Εν ολίγοις

  • Οι δήμοι της Κεφαλονιάς και Ιθάκης, η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων δίνουν οικονομικά κίνητρα για να προσελκύσουν γιατρούς.
  • Όμως οι γιατροί ζητούν αξιοπρεπείς μισθούς ,θεσμική κατοχύρωση, ασφαλές εργασιακό περιβάλλον και οργανωμένα νοσοκομεία.
  • Η κατάσταση στο Νοσοκομείο Κεφαλονιάς δείχνει ότι το πρόβλημα δεν λύνεται με τοπικά «μπαλώματα».
  • Η ευθύνη επιστρέφει στο Υπουργείο Υγείας: χωρίς αξιοπρεπείς μισθούς και ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τα νησιά, οι προκηρύξεις θα συνεχίσουν να μένουν άγονες.

Η Κεφαλονιά δεν έχει πρόβλημα Νοσοκομειακών γιατρών επειδή οι δήμοι της δεν προσπαθούν. Έχει πρόβλημα επειδή οι δήμοι προσπαθούν να καλύψουν, με τοπικά επιδόματα και λύσεις ανάγκης, ένα κενό που είναι βαθιά κρατικό, θεσμικό και πολιτικό.

Τα οικονομικά κίνητρα- αν και περιορισμένα σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες- υπάρχουν. Ο Δήμος Αργοστολίου, με την απόφαση 222/2021, έχει εγκρίνει για τέσσερις γιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας οικονομική ενίσχυση 200 ευρώ τον μήνα για σίτιση και 300 ευρώ τον μήνα για στέγαση, για δύο χρόνια, με δυνατότητα παράτασης για έναν ακόμη χρόνο. Η ίδια απόφαση προβλέπει και πρόσθετες διευκολύνσεις για τις οικογένειες των γιατρών, όπως παιδικούς σταθμούς, δημοτικές δραστηριότητες και πρόσβαση στον δημοτικό κινηματογράφο.

Ο Δήμος Σάμης δίνει 500 ευρώ μηνιαίως σε τέσσερις νεοδιοριζόμενους γιατρούς στο Νοσοκομείο Αργοστολίου, 500 ευρώ σε κάθε νεοδιοριζόμενο γιατρό στο Κέντρο Υγείας Σάμης και 500 ευρώ σε τέσσερις αγροτικούς γιατρούς του Κέντρου Υγείας Σάμης.

Ο Δήμος Ληξουρίου έχει θεσπίσει, από τον Απρίλιο του 2023, μηνιαίο κίνητρο 1.000 ευρώ και κάλυψη ενοικίου για γιατρό που θα υπηρετήσει στο Γενικό Νοσοκομείο Ληξουρίου «Μαντζαβινάτειο».

Ο Δήμος Ιθάκης προσφέρει δωρεάν στέγαση σε επιπλωμένο διαμέρισμα για γιατρούς που θα εργαστούν στο Κέντρο Υγείας του νησιού.

Ασαφής —και πολιτικά προβληματική— παραμένει η εικόνα με τα κίνητρα της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων για τους αγροτικούς γιατρούς. Η απόφαση 3-2/30-01-2026 αναγνωρίζει ότι με προηγούμενη απόφαση του 2024 το επίδομα σίτισης–στέγασης είχε αυξηθεί στα 450 ευρώ για το σύνολο των επικουρικών, αγροτικών και ιατρών ΠΕΔΥ που υπηρετούν στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων. Στη νέα διατύπωση του 2026, όμως, οι αγροτικοί γιατροί δεν περιλαμβάνονται πλέον ρητά στους δικαιούχους. Το επίδομα αυξάνεται στα 500 ευρώ, αλλά αφορά τους επικουρικούς ιατρούς και τους ιατρούς ΠΕΔΥ, αφήνοντας εκτός —ή τουλάχιστον σε καθεστώς πλήρους ασάφειας— τους αγροτικούς γιατρούς.

Αυτό ακριβώς καταγγέλλουν τόσο παρατάξεις της αντιπολίτευσης στο Περιφερειακό Συμβούλιο όσο και αγροτικοί γιατροί των Ιονίων Νήσων: ότι ένα κίνητρο που υπήρχε και λειτουργούσε ως στήριξη απέναντι στο υψηλό κόστος ζωής των νησιών, ουσιαστικά αφαιρέθηκε ή πάγωσε από 1η Φεβρουαρίου 2026, χωρίς καθαρή θεσμική εξήγηση. Σε ένα περιβάλλον όπου οι αγροτικοί γιατροί αποτελούν κρίσιμο κρίκο για τα Κέντρα Υγείας, τα Περιφερειακά Ιατρεία και ακόμη και τα Νοσοκομεία των νησιών, αυτή η ασάφεια δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μέρος του ίδιου προβλήματος: η Υγεία στα νησιά αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές αποφάσεις, διορθώσεις, εξαιρέσεις και καθυστερήσεις, ενώ απαιτείται καθαρό, μόνιμο και γενναίο πλαίσιο κινήτρων.

Γιατί παρά τα κίνητρα, οι γιατροί δεν έρχονται εύκολα ή δεν μένουν;

Γιατί το ερώτημα δεν είναι πια μόνο πόσα χρήματα δίνει ένας δήμος ή μια Περιφέρεια. Το ερώτημα είναι τι βρίσκει ο γιατρός όταν φτάσει στο νησί. Βρίσκει ομάδα; Βρίσκει εξοπλισμό; Βρίσκει επιστημονική υποστήριξη; Βρίσκει διοίκηση που διεκδικεί και δεν ωραιοποιεί; Βρίσκει προοπτική εξέλιξης μέσα στο ΕΣΥ; Ή βρίσκει ένα σύστημα που τον περιμένει για να τον βάλει αμέσως στην πρώτη γραμμή μιας εξουθενωτικής καθημερινότητας;

Ένας γιατρός δεν μετακινείται μόνο για ένα επίδομα. Μετακινείται για να μπορεί να εργαστεί με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και προοπτική.

Η χθεσινή (23/4) δημόσια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του μοναδικού γαστρεντερολόγου  του Νοσοκομείου Κεφαλονιάς Βύρωνα Λυκιαρδόπουλου, με τη λέξη «Οξυγόνο», περιγράφει με ωμό τρόπο την πραγματικότητα: το Νοσοκομείο Κεφαλονιάς κρατιέται όρθιο από το φιλότιμο των λίγων.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει, κρίσιμες ειδικότητες λειτουργούν με ελάχιστους γιατρούς. Υπάρχει ένας παθολόγος, μία πνευμονολόγος, ένας ουρολόγος, μία νευρολόγος, μία οφθαλμίατρος, ένας γαστρεντερολόγος, δύο αναισθησιολόγοι, δύο νεφρολόγοι, δύο μικροβιολόγοι, δύο χειρουργοί σε παράταση σύνταξης, τρεις καρδιολόγοι, τρεις ορθοπαιδικοί και τρεις ακτινολόγοι.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αριθμητικό. Είναι λειτουργικό. Γιατροί καλύπτουν παραπάνω εφημερίες, πολλές φορές χωρίς να πληρώνονται όλες, χωρίς να παίρνουν τα νόμιμα ρεπό, χωρίς πραγματικό περιθώριο ανάπαυσης. Στις μονοπρόσωπες ειδικότητες η ευθύνη δεν σταματά όταν τελειώνει το πρόγραμμα. Αν ο γιατρός βρίσκεται στο νησί, καλείται να βοηθήσει.

Αυτή δεν είναι κανονικότητα. Είναι σιωπηρή κατάρρευση με ανθρώπινο πρόσωπο.

Το πιο ανησυχητικό σημείο της ανάρτησης του κ. Λυκιαρδόπουλου είναι η περιγραφή της καθημερινότητας στα Επείγοντα και στην Παθολογική Κλινική. Όταν ένας παθολόγος υποχρεώνεται να καλύπτει ταυτόχρονα ΤΕΠ και κλινική, διαχειριζόμενος βαριά περιστατικά χωρίς επαρκή βοήθεια, τότε δεν μιλάμε για «δυσκολίες στελέχωσης». Μιλάμε για όριο αντοχής.

Και αυτό το όριο έρχεται πριν από το καλοκαίρι. Πριν πολλαπλασιαστεί ο πληθυσμός. Πριν αυξηθούν τα τροχαία, τα καρδιολογικά περιστατικά, τα επείγοντα, οι διακομιδές, οι ανάγκες ενός νησιού που ζει με χιλιάδες επισκέπτες πάνω σε ένα ήδη εξαντλημένο σύστημα υγείας.

Εδώ ακριβώς τελειώνει η δυνατότητα των δήμων και της Περιφέρειας και αρχίζει η ευθύνη του Υπουργείου Υγείας.

Το Υπουργείο Υγείας οφείλει πρώτα απ’ όλα να μιλήσει για μισθούς. Όχι για μικρά επιδόματα που έρχονται να μπαλώσουν προσωρινά μια βαθιά ανισότητα, αλλά για αξιοπρεπείς αποδοχές στους αγροτικούς γιατρούς, στους ειδικευόμενους και στους γιατρούς που υπηρετούν σε νησιά και ακριτικές περιοχές. Δεν μπορούν οι δήμοι και οι περιφέρειες να σηκώνουν επ’ αόριστον ένα βάρος που ανήκει στον κεντρικό σχεδιασμό του ΕΣΥ. Τα τοπικά κίνητρα είναι χρήσιμα, αλλά δεν υποκαθιστούν έναν αξιοπρεπή μισθό, ούτε μπορούν να κάνουν ελκυστική μια θέση όταν ο γιατρός καλείται να εργαστεί σε συνθήκες υπερεφημέρευσης, πίεσης και επιστημονικής απομόνωσης.

Χρειάζεται ειδικό μισθολογικό και θεσμικό πλαίσιο για τα νησιά και τις δύσκολες περιοχές: καλύτερες βασικές αποδοχές, εξασφαλισμένη στέγη, πραγματικά κίνητρα για ειδικευόμενους και νέους γιατρούς, ενίσχυση των ΤΕΠ και κάλυψη των βασικών ειδικοτήτων με ομάδες, όχι με μοναχικούς γιατρούς που εξαντλούνται μέχρι να παραιτηθούν.

Τα χρόνια υπηρεσίας σε νησιωτικές και άγονες περιοχές πρέπει να μετρούν ουσιαστικά στην εξέλιξη μέσα στο ΕΣΥ — σε κρίσεις, προαγωγές και μελλοντικές θέσεις. Να αναγνωρίζεται έμπρακτα ότι ένας γιατρός που υπηρετεί σε ένα νησί δεν κάνει απλώς μια μετάθεση. Σηκώνει αυξημένο βάρος και πρέπει να αμείβεται, να προστατεύεται και να εξελίσσεται ανάλογα.

Η άλλη μεγάλη ευθύνη είναι η διοικητική. Τα επαρχιακά νοσοκομεία δεν μπορούν να διοικούνται με χαμηλές προσδοκίες και υπηρεσιακή αδράνεια. Χρειάζονται διοικήσεις που να τεκμηριώνουν, να διεκδικούν, να συγκρούονται όταν πρέπει, να ενημερώνουν την κοινωνία και να πιέζουν την ΥΠΕ και το Υπουργείο για τις πραγματικές ανάγκες. Όχι διοικήσεις που απλώς διαχειρίζονται την έλλειψη ως μόνιμη κατάσταση.

Η Κεφαλονιά δεν ζητά πολυτέλεια. Ζητά το αυτονόητο: να μη στηρίζεται η δημόσια υγεία στο φιλότιμο, στην υπερεφημέρευση και στην προσωπική αντοχή των γιατρών.

Το ΕΣΥ στα νησιά δεν σώζεται με μπαλώματα. Σώζεται με θεσμούς, προσωπικό, διοίκηση που διεκδικεί και πολιτική απόφαση.

Τα κίνητρα των δήμων και της Περιφέρειας πρέπει να συνεχιστούν και να ενισχυθούν. Είναι χρήσιμα, ανθρώπινα και αναγκαία. Αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το κράτος.

Γιατί όταν ένας νέος καρδιολόγος, παθολόγος, αναισθησιολόγος ή χειρουργός κοιτάζει μια προκήρυξη για την Κεφαλονιά, δεν βλέπει μόνο το επίδομα. Βλέπει το σπίτι που δεν βρίσκει παρά το επίδομα. Βλέπει το κόστος ζωής. Βλέπει την επιστημονική απομόνωση. Βλέπει τις δυσβάστακτες εφημερίες. Βλέπει το ρίσκο να μείνει μόνος απέναντι σε περιστατικά που απαιτούν ομάδα.

Και αν αυτό δεν αλλάξει, οι προκηρύξεις θα συνεχίσουν να βγαίνουν. Τα κίνητρα θα συνεχίσουν να ανακοινώνονται. Οι δήμοι θα συνεχίσουν να προσπαθούν. Αλλά οι γιατροί δεν θα έρχονται.

Η Κεφαλονιά δεν χρειάζεται άλλη διαπίστωση. Χρειάζεται οξυγόνο. Και αυτό δεν μπορεί να το δώσει κανένας δήμος μόνος του. Οφείλει να το δώσει το Υπουργείο Υγείας. 

Η Συντακτική Ομάδα του Kefaloniapress

Ακολουθήστε το kefaloniapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις..

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

εισάγετε το σχόλιό σας!

Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!