διότι στην ιστορία οι εδαφικές ενώσεις και οι πολιτικές μεταβάσεις σπάνια πραγματοποιούνται χωρίς ανταλλάγματα, όρους ή ειδικά καθεστώτα. Τα Επτάνησα, με τη μακρά κοινοβουλευτική εμπειρία της Επτανησιακής Πολιτείας και της Ιονίου Βουλής, διέθεταν ήδη μια ιδιαίτερη πολιτική παράδοση για τα δεδομένα της εποχής.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ανεκπλήρωτο αίτημα να μην ήταν μόνο η Ένωση με την Ελλάδα, αλλά και η διατήρηση ενός βαθμού θεσμικής αυτονομίας μέσα στο νέο κράτος. Ενός μοντέλου που θα μπορούσε να θυμίζει, σε σύγχρονους όρους, μια ισχυρή περιφερειακή αυτοδιοίκηση με ουσιαστικές αρμοδιότητες και δημοκρατικές εγγυήσεις.
Μια «επτανησιακή Magna Carta», όχι απέναντι σε έναν ξένο μονάρχη, αλλά απέναντι στον διαχρονικό συγκεντρωτισμό του ελληνικού κράτους.
Ιδιαίτερα αν παρακολουθήσει κανείς την πορεία των Ιονίων Νήσων μετά την Ένωση, θα διαπιστώσει ότι για αρκετές δεκαετίες υπήρξε μια περίοδος σχετικής στασιμότητας, ακόμη και μερικής οπισθοδρόμησης. Η επτανησιακή κοινωνία, επηρεασμένη έντονα από τις δυτικές πολιτικές και διοικητικές παραδόσεις, διέθετε διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικό επίπεδο θεσμικής οργάνωσης σε σχέση με το υπόλοιπο ελληνικό κράτος, το οποίο έφερε ακόμη βαριά τη σκιά των αιώνων της Οθωμανικής κυριαρχίας.
Χρειάστηκαν δεκαετίες ώστε να ολοκληρωθεί ουσιαστικά η πολιτική και διοικητική ενσωμάτωση των Επτανήσων στο ελληνικό κράτος. Ίσως η συνέχιση της ύπαρξης της Επτανήσου Πολιτείας, έστω και ως μιας περιορισμένης αυτόνομης οντότητας, να είχε επηρεάσει διαφορετικά την ιστορική εξέλιξη των νησιών.
Ακόμη και ο παραλληλισμός με μικρά ευρωπαϊκά κρατίδια ή αυτόνομες περιοχές της Δύσης ίσως να μην ήταν τόσο εκτός πραγματικότητας όσο φαίνεται σήμερα.
Η ιστορία φυσικά δεν γράφεται με υποθέσεις. Γράφεται όμως και με τα ερωτήματα που αφήνει πίσω της.
Χρήστος Πετράτος
Ο Χρήστος Πετράτος είναι Χημικός Μηχανικός, απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής Βουκουρεστίου, με επαγγελματική εμπειρία στον τομέα της ασφάλειας συγκοινωνιών, της τεχνικής ασφάλειας και της σύνταξης τεχνικών εκθέσεων. Στην αρθρογραφία του προσεγγίζει δημόσια και πολιτικά ζητήματα με τεχνοκρατική ματιά, έμφαση στη θεσμική λειτουργία και καθαρό πολιτικό λόγο.


