Χθες βράδυ στα Μεταξάτα δεν συζητούσαν τι θα κάνουν την επόμενη ημέρα και πως θα προγραμματίσει ο κόσμος τις δουλειές του. Ρωτούσαν πότε θα ξανάρθει το νερό.
Από τις 6 περίπου το απόγευμα μέχρι τη 1.30 τα χαράματα, χωριό μέσα στη Λειβαθώ έμεινε χωρίς υδροδότηση, επειδή μια βλάβη στο ρεύμα επηρέασε τη λειτουργία της ΔΕΥΑΚ.
Μόνιμο σχεδόν το φαινόμενο, σπάνια μια βλάβη οργανισμου μένει μόνη της. Το ρεύμα παρασύρει το νερό. Το νερό παρασύρει σπίτια, καταλύματα, κουζίνες, μαγαζιά, υπηρεσίες. Εκνευρισμός, καταγγελίες, απελπισία.. αδιέξοδο.
Δεν είναι καλοκαιρινό φαινόμενο. Τον χειμώνα το ζουν οι μόνιμοι κάτοικοι του νησιού μας, οι γειτονιές, τα χωριά, οι υπηρεσίες, οι μικρές επιχειρήσεις που κρατούν το νησί ανοιχτό όταν σβήνουν τα φώτα της σεζόν. Κουτσοβολευόμαστε.
Το καλοκαίρι όμως δεν υπάρχει πια χώρος να κρυφτεί το πρόβλημα. Ο πληθυσμός ανεβαίνει, η κατανάλωση ανεβαίνει, οι ανάγκες πολλαπλασιάζονται και τα γνωστά προβλήματα βγαίνουν όλα μαζί στην επιφάνεια και τρελαίνουν τον κόσμο.
Από σήμερα, 1η Ιουλίου, μέχρι και το τέλος Αυγούστου, η Κεφαλονιά δουλεύει στο φουλ. Καταλύματα, εστιατόρια, καφέ, εμπορικά καταστήματα, δημόσιες υπηρεσίες, μεταφορές, καθαριότητα, νερό, ρεύμα, ίντερνετ. Όλα πρέπει να λειτουργούν ταυτόχρονα. Και όταν ένα κομμάτι σπάσει, η ζημιά δεν μένει στο τεχνικό δελτίο της βλάβης. Περνάει κατευθείαν στο ταμείο της επιχείρησης και στην καθημερινότητα των δημοτών και των επισκεπτών.
Ο κάτοικος δεν μπορεί να κάνει μπάνιο να πάει στη δουλειά του, το κατάλυμα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τον πελάτη, το εστιατόριο αγχώνεται για την κουζίνα του. Ο επαγγελματίας χάνει χρόνο, νεύρα και χρήμα. Ο κάτοικος χάνει την ηρεμία του.
Ρωτάς την υπηρεσία τι έγινε και παίρνεις την απάντηση: «τρέχουν τα συνεργεία».
Ναι, τρέχουνε. Και πολλές φορές τρέχουν πάνω από τις δυνάμεις τους. Αλλά δεν μπορεί ένα ολόκληρο νησί να στηρίζεται μόνο στο ποιος θα προλάβει την επόμενη βλάβη. Δεν γίνεται κάθε φορά να περιμένουμε ωρες επί ωρών τον τεχνικό, τον υδραυλικό, το συνεργείο, το φορτηγό, το μηχάνημα, για να επανέλθουν τα αυτονόητα.
Κάπου εδώ πρέπει να μπει στο τραπέζι η μεγάλη κουβέντα για τα δίκτυα.
Για το δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ, που σε πολλά σημεία δείχνει κουρασμένο και ανεπαρκές για τις ανάγκες ενός νησιού που άλλαξε.
Για τη ΔΕΥΑΚ, που πληρώνει ξανά και ξανά την αποκατάσταση βλαβών σε ένα δίκτυο που μοιάζει να καταπίνει χρόνο, χρήμα και αντοχές. Για την έλλειψη πλήρους εικόνας. Για την απουσία σύγχρονης ψηφιακής παρακολούθησης. Για τα μπαλώματα που έγιναν κανονικότητα.
Δεν είναι θέμα να δείξουμε με το δάχτυλο τον εργαζόμενο που βγήκε στον δρόμο μέσα στη ζέστη να απκαταστήσει τη βλάβη. Αυτοί κρατούν όρθιο ό,τι μπορεί να κρατηθεί όρθιο.
Το θέμα είναι πολιτικό, διοικητικό και αναπτυξιακό.
Γιατί δεν μπορεί να μιλάμε για Κεφαλονιά των δώδεκα μηνών, για ποιοτικό τουρισμό, για επενδύσεις, για νέες επιχειρήσεις, για ψηφιακή εποχή, και την ίδια ώρα να μην είμαστε βέβαιοι ότι θα έχουμε νερό, ρεύμα, ίντερνετ και καθαριότητα.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, έργα που έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και χρόνια ξεκινούν μέσα στο κατακαλόκαιρο, με 37 βαθμούς, την ώρα που το Αργοστόλι και οι βασικές περιοχές του νησιού σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της χρονιάς. Ο δημότης ταλαιπωρείται, ο επαγγελματίας πιέζεται, ο επισκέπτης απορεί και όλοι μαζί προσπαθούν να κάνουν υπομονή. Μόνο που η υπομονή δεν λύνει κανένα πρόβλημα δυστυχώς διότι κανείς δεν την εκτμά.
Οι επιχειρήσεις ζητούν να μπορούν να ανοίξουν το μαγαζί τους και να δουλέψουν. Να έχει φως. Να έχει νερό. Να έχει ίντερνετ. Να μαζεύονται τα απορρίμματα. Να μη χρειάζεται κάθε φορά να σηκώνουν τηλέφωνα, να ψάχνουν υπεύθυνους, να εξηγούν στους πελάτες ότι «υπάρχει βλάβη».
Αυτά δεν είναι πολυτέλειες. Είναι η βάση.
Και για να είμαστε δίκαιοι, δεν αφορούν μόνο τους επιχειρηματίες. Αφορούν τον ηλικιωμένο που μένει στο χωριό. Την οικογένεια που γυρίζει από τη δουλειά. Το παιδί που θέλει να κάνει μπάνιο. Τον εργαζόμενο που πρέπει να ξεκινήσει βάρδια. Τη δημόσια υπηρεσία που πρέπει να λειτουργήσει. Το νησί ολόκληρο.
Η Κεφαλονιά έχει μάθει να αντέχει. Αλλά άλλο πράγμα η αντοχή και άλλο πράγμα η εγκατάλειψη των βασικών.
Κάποτε, λοιπόν, αυτή η συζήτηση πρέπει να φύγει από το επίπεδο της αγανάκτησης και να γίνει οργανωμένο αίτημα. Με στοιχεία, χάρτες, προτεραιότητες, χρηματοδοτήσεις, πίεση προς κάθε αρμόδιο φορέα και καθαρό χρονοδιάγραμμα.
Γιατί η πραγματική ανάπτυξη δεν αρχίζει από τα μεγάλα λόγια.
Αρχίζει από τη βρύση που ανοίγει.
Από το φως που δεν κόβεται.
Από το ίντερνετ που δουλεύει.
Από τον δρόμο που καθαρίζεται.
Από το νησί που μπορεί να λειτουργεί χωρίς να ζει διαρκώς με τον φόβο της επόμενης βλάβης.
Και αυτό, πια, δεν είναι γκρίνια.
Είναι το ελάχιστο που δικαιούται η Κεφαλονιά.

