Ο Δημήτρης Κεκάτος παρουσιάζει σήμερα ένα άρθρο του κοινωνιολόγου και ερευνητή Ανδρέα Μπάμπη, το οποίο συμβάλει στη συζήτηση για την κοινωνική πολιτική, τις δημόσιες υπηρεσίες και την προστασία των ευάλωτων πολιτών στην Κεφαλονιά.
Η συνάντηση στο εργοτάξιο
Πριν από λίγες ημέρες, αναφέρει ο Δημήτρης Κεκάτος , κατά τη διάρκεια μιας επίβλεψης σε εργοτάξιο, είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Ανδρέα Μπάμπη, έναν νέο άνθρωπο που εργάζεται στα καλούπια μαζί με τον θείο του. Παράλληλα, είναι κοινωνιολόγος – ερευνητής με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ποιοτική Έρευνα.
Η κουβέντα μας δεν περιορίστηκε στην κατασκευή. Συζητήσαμε για την Κεφαλονιά, την τουριστική ανάπτυξη και την κοινωνική πολιτική. Λίγες ημέρες αργότερα μου έστειλε το κείμενο που ακολουθεί.
Το δημοσιεύω, με τη δική του άδεια και με το όνομά του, γιατί θεωρώ ότι θέτει προβληματισμούς που αξίζει να διαβαστούν και να συζητηθούν. Προσωπικά συμφωνώ με τη βασική του θέση: ότι η ανάπτυξη ενός τόπου δεν αποτυπώνεται μόνο από την πορεία του τουριστικού κλάδου ή τους οικονομικούς δείκτες, αλλά και από το κατά πόσο στηρίζει τους μόνιμους κατοίκους του, ιδιαίτερα τους πιο ευάλωτους.
Ακολουθεί το άρθρο του Ανδρέα Μπάμπη
Η Κεφαλονιά δεν είναι μόνο οι επισκέπτες της
Κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου, η δημόσια συζήτηση στην Κεφαλονιά επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στον τουρισμό. Πρόκειται για μια εύλογη εξέλιξη, καθώς ο τουριστικός τομέας αποτελεί τον βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας και συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη του νησιού. Ωστόσο, η κυριαρχία αυτού του αφηγήματος συχνά επισκιάζει μια εξίσου σημαντική διάσταση της τοπικής πραγματικότητας: την καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων και ιδιαίτερα των πολιτών που βρίσκονται σε συνθήκες κοινωνικής ευαλωτότητας.
Η ανάπτυξη χρειάζεται κοινωνικούς δείκτες
Η τοπική κοινωνία δεν συγκροτείται μόνο από τους επισκέπτες της. Αντίθετα, θεμελιώνεται στους ανθρώπους που ζουν, εργάζονται, δημιουργούν και μεγαλώνουν τις οικογένειές τους στην Κεφαλονιά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Οι κοινωνικές ανάγκες τους δεν αναστέλλονται κατά τη θερινή περίοδο ούτε περιορίζονται από τη δυναμική της τουριστικής ανάπτυξης. Επομένως, η βιώσιμη ανάπτυξη ενός τόπου δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με οικονομικούς δείκτες, αλλά οφείλει να περιλαμβάνει και δείκτες κοινωνικής ευημερίας, κοινωνικής συνοχής και ποιότητας ζωής.
Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που, αν και δεν είναι αόρατες, παραμένουν συχνά στο περιθώριο του δημόσιου διαλόγου. Άτομα που αντιμετωπίζουν τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την ενδοοικογενειακή βία, τις εξαρτήσεις, τις ψυχικές δυσκολίες ή άλλες μορφές κοινωνικής ευαλωτότητας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της τοπικής κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σπάνια αποκτούν την προβολή και την πολιτική προτεραιότητα που απαιτείται.
Η περιορισμένη ανάδειξη αυτών των θεμάτων δεν συνεπάγεται την απουσία τους. Αντιθέτως, η σιωπή γύρω από αυτά ενδέχεται να ενισχύει την κοινωνική αδιαφορία, να μειώνει την ευαισθητοποίηση των πολιτών και να αποδυναμώνει την κοινωνική συνοχή. Άλλωστε, μια κοινωνία δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο παράγει οικονομικό πλούτο, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύει τα πιο ευάλωτα μέλη της.
Ο κρίσιμος ρόλος των κοινωνικών υπηρεσιών
Καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση αυτών των κοινωνικών ζητημάτων διαδραματίζουν οι κοινωνικές υπηρεσίες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα Κέντρα Κοινότητας, το ΚΕΘΕΑ, το Τμήμα Πρόνοιας, Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Προστασίας, η ΜΕΤΑΒΑΣΗ και το Συμβουλευτικό Κέντρο Κεφαλονιάς αποτελούν βασικούς θεσμούς κοινωνικής προστασίας. Μέσα από τη χαρτογράφηση των κοινωνικών αναγκών, την υποστήριξη ευπαθών ομάδων, τη συμβουλευτική, την ψυχοκοινωνική παρέμβαση και τη διασύνδεση των πολιτών με υπηρεσίες και επιδόματα, συμβάλλουν ουσιαστικά στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και στην ενίσχυση της κοινωνικής ένταξης.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των υπηρεσιών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επιστημονική κατάρτιση και την επαγγελματική αφοσίωση των εργαζομένων τους. Αντίθετα, αποτελεί προϊόν ενός σύνθετου πλέγματος οργανωσιακών, διοικητικών, πολιτικών και θεσμικών παραγόντων. Η υποστελέχωση, η έλλειψη διοικητικού προσωπικού, η περιορισμένη χρηματοδότηση, η ανεπαρκής υλικοτεχνική υποδομή, αλλά και η υπέρμετρη ενασχόληση των επιστημόνων με χρονοβόρες επιδοματικές και γραφειοκρατικές διαδικασίες περιορίζουν σημαντικά τη δυνατότητά τους να ασκήσουν ουσιαστικό κοινωνικό έργο.
Υποστελέχωση και γραφειοκρατία
Στην πράξη, ένα σημαντικό μέρος του εργασιακού χρόνου των κοινωνικών λειτουργών, των ψυχολόγων και των υπόλοιπων επιστημόνων αφιερώνεται στη διεκπεραίωση διοικητικών διαδικασιών, εις βάρος της πρόληψης, της κοινοτικής παρέμβασης, της συμβουλευτικής και της εξατομικευμένης υποστήριξης των πολιτών. Η μετατόπιση αυτή δεν επηρεάζει μόνο την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, αλλά περιορίζει και τη δυνατότητα ανάπτυξης ολοκληρωμένων πολιτικών κοινωνικής προστασίας.
Αναγκαία η συνεργασία των δομών
Εξίσου κρίσιμος παράγοντας αποτελεί η διατομεακή συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών δομών. Η αποτελεσματική δικτύωση, η ανταλλαγή πληροφοριών, ο συντονισμός των παρεμβάσεων και η ανάπτυξη κοινών στρατηγικών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση σύνθετων κοινωνικών προβλημάτων. Χωρίς ένα σταθερό πλαίσιο συνεργασίας, ακόμη και οι πλέον αποτελεσματικές υπηρεσίες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις.
Η ευθύνη του κράτους και της Αυτοδιοίκησης
Οι προκλήσεις αυτές δεν αποτελούν αποκλειστική ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αντίθετα, συνδέονται άμεσα με τον τρόπο οργάνωσης του κράτους πρόνοιας και με τις δημόσιες πολιτικές που εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, οι τοπικές αρχές μπορούν και οφείλουν να διαδραματίσουν έναν πιο ενεργό διεκδικητικό ρόλο, αναδεικνύοντας τις πραγματικές ανάγκες των κοινωνικών υπηρεσιών και διεκδικώντας περισσότερους οικονομικούς πόρους, ανθρώπινο δυναμικό και θεσμική ενίσχυση.
Η κοινωνική πολιτική δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα ούτε μπορεί να περιορίζεται σε μια διαχειριστική λογική επιδομάτων. Αντιθέτως, συνιστά βασικό πυλώνα της τοπικής ανάπτυξης και της δημοκρατικής λειτουργίας μιας κοινωνίας. Μια Κεφαλονιά που επιδιώκει να αναπτύσσεται βιώσιμα δεν αρκεί να είναι ελκυστικός προορισμός για τους επισκέπτες της. Οφείλει, πρωτίστως, να αποτελεί έναν τόπο που διασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, ίσες ευκαιρίες και ουσιαστική κοινωνική προστασία για όλους τους κατοίκους της.
Το πραγματικό μέτρο της προόδου
Η πραγματική πρόοδος ενός τόπου δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των αφίξεων ή στα οικονομικά μεγέθη της τουριστικής περιόδου. Αποτυπώνεται, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο η τοπική κοινωνία φροντίζει τους ανθρώπους της, στηρίζει τους πιο ευάλωτους και επενδύει στη συνοχή, την αλληλεγγύη και την κοινωνική δικαιοσύνη. Εκεί βρίσκεται, τελικά, το ουσιαστικό μέτρο της ανάπτυξης.
Άρθρο του κοινωνιολόγου – ερευνητή Ανδρέα Μπάμπη, το οποίο δημοσιοποιήθηκε από τον Δημήτρη Κεκάτο με την άδεια του συντάκτη.

