Εν ολίγοις
- 712,4 εκατ. ευρώ το ΑΕΠ Κεφαλονιάς – Ιθάκης το 2023.
- 18.800 ευρώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, έναντι 23.200 ευρώ το 2008.
- 19% χαμηλότερα σε ονομαστικούς όρους από την κορύφωση του 2008.
- Περίπου 38% απώλεια αγοραστικής δύναμης, αν συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός.
- 44,1% της οικονομίας συνδέεται με τουρισμό, εμπόριο και μεταφορές.
- 54,8% των εργαζομένων είναι αυτοαπασχολούμενοι.
Η Κεφαλονιά και η Ιθάκη παράγουν κάθε χρόνο πλούτο αξίας 712,4 εκατομμυρίων ευρώ. Κι όμως, δεκαπέντε χρόνια μετά την κορύφωση του 2008, η τοπική οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα από εκεί που ήταν πριν από τη μεγάλη κρίση.
Σχεδόν η μισή οικονομική δραστηριότητα του νησιού συνδέεται με τον τουρισμό, τα ακίνητα αποτελούν τον δεύτερο μεγαλύτερο «κλάδο», ενώ η γεωργία και η αλιεία αποδεικνύονται πολύ ισχυρότερες από όσο συνήθως πιστεύουμε.
Τα επίσημα στοιχεία των περιφερειακών λογαριασμών της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ για την περιφερειακή ενότητα Κεφαλονιάς – Ιθάκης αποτυπώνουν με αριθμούς αυτό που συχνά συζητάμε εμπειρικά: πόσο πλούτο παράγει το νησί, από ποιους κλάδους προέρχεται και γιατί, παρά την τουριστική ανάπτυξη, η αίσθηση ευημερίας δεν κατανέμεται πάντα με τον ίδιο τρόπο στην κοινωνία.
Μια οικονομία 712 εκατομμυρίων ευρώ
Το 2023, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης ανήλθε σε 712,4 εκατομμύρια ευρώ. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα 18.800 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 88% του εθνικού μέσου όρου και βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από τον μέσο όρο των Ιονίων Νήσων.
Για ένα νησιωτικό σύμπλεγμα περίπου 38.000 κατοίκων, το μέγεθος αυτό δεν είναι μικρό. Αντιθέτως, δείχνει ότι η Κεφαλονιά διαθέτει σημαντική οικονομική βάση. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσος πλούτος παράγεται. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος τον παράγει, από πού προέρχεται και πόσο από αυτόν μένει τελικά στον τόπο.
Για παράδειγμα : Ενας επαγγελματίας στη Σκάλα, με 10 ενοικιαζόμενα δωμάτια και μια οικογενειακή επιχείρηση που δουλεύει κυρίως από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο, μπορεί να βλέπει κάθε καλοκαίρι περισσότερους επισκέπτες, μεγαλύτερη κίνηση και αυξημένο τζίρο. Όταν όμως κλείσει η σεζόν, καλείται από τα έσοδα λίγων μηνών να καλύψει φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, ενέργεια, συντηρήσεις, προσωπικό, δάνεια και το κόστος ζωής μιας ολόκληρης χρονιάς.
Η ίδια αντίφαση φαίνεται και στην καθημερινότητα ενός εργαζόμενου στην εστίαση στο Αργοστόλι. Μπορεί να δουλεύει σε ένα νησί που το καλοκαίρι γεμίζει τραπέζια, δωμάτια και παραλίες, όμως ο δικός του μισθός πρέπει να αντέξει ενοίκιο, λογαριασμούς, μετακινήσεις και ένα κόστος ζωής που έχει ανέβει λόγω σεζόν. Έτσι εξηγείται γιατί η Κεφαλονιά μπορεί να δείχνει γεμάτη και οικονομικά ζωντανή τον Αύγουστο, αλλά πολλοί άνθρωποι που τη στηρίζουν καθημερινά να δυσκολεύονται οικονομικά.
Αυτή είναι ίσως η πιο απλή εξήγηση του γιατί η Κεφαλονιά μπορεί να παράγει 712 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, αλλά πολλοί κάτοικοι να μη νιώθουν ότι έγιναν πραγματικά πλουσιότεροι.
Η μεγάλη πληγή του 2008 δεν έχει κλείσει
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της έκθεσης δεν είναι μόνο το σημερινό ΑΕΠ. Είναι η σύγκριση με το παρελθόν.
Το 2008, πριν από τη μεγάλη δημοσιονομική κρίση, το ΑΕΠ της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης είχε φτάσει τα 891,9 εκατομμύρια ευρώ, με κατά κεφαλήν ΑΕΠ 23.200 ευρώ. Το 2016, μετά από χρόνια ύφεσης, είχε υποχωρήσει στα 563,9 εκατομμύρια ευρώ. Σχεδόν το 40% της οικονομικής αξίας είχε χαθεί.
Ακολούθησε η πανδημία. Το 2020, με τον τουρισμό να καταρρέει, το ΑΕΠ έπεσε στα 470,4 εκατομμύρια ευρώ, στο χαμηλότερο σημείο της τελευταίας εικοσαετίας. Η ανάκαμψη που ακολούθησε ήταν ισχυρή. Από το 2021 έως το 2023, η οικονομία αυξήθηκε κατά περισσότερο από 50%.
Κι όμως, ακόμη και μετά από αυτή την ανάκαμψη, η Κεφαλονιά και η Ιθάκη παραμένουν περίπου 20% χαμηλότερα από την κορύφωση του 2008, σε ονομαστικές τιμές, δηλαδή χωρίς να έχει αφαιρεθεί ο πληθωρισμός. Με απλά λόγια, δεκαπέντε χρόνια μετά, το νησί δεν έχει επιστρέψει εκεί που βρισκόταν πριν από την κρίση.
Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο σκληρή όταν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός της τελευταίας δεκαπενταετίας.
Το 2008 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης ανερχόταν σε 23.200 ευρώ. Για να έχει σήμερα το ίδιο ποσό την ίδια αγοραστική δύναμη, θα έπρεπε να αντιστοιχεί σε περίπου 30.000 ευρώ σε τιμές του 2023.
Αντί αυτού, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα 18.800 ευρώ. Με άλλα λόγια, οι κάτοικοι της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης δεν είναι απλώς 19% φτωχότεροι σε ονομαστικούς όρους σε σχέση με το 2008.
Σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης, η απώλεια προσεγγίζει το 38%. Πρόκειται για ένα εύρημα που ίσως εξηγεί γιατί, παρά τα ρεκόρ αφίξεων, τις γεμάτες παραλίες και τη διαρκή τουριστική ανάπτυξη, μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αισθάνεται ότι η καθημερινότητά του δεν έχει ακολουθήσει την ίδια πορεία ευημερίας.
Ο τουρισμός κρατά σχεδόν τη μισή οικονομία
Η κατανομή της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας δείχνει καθαρά τον βασικό κορμό της τοπικής οικονομίας.
Το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός και η εστίαση παράγουν 274,3 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή το 44,1% της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας.
Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν ένα στα δύο ευρώ που παράγονται στην Κεφαλονιά συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την τουριστική δραστηριότητα. Είναι ο κλάδος που γεμίζει τα καταλύματα, κινεί την εστίαση, στηρίζει τις μεταφορές, δίνει δουλειά στα εμπορικά καταστήματα, φέρνει ρευστότητα στην αγορά και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ψυχολογία της τοπικής οικονομίας.
Είναι όμως και ο πιο ευάλωτος κλάδος. Το 2020, μέσα σε έναν χρόνο, έχασε περίπου το ένα τρίτο της αξίας του. Η πανδημία απέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι μια οικονομία που στηρίζεται τόσο έντονα στη σεζόν μπορεί να ανακάμψει γρήγορα, αλλά μπορεί και να κλονιστεί βίαια όταν διακοπεί η ροή των επισκεπτών.
Τα ακίνητα είναι ο δεύτερος μεγάλος παίκτης
Ο δεύτερος μεγαλύτερος κλάδος στην οικονομία της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης είναι τα ακίνητα, μαζί με τις χρηματοοικονομικές και επαγγελματικές δραστηριότητες, με συνολική αξία 148,3 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή 23,9% της οικονομίας.
Εδώ χρειάζεται προσοχή. Ένα μεγάλο μέρος αυτού του ποσού αφορά το τεκμαρτό ενοίκιο των ιδιοκατοικούμενων κατοικιών. Δεν είναι δηλαδή χρήματα που αλλάζουν χέρια καθημερινά στην αγορά, αλλά λογιστικό μέγεθος των εθνικών λογαριασμών.
Παρόλα αυτά, η ισχυρή παρουσία των ακινήτων στην τοπική οικονομία δεν είναι τυχαία. Η γη, η κατοικία, η εξοχική κατοικία, η τουριστική μίσθωση και οι μεταβιβάσεις περιουσίας έχουν αποκτήσει κεντρικό ρόλο στην οικονομική ζωή του νησιού. Η Κεφαλονιά δεν είναι πλέον μόνο ένας τόπος τουριστικής κατανάλωσης. Είναι και ένας τόπος έντονης περιουσιακής αποτίμησης.
Η έκπληξη του πρωτογενούς τομέα
Η γεωργία και η αλιεία παράγουν 69,3 εκατομμύρια ευρώ και αντιπροσωπεύουν το 11,1% της τοπικής οικονομίας. Το ποσοστό είναι ιδιαίτερα υψηλό για ένα νησί που παρουσιάζεται συχνά ως απολύτως εξαρτημένο από τον τουρισμό.
Πίσω από αυτό το μέγεθος βρίσκεται κυρίως η ιχθυοκαλλιέργεια, ένας εξαγωγικός κλάδος που λειτουργεί όλο τον χρόνο, έξω από τη λογική της τουριστικής σεζόν. Αυτό είναι κρίσιμο. Δείχνει ότι η Κεφαλονιά διαθέτει παραγωγικές δυνατότητες πέρα από τον τουρισμό, αρκεί αυτές να αναγνωριστούν, να υποστηριχθούν και να ενταχθούν σε μια πιο σοβαρή στρατηγική τοπικής ανάπτυξης.
Από το 2013 έως το 2023, η γεωργία και η αλιεία αυξήθηκαν κατά 53%, περισσότερο από κάθε άλλον κλάδο. Την ίδια περίοδο, οι κατασκευές μειώθηκαν κατά 18,9%, ένδειξη ότι το οικοδομικό κύμα της προ κρίσης εποχής δεν επανήλθε ποτέ με την ίδια ένταση.
Η Κεφαλονιά των μικρών επιχειρήσεων
Η απασχόληση αποκαλύπτει ίσως την πιο ανθρώπινη πλευρά της οικονομίας. Το 2023 οι εργαζόμενοι στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη ανέρχονταν σε περίπου 14.400. Από αυτούς, το 42,4% απασχολείται στο εμπόριο, τον τουρισμό, την εστίαση και τις μεταφορές.
Το στοιχείο όμως που ξεχωρίζει είναι άλλο: το 54,8% των εργαζομένων είναι αυτοαπασχολούμενοι. Πρόκειται για ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον πανελλαδικό μέσο όρο και περιγράφει με ακρίβεια το μοντέλο της Κεφαλονιάς.
Δεν μιλάμε για μια οικονομία μεγάλων επιχειρήσεων και ισχυρών εταιρικών σχημάτων. Μιλάμε κυρίως για μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, επαγγελματίες, μικρά καταλύματα, εμπορικά μαγαζιά, ενοικιαζόμενα, σκάφη, υπηρεσίες και ανθρώπους που συχνά είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτες, εργαζόμενοι, λογιστές, οδηγοί, υπεύθυνοι κρατήσεων και διαχειριστές της ίδιας τους της δουλειάς.
Η δύσκολη σύγκριση με τη Ζάκυνθο
Στον χάρτη της Ελλάδας, η Κεφαλονιά και η Ιθάκη βρίσκονται στην 13η θέση ανάμεσα στις 52 περιφερειακές ενότητες της χώρας ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Αυτό από μόνο του είναι μια ισχυρή επίδοση.
Όμως η σύγκριση με τα άλλα νησιά δημιουργεί ένα δύσκολο ερώτημα. Η Ζάκυνθος εμφανίζει κατά κεφαλήν ΑΕΠ 24.100 ευρώ, οι Κυκλάδες 26.900 ευρώ, ενώ η Κεφαλονιά και η Ιθάκη βρίσκονται στα 18.800 ευρώ.
Γιατί η Ζάκυνθος, με παρόμοιο νησιωτικό και τουριστικό χαρακτήρα, εμφανίζει τόσο υψηλότερο οικονομικό αποτέλεσμα ανά κάτοικο; Είναι θέμα μεγαλύτερων ξενοδοχειακών μονάδων; Είναι θέμα πληρότητας, αεροπορικής σύνδεσης, διάρκειας σεζόν ή τουριστικής δαπάνης; Είναι θέμα επιχειρηματικής συγκέντρωσης ή διαφορετικής δομής αγοράς;
Ή μήπως στην Κεφαλονιά παράγεται πλούτος που δεν μετατρέπεται στον ίδιο βαθμό σε τοπικό εισόδημα, σταθερές θέσεις εργασίας, υψηλότερους μισθούς και μεγαλύτερη παραγωγική βάση;
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσοι τουρίστες έρχονται
Θα το ξαναγράψουμε. Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση στο νησί περιστρέφεται γύρω από τις αφίξεις. Πόσες πτήσεις ήρθαν, πόσοι επισκέπτες πέρασαν από το αεροδρόμιο, πόσα κρουαζιερόπλοια έδεσαν στο Αργοστόλι, πόσα καταλύματα άνοιξαν, πόσες βραχυχρόνιες μισθώσεις καταγράφηκαν. Όλα αυτά έχουν σημασία. Δεν αρκούν όμως για να περιγράψουν την ευημερία.
Η πραγματική ερώτηση για την Κεφαλονιά δεν είναι πλέον μόνο πόσους τουρίστες φέρνει κάθε καλοκαίρι. Είναι πόση αξία παράγει από αυτούς τους επισκέπτες. Πόσο από αυτή την αξία μένει στο νησί. Πόσο μετατρέπεται σε καλύτερους μισθούς, καλύτερες υποδομές, πιο ανθεκτικές επιχειρήσεις, στήριξη της παραγωγής, αξιοπρεπή κατοικία και ζωή δώδεκα μήνες τον χρόνο.
«Με έχει κόψει κρύος ιδρώτας. Οι τζίροι έχουν ανέβει, αλλά τα έξοδα μάς βάζουν μέσα. Πρώτες ύλες, ενέργεια, μεταφορικά, μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές, φόροι… Στο τέλος της ημέρας βλέπεις περισσότερο κόσμο και μεγαλύτερο ταμείο, αλλά όχι απαραίτητα μεγαλύτερο κέρδος».
Η φράση ανήκει σε επιχειρηματία της εστίασης στην Κεφαλονιά με τον οποίο μιλήσαμε τις προηγούμενες ημέρες και ίσως περιγράφει καλύτερα από οποιοδήποτε στατιστικό στοιχείο το οικονομικό παράδοξο του 2026: η τουριστική κίνηση μπορεί να αυξάνεται, όμως αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό και η ευημερία των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.
Η οικονομία μεγάλωσε, αλλά το ερώτημα της ευημερίας παραμένει
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Κεφαλονιά έχει ανακάμψει. Δείχνουν όμως επίσης ότι δεν έχει ακόμη κλείσει την απόσταση από το 2008. Δείχνουν ότι ο τουρισμός είναι ισχυρός, αλλά και ότι η εξάρτηση από αυτόν παραμένει μεγάλη. Δείχνουν ότι τα ακίνητα έχουν αποκτήσει τεράστιο βάρος, αλλά όχι πάντα με τρόπο που σημαίνει πραγματική παραγωγική δραστηριότητα. Δείχνουν ότι ο πρωτογενής τομέας έχει μεγαλύτερη σημασία από όσο νομίζαμε. Δείχνουν, τέλος, ότι η Κεφαλονιά παραμένει μια οικονομία μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολούμενων. Αυτή είναι η αλήθεια πίσω από τους αριθμούς.
Η Κεφαλονιά δεν είναι φτωχή οικονομία. Δεν είναι όμως και όσο πλούσια δείχνει τα καλοκαιρινά βράδια της υψηλής σεζόν. Είναι ένα νησί που παράγει σημαντική αξία, αλλά καλείται πλέον να απαντήσει στο δυσκολότερο ερώτημα: πώς αυτή η αξία θα γίνει πραγματική, διαρκής και δίκαιη ευημερία για τους ανθρώπους που ζουν εδώ.
Και τώρα τι;
Τα στοιχεία που παραθέσαμε δεν απαντούν στο τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα. Αυτό είναι πλέον θέμα πολιτικής, στρατηγικής και επιλογών.
Τα στοιχεία όμως, επιβεβαιωμένα από επίσημες πηγές, αποδεικνύουν κάτι βασικό: πίσω από την εικόνα της τουριστικής ευημερίας υπάρχει μια οικονομία που ακόμη δεν έχει ξεπεράσει την κρίση του 2008.
Και ίσως το πιο ανησυχητικό είναι ότι το θέμα αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί σοβαρά τον δημόσιο διάλογο στο νησί.
Ελπίζουμε αυτό το άρθρο για γίνει αφορμή για προβληματισμό και συζήτηση. Γιατί πριν αποφασίσουμε πού θέλουμε να πάει η Κεφαλονιά τα επόμενα χρόνια, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε πού ακριβώς βρίσκεται σήμερα.
Think Tank | KefaloniaPress
Ανάλυση και επεξεργασία δεδομένων: Η Ομάδα του Think Tank
Ειδικός Σύμβουλος: Bizlist
Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Δ. Χιόνη


