Άρθρο γνώμης του Χρήστου Πετράτου

Η ελληνική πολιτική ιστορία είναι διαχρονικά γεμάτη από πρόσωπα που μπήκαν στο προσκήνιο άλλοτε από συγκυρία, άλλοτε από κληρονομικότητα και άλλοτε από φιλοδοξία, αφήνοντας πίσω τους ένα συχνά αμφιλεγόμενο αποτύπωμα.

Σε μεγάλο μέρος της μοναρχικής περιόδου, η εκλεγμένη πολιτική ηγεσία λειτουργούσε πολλές φορές υπό την ισχυρή επιρροή του παλατιού, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις εξελίξεις που οδήγησαν στα γεγονότα του 1965.

Μετά τη μεταπολίτευση και την κατάργηση της βασιλείας, η χώρα πέρασε σε μια περίοδο θεσμικής ομαλοποίησης, όπου ο λαός ανέλαβε ξεκάθαρα τον ρόλο του τελικού κριτή της εξουσίας μέσω των εκλογών. Παρ’ όλα αυτά, στη σύγχρονη εποχή, η πολιτική επιρροή δεν καθορίζεται μόνο από θεσμούς, αλλά και από την ισχύ της εικόνας και των διαχειριστών της πληροφορίας, ιδιαίτερα μέσα από τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα.

Το πολιτικό φαινόμενο του Αλέξη Τσίπρα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της δύναμης του ευκολου πολιτικού αφηγήματος.Το 2015 εξελέγη πρωθυπουργός με μια ξεκάθαρη υπόσχεση ρήξης με τα μνημόνια. Ωστόσο, στη συνέχεια η κυβέρνησή του προχώρησε στην εφαρμογή ενός αυστηρού προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων και του κινδύνου της χρεοκοπίας. Η πορεία αυτή, ανεξαρτήτως πολιτικής αποτίμησης, ανέδειξε τη σύγκρουση ανάμεσα στην προεκλογική ρητορική και την κυβερνητική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομικής κρίσης.

Η πολιτική, όμως, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε επικοινωνιακούς όρους. Προϋποθέτει σταθερές αρχές, σαφείς στόχους και μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα δείχνει ότι η δημόσια σφαίρα συνεχίζει να επηρεάζεται έντονα από την εικόνα, το συναίσθημα και τη συμβολική απήχηση των προσώπων.

Από τη μία πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας, με την πολιτική διαδρομή ενός πρώην πρωθυπουργού, επιχειρεί να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό σκηνικό, αξιοποιώντας την εμπειρία διακυβέρνησης και προβάλλοντας πλέον μια πιο μετριοπαθή πολιτική εικόνα. Εκτιμά ότι ο λαός ,απορρίπτοντας τους πρωην συνεργατες του ,θα του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, θεωρώντας εαυτόν αδικημένο.

Από την άλλη πλευρά, η Μαρία Καρυστιανού αναδεικνύεται μέσα από μια εντελώς διαφορετική αφετηρία, όπου το πολιτικό στοιχείο δεν προκύπτει από θεσμικό ρόλο, αλλά από την κοινωνική και συναισθηματική απήχηση μιας τραγικής εμπειρίας που απέκτησε δημόσια διάσταση.

«Η πολιτική δεν μπορεί να ζει μόνο από πρόσωπα και σύμβολα· χρειάζεται καθαρή πρόταση διακυβέρνησης, σταθερό πολιτικό στίγμα και ευθύνη απέναντι στην κοινωνία».

Ενώ λοιπόν οι πολιτικές αφετηρίες είναι διαφορετικές, έχουν κοινό παρανομαστή τον προσωποκεντρικό χαρακτήρα των κομμάτων που ηγούνται. Και στις δύο περιπτώσεις, η πολιτική τους παρουσία φαίνεται να συνδέεται έντονα με το πρόσωπο του ηγέτη. Ευλόγως προκύπτει το ερώτημα των κοινωνικών διεργασιών που έλαβαν χώρα ώστε να δημιουργηθεί η ανάγκη εμφάνισής τους. Εκτός και αν πρόκειται για προσδοκία ενός ανεκπλήρωτου ονείρου, που είτε μια τραγωδία είτε η εκπλήρωση του πεπρωμένου το πυροδότησε.

Εν ολίγοις, το πολιτικό βάρος των προσώπων λειτουργεί ως φορέας συμβολισμών και συναισθημάτων, χωρίς όμως ξεκάθαρο ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό.

Αν τέτοιες μορφές μπορούν να μετατραπούν σε σταθερούς πολιτικούς πόλους θα κριθεί από το κατά πόσο η κοινωνία αναζητά διακυβέρνηση ή κυρίως έκφραση συναισθηματικής εκπροσώπησης.

Η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα δείχνει ότι η κοινή γνώμη διαμορφώνεται έντονα από τον τρόπο και το πλαίσιο της πληροφόρησης, κάτι που καθιστά τις δημοσκοπήσεις χρήσιμο, όχι όμως απόλυτο εργαλείο κατανόησης των τάσεων. Η δειγματοληψία, το κοινωνικό περιβάλλον και ο χρόνος διεξαγωγής μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τα αποτελέσματα, χωρίς αυτό να αναιρεί τη γενική εικόνα.

Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, ο κίνδυνος πολιτικής αστάθειας παραμένει υπαρκτός.

Η ευθύνη των κομμάτων εξουσίας είναι να προσφέρουν καθαρές προτάσεις διακυβέρνησης και όχι να αναπαράγουν λογικές εσωστρέφειας ή θεσμικής ακινησίας. Ίσως το κυβερνών κόμμα να διαμορφώνει την πολιτική στρατηγική του όχι μόνο με την ενίσχυση του εαυτού, αλλά και με την επιλογή αντιπάλου που θεωρεί διαχειρίσιμο στο εκλογικό πεδίο.

Εδώ ο Αλέξης Τσίπρας φαντάζει ιδανικότερος λόγω της φθοράς που άφησε η περίοδος διακυβέρνησής του· η επιρροή του στην κοινωνία είναι πεπερασμένη.

Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση: να μετασχηματιστεί σε μια αξιόπιστη κυβερνητική δύναμη, ικανή να απευθυνθεί σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Αυτό προϋποθέτει άνοιγμα και καθαρό πολιτικό στίγμα, πέρα από στεγανά και εσωκομματικές αγκυλώσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική ηγεσία δεν είναι απλώς διαχείριση προσώπων, αλλά σύνθεση ρόλων και ευθυνών. Ο αρχηγός ενός κόμματος οφείλει να δίνει τον συνολικό τόνο, αξιοποιώντας παράλληλα τις διαφορετικές φωνές και ικανότητες στο εσωτερικό του.

Στην πολιτική, ειδικά στο χώρο της κεντροαριστεράς, το αυτονόητο δεν αποτελεί μονόδρομο.

Θα πρέπει λοιπόν να παραχθεί ένα πειστικό και σταθερό πολιτικό αφήγημα από τον φυσικό εκφραστή της κεντροαριστεράς παράταξης, που είναι το ΠΑΣΟΚ.


Χρήστος Πετράτος

Ο Χρήστος Πετράτος είναι Χημικός Μηχανικός, απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής Βουκουρεστίου, με επαγγελματική εμπειρία στον τομέα της ασφάλειας συγκοινωνιών, της τεχνικής ασφάλειας και της σύνταξης τεχνικών εκθέσεων. Στην αρθρογραφία του προσεγγίζει δημόσια και πολιτικά ζητήματα με τεχνοκρατική ματιά, έμφαση στη θεσμική λειτουργία και καθαρό πολιτικό λόγο.

 


 

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

εισάγετε το σχόλιό σας!

Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!