Η ιστορική μνήμη δεν αφορά μόνο όσα χάθηκαν στο παρελθόν. Αφορά και τις επιλογές που γίνονται σήμερα και θα κριθούν αύριο. Με αφορμή την πλήρη καθαίρεση παλιών πεζοδρομίων στη λεωφόρο Βεργωτή, ο Χρήστος Πετράτος θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: μπορεί μια πόλη να εκσυγχρονίζεται χωρίς να διαγράφει τα ίχνη της ιστορίας της;
Άρθρο Γνώμης Χρήστου Πετράτου
Γενικά, η ιστορική καταγραφή γεγονότων δεν γίνεται απλώς για να θυμόμαστε το παρελθόν. Βοηθά μια κοινωνία να κατανοεί την πορεία της, να εξελίσσεται και, κυρίως, να διδάσκεται ώστε να μην επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη.
Το περίφημο «Ρολόι» του Πειραιά αποτελεί ίσως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το ιστορικό κτίριο του 19ου αιώνα, που είχε στεγάσει και το Δημαρχείο της πόλης, κατεδαφίστηκε το 1968, επί δημαρχίας Αριστείδη Σκυλίτση, μέσα στη δικτατορία. Για την εποχή του είχε καταστεί σύμβολο του Πειραιά.
Πέρασαν σχεδόν έξι δεκαετίες και ακόμη γίνεται αναφορά στην κατεδάφισή του ως μία από τις μεγαλύτερες απώλειες της πόλης, μια καταστροφή που έγινε στο όνομα του «εκσυγχρονισμού».
Κανείς σήμερα δεν μπορεί να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να αποκαταστήσει το Ρολόι.
Μπορούμε, όμως, να διδαχθούμε από αυτό. Και ίσως αυτό ακριβώς είναι το νόημα της ιστορικής μνήμης.
Από το Ρολόι του Πειραιά στα πεζοδρόμια της Βεργωτή
Στο Αργοστόλι δεν ζούμε, φυσικά, μια καταστροφή αντίστοιχου μεγέθους.
Γινόμαστε, όμως, μάρτυρες μιας μικρότερης, αλλά όχι αδιάφορης απώλειας.
Στη λεωφόρο Βεργωτή η Δημοτική Αρχή προχώρησε στην πλήρη καθαίρεση ενός παλιού πεζοδρομίου, προκειμένου να κατασκευαστεί η νέα διαμόρφωση και η χαρακτηριστική όδευση τυφλών.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή: Το ζήτημα δεν είναι η προσβασιμότητα.
Η όδευση τυφλών είναι απαραίτητο στοιχείο των σύγχρονων αναπλάσεων και η ανάγκη δημιουργίας ασφαλών και προσβάσιμων δημόσιων χώρων δεν μπορεί και δεν πρέπει να αμφισβητείται.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό: Εξαντλήθηκαν πραγματικά όλες οι τεχνικές λύσεις πριν αποφασιστεί η πλήρης καθαίρεση ενός στοιχείου του παλιού Αργοστολιού;
Γιατί ο εκσυγχρονισμός δεν θα έπρεπε να είναι συνώνυμος της ισοπέδωσης.
Δεν ήταν απλώς ένα πεζοδρόμιο

Όποιος γνωρίζει την ιστορία αυτών των πεζοδρομίων αντιλαμβάνεται ότι δεν επρόκειτο για μια τυχαία κατασκευή.
Στο βιβλίο του πρώην δημάρχου Αργοστολίου Αλέκου Καλαφάτη, «Η πόλις (μου)», υπάρχει μια ιδιαίτερα γλαφυρή και λεπτομερής αναφορά στον τρόπο με τον οποίο κατασκευάστηκαν τα πεζοδρόμια της πόλης.
Το 1984, μέσα από προγράμματα μαθητείας του ΟΑΕΔ, δρομολογήθηκε η ανάπλαση της παραλιακής ζώνης και των πεζοδρομίων της Βεργωτή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αξία τους.
Δεν ήταν απλώς μια εργολαβία.
Ήταν ένα έργο στο οποίο η τεχνογνωσία μεταδιδόταν από τους παλιούς τεχνίτες στους νεότερους.
Παραδοσιακοί Κεφαλλονίτες μάστορες ανέλαβαν ουσιαστικά τον ρόλο των δασκάλων.
Πελεκητές ήταν ο Δημήτρης Τζάκης, γνωστός ως «Μπουζάς», και ο Διονύσης Μεσολωράς, ο «Πικραμένος», ενώ στο έργο των βοτσαλωτών συμμετείχε ο Νίκος Κωνσταντίου από την Αθήνα.
Και τα υλικά δεν ήταν τυχαία.
Πέτρα από την Αγία Ευφημία για τους πετράδες.
Πέτρα Φάλαρης για τους πλακαδάδες.
Βότσαλα από την ακτή της Αγίας Παρασκευής στη Σάμη και αργότερα από την παραλία του Πόρου για τους βοτσαλάδες.
Οι ογκόλιθοι μεταφέρονταν στο μαρμαράδικο του Ηλία Μενάγια στα Λυκιαρδοπουλάτα, όπου σχηματοποιούνταν σε πλάκες.
Και τα αναρίθμητα κομμάτια που προέκυπταν από το σχίσιμο των βράχων δεν πετιούνταν.
Χρησιμοποιούνταν στη μαθητεία της σχολής των πλακαδάδων και στη συνέχεια αξιοποιούνταν για την επίστρωση κοινόχρηστων χώρων του Δήμου.
Αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνική περιγραφή.
Είναι η ιστορία ενός τρόπου δουλειάς.
Είναι η ιστορία ανθρώπων που έμαθαν μια τέχνη και τη μετέδωσαν.
Είναι η ιστορία των τοπικών υλικών.
Είναι, τελικά, ένα μικρό κομμάτι της ταυτότητας του Αργοστολίου.
Η αξία δεν μετριέται μόνο σε τετραγωνικά μέτρα
Ίσως κάποιος πει ότι τα συγκεκριμένα πεζοδρόμια δεν ήταν κατασκευαστικά τέλεια.
Πιθανότατα να υπήρχαν τεχνικές ατέλειες.
Αλλά η αξία τους δεν βρισκόταν μόνο στην κατασκευαστική τους αρτιότητα.
Βρισκόταν στο γεγονός ότι κατασκευάστηκαν από κεφαλλονίτικα χέρια, με κεφαλλονίτικα υλικά και με μια τεχνογνωσία που πέρασε από γενιά σε γενιά.
Κάθε τέτοιο στοιχείο μιας πόλης δεν είναι απαραίτητα «μνημείο».
Δεν χρειάζεται να έχει πινακίδα και ημερομηνία για να αποτελεί μέρος της ιστορικής μνήμης της.
Μερικές φορές η ταυτότητα μιας πόλης βρίσκεται ακριβώς σε αυτά τα μικρά πράγματα που συνηθίζουμε να προσπερνάμε.
Σε ένα παλιό λιθόστρωτο. Σε ένα βοτσαλωτό. Σε μια πέτρα που την τοποθέτησε ένας μάστορας πριν από σαράντα χρόνια. Σε έναν τρόπο κατασκευής που σήμερα ίσως δεν υπάρχει πια.
Και όταν αυτά χαθούν, δεν αντικαθίστανται πάντοτε με κάτι ισάξιο.
Αντικαθίστανται με κάτι καινούργιο.
Ο εκσυγχρονισμός δεν πρέπει να διαγράφει τη μνήμη

Η πόλη πρέπει να εκσυγχρονίζεται. Πρέπει να γίνεται προσβάσιμη.
Πρέπει να εξυπηρετεί τους ανθρώπους με αναπηρία και να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες.
Αλλά η πραγματική πρόκληση μιας σύγχρονης πόλης δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην προσβασιμότητα και την ιστορική της ταυτότητα.
Είναι να μπορέσει να συνδυάσει και τα δύο.
Και αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που τίθεται σήμερα στη Βεργωτή:
Ήταν πράγματι αναγκαίο να ξηλωθεί ολόκληρο το παλιό πεζοδρόμιο ή υπήρχε τεχνική λύση που θα επέτρεπε να διατηρηθεί, έστω και τμηματικά, ένα κομμάτι του;
Αν υπήρχε και δεν εξετάστηκε επαρκώς, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική επιλογή. Πρόκειται για μια επιλογή αντίληψης.
Γιατί ο εκσυγχρονισμός μιας πόλης δεν κρίνεται μόνο από το πόσο καινούργιο θα αφήσει πίσω του. Κρίνεται και από το πόσα από τα παλιά θα καταφέρει να διασώσει.
Το Αργοστόλι έχει ήδη χάσει πολλά.
Ας μην αποκτήσουμε, χρόνια αργότερα, ακόμη ένα «Ρολόι» για το οποίο θα λέμε: «Ήταν ένα κομμάτι της πόλης μας. Αλλά τότε θεωρήθηκε πως έπρεπε να ξηλωθεί για χάρη του εκσυγχρονισμού».
Χρήστος Πετράτος
Πηγές:
Αλέκος Καλαφάτης, «Η πόλις (μου)».
Σχετικά με τον συγγραφέα
Ο Χρήστος Πετράτος είναι Χημικός Μηχανικός, απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής Βουκουρεστίου, με επαγγελματική εμπειρία στους τομείς της ασφάλειας των συγκοινωνιών, της τεχνικής ασφάλειας και της σύνταξης εξειδικευμένων τεχνικών εκθέσεων. Μέσα από την αρθρογραφία του προσεγγίζει τα δημόσια και πολιτικά ζητήματα με τεχνοκρατική ματιά, δίνοντας έμφαση στη θεσμική λειτουργία και τον καθαρό πολιτικό λόγο.


