Το μεγάλο ζητούμενο για τον Δήμο Αργοστολίου παραμένει ο πολιτισμός και, κυρίως, η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας της πρωτεύουσας του Δήμου.
Το Αργοστόλι που γνωρίζουμε σήμερα ελάχιστη σχέση έχει με την πόλη που υπήρχε πριν από τους σεισμούς του 1953. Μέσα σε λίγες ημέρες χάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά ένας ολόκληρος αστικός κόσμος και μαζί του ένα μεγάλο μέρος της αρχιτεκτονικής, της κοινωνικής ζωής και της πολιτιστικής μνήμης της Κεφαλονιάς.
Αρκεί να σκεφτούμε το Φισκάρδο. Σήμερα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς του νησιού και αυτό ασφαλώς δεν είναι τυχαίο. Ο επισκέπτης περπατά μέσα σε έναν οικισμό που διατήρησε μεγάλο μέρος της προσεισμικής αρχιτεκτονικής του και αποκτά, έστω σε μικρή κλίμακα, μια εικόνα της Κεφαλονιάς πριν από το 1953.
Φανταστείτε, λοιπόν, ποια θα ήταν σήμερα η δυναμική του Αργοστολίου εάν είχε διασωθεί η πυκνή αστική, επτανησιακή αρχιτεκτονική του: τα διώροφα και τριώροφα σπίτια, τα νεοκλασικά και τα αρχοντικά, οι μεγάλες ξύλινες πόρτες και τα παράθυρα, οι χρωματιστές προσόψεις και τα περίτεχνα μπαλκόνια. Μαζί τους οι στενοί δρόμοι, τα εμπορικά καταστήματα, οι πλατείες, τα δημόσια κτίρια και μια παραλιακή ζώνη εντελώς διαφορετική από τη σημερινή.

Εκείνο το Αργοστόλι χάθηκε. Το ερώτημα είναι τι κάναμε εμείς με τη μνήμη του.
Μια πόλη που δεν κατάφερε να αφηγηθεί την ιστορία της
Ούτε η σημερινή ούτε οι προηγούμενες δημοτικές αρχές κατάφεραν, κατά τη γνώμη μου, να δημιουργήσουν μια ουσιαστική σύνδεση της σύγχρονης πόλης με την ιστορική της ταυτότητα.
Ο πολιτισμός δεν μπορεί να εξαντλείται σε συναυλίες, εκδηλώσεις, μεμονωμένα πολιτιστικά γεγονότα και αδελφοποιήσεις με άλλες πόλεις. Όλα αυτά έχουν τη θέση τους. Χωρίς όμως ένα ευρύτερο πολιτιστικό αφήγημα παραμένουν αποσπασματικές δράσεις.
Μια πόλη πρέπει να μπορεί να αφηγείται την ιστορία της.
Ο επισκέπτης που φτάνει σήμερα στο Αργοστόλι δύσκολα αντιλαμβάνεται ότι περπατά πάνω στα ίχνη μιας πόλης με ιστορία αιώνων. Δεν γνωρίζει τι υπήρχε πριν από τους σεισμούς, πώς ήταν οι δρόμοι, τα σπίτια, οι πλατείες και τα δημόσια κτίρια. Ακόμη περισσότερο, δεν του δίνεται ουσιαστικά η δυνατότητα να καταλάβει τι συνέβη τον Αύγουστο του 1953 και πώς μέσα από τα ερείπια εκείνης της καταστροφής γεννήθηκε το σημερινό Αργοστόλι.
Κι όμως, ο σύγχρονος ταξιδιώτης αναζητά όλο και περισσότερο αυτήν ακριβώς την αυθεντικότητα. Θέλει να δοκιμάσει την κουζίνα ενός τόπου, να ακούσει τη μουσική του, να γνωρίσει τα έθιμα και τους ανθρώπους του, αλλά και να μάθει την ιστορία του.
Το Αργοστόλι έχει μια συγκλονιστική ιστορία να διηγηθεί. Το θέμα είναι να βρει τον τρόπο να τη διηγηθεί.
Ένα σύγχρονο «Ήχος και Φως» για τη χαμένη πόλη
Στη Ρόδο, ήδη από το 1961, το περίφημο «Ήχος και Φως» αποτέλεσε για την εποχή του μια πρωτοποριακή μορφή οπτικοακουστικής παρουσίασης της τοπικής ιστορίας. Η αφήγηση, ο φωτισμός και ο ήχος έδιναν στον θεατή την αίσθηση ότι η ιστορία ζωντάνευε μπροστά του.
Γιατί να μην αποκτήσει το Αργοστόλι κάτι αντίστοιχο, προσαρμοσμένο όμως στη δική του ιστορία και στις δυνατότητες της σημερινής τεχνολογίας;
Δεν μιλάμε για αντιγραφή του «Ήχος και Φως» της Ρόδου. Μιλάμε για τη δημιουργία ενός νέου πολιτιστικού προϊόντος, με πρωταγωνίστρια την ίδια την πόλη.
Ο Κήπος του Νάπιερ και ειδικότερα ο χώρος γύρω από το κιόσκι θα μπορούσε, για παράδειγμα, να φιλοξενήσει τους καλοκαιρινούς μήνες μια μικρή υπαίθρια οπτικοακουστική εγκατάσταση. Με σύγχρονα μέσα προβολής, κατάλληλο φωτισμό και ήχο, αλλά κυρίως με τη συνεργασία ανθρώπων που γνωρίζουν καλά την ιστορία του Αργοστολίου, θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια αφήγηση διάρκειας 20 ή 30 λεπτών.
Να ξεκινά από την προσεισμική πόλη, χρησιμοποιώντας φωτογραφίες κτιρίων, δρόμων, καταστημάτων και ανθρώπων. Να φτάνει στον Αύγουστο του 1953 και στην καταστροφή και, από εκεί, να περνά στην ανοικοδόμηση και στη σταδιακή διαμόρφωση του σημερινού Αργοστολίου.
Όχι ως ένα ακόμη τουριστικό θέαμα, αλλά ως μια προσπάθεια να αφηγηθούμε την ψυχή μιας πόλης που χάθηκε και ξαναγεννήθηκε με διαφορετική μορφή.
Μια τέτοια παρουσίαση θα μπορούσε να πραγματοποιείται τακτικά από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο, δίνοντας παράλληλα στον επισκέπτη έναν επιπλέον λόγο να παραμείνει στο Αργοστόλι και μετά τη δύση του ήλιου. Με την αιγίδα του Δήμου, ελληνική και αγγλική εκδοχή και ενδεχομένως περισσότερες γλώσσες, θα μπορούσε ακόμη να λειτουργεί με ένα χαμηλό, συμβολικό εισιτήριο ώστε να καλύπτεται μέρος του λειτουργικού κόστους.
Και ασφαλώς δεν θα απευθυνόταν μόνο στους τουρίστες. Θα ήταν εξίσου σημαντικό να το παρακολουθούν οι νεότερες γενιές των Αργοστολιωτών, πολλοί από τους οποίους γνωρίζουν ελάχιστα για την πόλη που υπήρχε πριν από εκείνη στην οποία μεγάλωσαν.
Να επιστρέψει η ιστορία στους δρόμους
Η προσπάθεια, όμως, δεν χρειάζεται να σταματήσει στον Κήπο του Νάπιερ.
Σε επιλεγμένα σημεία του Αργοστολίου θα μπορούσαν να τοποθετηθούν καλαίσθητα πληροφοριακά πάνελ με μεγάλες προσεισμικές φωτογραφίες. Ο περαστικός θα είχε έτσι τη δυνατότητα να βλέπει το παρελθόν ακριβώς στο σημείο όπου αυτό υπήρξε.

Στη σημερινή Ρόκκου Βεργωτή θα μπορούσε να δει πώς ήταν η περιοχή πριν από το 1953 και να μάθει ότι στην παλιά οδό Θεάτρου βρισκόταν το Δημοτικό Θέατρο «Κέφαλος». Σε άλλα σημεία θα μπορούσε να γνωρίσει την προσεισμική Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, το παλιό Δικαστικό Μέγαρο ή σημαντικά νεοκλασικά κτίρια της πόλης, όπως εκείνα της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος. Στην παραλιακή θα μπορούσε να βλέπει πώς έμοιαζε το παλιό μέτωπο της πόλης και στις πλατείες ποια κτίρια βρίσκονταν κάποτε στη θέση των σημερινών.
Έτσι θα δημιουργούνταν σταδιακά μια πραγματική διαδρομή μνήμης μέσα στο σύγχρονο Αργοστόλι. Όχι ένα ακόμη αξιοθέατο αποκομμένο από την πόλη, αλλά μια ιστορική διαδρομή που θα ακολουθεί ο κάτοικος ή ο επισκέπτης περπατώντας.
Η τεχνολογία μάς δίνει σήμερα δυνατότητες που πριν από μερικές δεκαετίες θα έμοιαζαν αδιανόητες. Παλιές φωτογραφίες μπορούν να ζωντανέψουν ψηφιακά, κτίρια που δεν υπάρχουν πλέον να αναπαρασταθούν τρισδιάστατα και το αρχειακό υλικό να συνδυαστεί με ήχο, μαρτυρίες και αφήγηση.
Κυρίως, όμως, υπάρχει το υλικό. Η Κοργιαλένειος Βιβλιοθήκη και το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο διαθέτουν σημαντικά φωτογραφικά και ιστορικά αρχεία, μέσα από τα οποία μπορεί κανείς να δει την Κεφαλονιά και το Αργοστόλι πριν από τους σεισμούς. Υπάρχει και το βιβλίο της Μαρίας Μαρκάτου – Αλυσανδράτου «Ιστορικός περίπατος στο προσεισμικό Λιθόστρωτο».
Δεν μπορούμε να ξαναχτίσουμε την πόλη που χάθηκε το 1953.
Μπορούμε όμως να την ξαναφέρουμε στη συλλογική μας μνήμη και να δώσουμε στους κατοίκους και στους επισκέπτες την ευκαιρία να γνωρίσουν την πόλη που υπήρχε πριν από αυτήν που βλέπουμε σήμερα.
Ένα «Ήχος και Φως – Η χαμένη πόλη του Αργοστολίου», μαζί με μια οργανωμένη διαδρομή μνήμης στους δρόμους, θα μπορούσε να γίνει κάτι περισσότερο από μία ακόμη πολιτιστική εκδήλωση. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σταθερό σημείο αναφοράς για την πόλη.
Γιατί η ταυτότητα μιας πόλης δεν δημιουργείται μόνο με καινούργια έργα. Χτίζεται και πάνω στη μνήμη της.
Και ίσως, πριν αναζητήσουμε το Αργοστόλι του μέλλοντος, αξίζει να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να γνωρίσουν λίγο καλύτερα το Αργοστόλι που χάσαμε.
Χρήστος Πετράτος
Σχετικά με τον συγγραφέα
Ο Χρήστος Πετράτος είναι Χημικός Μηχανικός, απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής Βουκουρεστίου, με επαγγελματική εμπειρία στους τομείς της ασφάλειας των συγκοινωνιών, της τεχνικής ασφάλειας και της σύνταξης εξειδικευμένων τεχνικών εκθέσεων. Μέσα από την αρθρογραφία του προσεγγίζει τα δημόσια και πολιτικά ζητήματα με τεχνοκρατική ματιά, δίνοντας έμφαση στη θεσμική λειτουργία και τον καθαρό πολιτικό λόγο.

