Προσκυνηματικό ταξίδι στο Άγιο Όρος πραγματοποιούν αυτές τις ημέρες ο Μητροπολίτης Δημήτριος και ο Θεόφιλος Μιχαλάτος.

Οι δύο άνδρες επισκέπτονται τον Άθω σε μια περίοδο έντονης ανάγκης για πνευματική ενδυνάμωση και εσωτερική ηρεμία, αναζητώντας στιγμές γαλήνης, σιωπής και ουσιαστικής περισυλλογής, μακριά από τον θόρυβο της καθημερινότητας και τις αυξημένες υποχρεώσεις.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, θα φιλοξενηθούν στην Ιερά Μονή Ιβήρων, μία από τις αρχαιότερες και ιστορικότερες Μονές της Αθωνικής Πολιτείας, με ξεχωριστή πνευματική ακτινοβολία και μακραίωνη προσφορά στην Ορθοδοξία.

Ο σημερινός ηγούμενος της Ιερά Μονή Ιβήρων είναι ο Αρχιμανδρίτης Ναθαναήλ (2005), μια μορφή με βαθιά αθωνική διαδρομή και συνειδητά διακριτική παρουσία.

Ο Γέροντας Ναθαναήλ ανήκει στη γενιά των μοναχών που ανδρώθηκαν πνευματικά μέσα στο αυστηρό αλλά φωτεινό πλαίσιο της αθωνικής παράδοσης. Υπηρέτησε επί σειρά ετών τη Μονή Ιβήρων από θέσεις ευθύνης, με έμφαση στη λειτουργική ζωή, την πνευματική καθοδήγηση των πατέρων και τη διοικητική συνέπεια, στοιχεία που θεωρούνται κρίσιμα σε μία από τις ιστορικότερες μονές του Αγίου Όρους.

Θεωρείται πνευματικός διάδοχος της γραμμής του μακαριστού Γέροντα Βασιλείου (Γοντικάκη), με τον οποίο συνδέθηκε για χρόνια σε σχέση μαθητείας και συνεργασίας. Η έμφαση παραμένει στην εσωτερική καλλιέργεια, στη σιωπή, στην ακρίβεια του μοναχικού τυπικού και στη διαφύλαξη της πνευματικής ταυτότητας της Μονής.

Χαρακτηριστικό της ηγουμενίας του είναι το χαμηλό δημόσιο προφίλ. Ο Αρχιμανδρίτης Ναθαναήλ αποφεύγει τη δημοσιότητα, τις δημόσιες δηλώσεις και τις κοσμικές εμφανίσεις, ακολουθώντας την αυθεντική αθωνική στάση: ο ηγούμενος δεν προβάλλεται, αλλά υπηρετεί. Γι’ αυτό και τα διαθέσιμα βιογραφικά στοιχεία είναι περιορισμένα, χωρίς αυτό να θεωρείται έλλειψη, αλλά επιλογή πνευματικής στάσης.

Γιατί η Μονή Ιβήρων είναι παγκοσμίως γνωστή – Η εικόνα που θεωρείται θαυματουργή

Η Μονή Ιβήρων συνδέεται με μία από τις ιερότερες εικόνες της Ορθοδοξίας, Η Παναγία η Πορταΐτισσα θεωρείται προστάτιδα του Αγίου Όρους. Η ιστορία της εικόνας συνοδεύεται από θαυματουργικές παραδόσεις αιώνων

Η Πορταΐτισσα δεν είναι απλώς μια σεβάσμια εικόνα. Στην ορθόδοξη παράδοση θεωρείται η Φρουρός και Προστάτιδα του Αγίου Όρους. Σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα εμφανίστηκε θαυματουργικά στη θάλασσα τον 10ο αιώνα, όρθια πάνω στα κύματα, και οδηγήθηκε στη Μονή Ιβήρων όχι από ανθρώπινο χέρι αλλά από θεία καθοδήγηση.

Το όνομά της —Πορταΐτισσα— προέρχεται από το γεγονός ότι, κατά την παράδοση, η ίδια “επέλεξε” να τοποθετηθεί στην πύλη της Μονής και όχι στο καθολικό, δηλώνοντας ότι δεν θέλει να φυλάσσεται, αλλά να φυλάσσει.

Ιδιαίτερο στοιχείο που συγκλονίζει προσκυνητές και μοναχούς είναι το σημάδι στο πρόσωπο της Παναγίας, που θυμίζει πληγή. Η παράδοση αναφέρει ότι αιμορράγησε όταν στρατιώτης την χτύπησε σε εποχές διωγμών των εικόνων — ένα γεγονός που ενίσχυσε τη φήμη της ως ζωντανής παρουσίας και όχι απλώς ιερού αντικειμένου.

Για αιώνες, η εικόνα συνδέεται με προστασία της Αθωνικής Πολιτείας από επιδρομές, σωτηρία μοναχών σε περιόδους λιμών και κινδύνων,προσωπικά θαύματα πιστών που προσέρχονται με πίστη και ταπείνωση

Γι’ αυτό και κάθε προσκύνημα στη Μονή Ιβήρων θεωρείται πνευματικό ορόσημο. Δεν πρόκειται απλώς για επίσκεψη σε ιστορικό μοναστήρι, αλλά για συνάντηση με μία από τις πιο ζωντανές παραδόσεις της Ορθοδοξίας.

√Εδω μπορείτε να κάνετε εικονική περιήγηση στη Μονή (κλικ)

Ἱστορικὸ διάγραμμα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων

Ἡ ἵ­δρυ­ση τῆς μο­νῆς Ἰ­βή­ρων σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν πα­ρου­σί­α στὸ Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος με­λῶν τῆς με­γά­λης ἰ­βη­ρι­κῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας των Τορ­νι­κί­ων ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς πο­λύ­τι­μες ὑ­πη­ρε­σί­ες ποὺ πρό­σφε­ραν στὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ αὐ­το­κρα­το­ρί­α.

Ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ἴ­βηρ καὶ ὁ γι­ός του Εὐ­θύ­μι­ος, συγ­γε­νεῖς τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας τῶν Τορ­νι­κί­ων, ἐ­πι­κε­φα­λῆς ὁ­μά­δας γε­ωρ­γι­α­νῶν μο­να­χῶν, μαρ­τυ­ροῦν­ται στὸν Ἄ­θω με­τὰ τὸ 963, στὴ μο­νὴ τῆς Λαύ­ρας, ὅ­που γί­νον­ται μα­θη­τὲς τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ Ἀ­θω­νί­τη. Λίγα χρό­νι­α ἀρ­γό­τε­ρα θὰ τοὺς συ­ναν­τή­σει ἐ­κεῖ ὁ πα­τρί­κι­ος Τορ­νί­κι­ος, ποὺ εἶ­χε ἐν τῷ με­τα­ξὺ κα­ρεῖ μο­να­χὸς μὲ τὸ ὄ­νο­μα Ἰ­ω­άν­νης καὶ δι­α­τη­ροῦ­σε στε­νοὺς δε­σμοὺς μὲ τοὺς αὐ­το­κρα­το­ρι­κοὺς κύ­κλους τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἰ­δι­αί­τε­ρα μὲ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα Βα­σί­λει­ο Β´ τὸν Μα­κε­δό­να. Ὅ­ταν ὁ στρα­τη­γὸς τῆς Ἀ­να­το­λῆς Βάρ­δας Σκλη­ρὸς ἐ­πα­να­στά­τη­σε ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Βα­σι­λεί­ου, ὁ Τορ­νί­κι­ος κλή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα νὰ ἀ­πεκ­δυ­θεῖ τὸν μο­να­χι­κὸ τρί­βω­να καὶ νὰ με­τα­βῆ στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη γι­ὰ νὰ βο­η­θή­σει στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς ἐ­πι­κίν­δυ­νης γι­ὰ τὴ δυ­να­στεί­α κα­τά­στα­σης. Ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ συμ­βο­λή του στὴν ἥτ­τα τοῦ στα­σι­α­στῆ (979) ἀν­τα­με­ί­φθη­κε μὲ πλου­σι­ο­πά­ρο­χες ἀ­μοι­βὲς ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ ἐκ μέ­ρους τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα τῶν σχε­δί­ων του νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει μο­να­στή­ρι στὸ Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος.

Ἡ μο­νὴ τῶν Ἰ­βή­ρων ἱ­δρύ­θη­κε τὸ 979/980, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Τορ­νι­κί­ου (μο­να­χοῦ Ἰ­ω­άν­νη), ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λα­βε τὸν τί­τλο τοῦ συγ­κέλ­λου. Ἡ γε­ωρ­γι­α­νὴ ἀ­δελ­φό­τη­τα, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὰ κελ­λι­ὰ ποὺ τοὺς εἶ­χε πα­ρα­χω­ρή­σει ὁ ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος κον­τὰ στὴ Λαύ­ρα, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ μο­νή «τὴν λε­γο­μέ­νην τοῦ Κλή­μεν­τος» ποὺ ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὸν Τί­μι­ο Πρό­δρο­μο. Ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς πε­ρί­ο­πτης θέ­σης καὶ ἡ τα­χύ­τα­τη ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ νέ­ου μο­να­στι­κοῦ ἱ­δρύ­μα­τος ὀ­φεί­λε­ται στὸ συν­δυ­α­σμὸ τῶν ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶν ἱ­κα­νο­τή­των τῆς μι­κρῆς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κῆς ὁ­μά­δος: ὁ ἀ­σκη­τι­κὸς Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ἴ­βηρ ὑ­πῆρ­ξε καὶ πνευ­μα­τι­κὸς ἡ­γέ­της, ὁ Εὐ­θύ­μι­ος κα­τέ­θε­σε τὴ βα­θι­ὰ ἑλ­λη­νι­κὴ παι­δεί­α καὶ φι­λο­λο­γι­κὴ κα­τάρ­τι­ση καὶ ὁ μο­να­χὸς Ἰ­ω­άν­νης (Τορ­νί­κι­ος) τὶς ὀρ­γα­νω­τι­κὲς δε­ξι­ό­τη­τες ἀλ­λὰ καὶ τὸν ὑ­λι­κὸ πλοῦ­το ποὺ κέρ­δι­σε στὰ πε­δί­α τῶν μα­χῶν. Οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ δε­σμοὶ μὲ τὴ Λαύ­ρα πα­ρέ­μει­ναν στε­νοί· ὁ ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος ὅ­ρι­σε τὸν Ἰ­ω­άν­νη Ἴ­βη­ρα, μὲ δι­ά­δο­χο τὸν Εὐ­θύ­μι­ο, ἐ­πί­τρο­πο τῆς μο­νῆς του, καὶ στὸ Τυ­πι­κό, ποὺ συν­τά­χθη­κε ἀ­πὸ τοὺς κτί­το­ρες κα­τ’ ἀ­πο­μί­μη­ση ἐ­κεί­νου τῆς Λαύ­ρας, κα­θι­ε­ρώ­θη­κε τὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

Οἱ κτί­το­ρες, ἀ­φοῦ ἐ­πι­σκεύ­α­σαν τὰ ὑ­πάρ­χον­τα κτί­ρι­α, ἄρ­χι­σαν τὴν ἐ­κτέ­λε­ση με­γά­λων ἔρ­γων με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ τὴν οἰ­κο­δό­μη­ση τοῦ κα­θο­λι­κοῦ ποὺ ἀ­φι­έ­ρω­σαν στὴ Θε­ο­τό­κο. Ἀ­πὸ τὰ κύ­ρι­α με­λή­μα­τα τοῦ πρώ­του ἡ­γου­μέ­νου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ἴ­βη­ρος (980-1005) ὑ­πῆρ­ξε ἡ ὀρ­γά­νω­ση βι­βλι­ο­θή­κης καὶ βι­βλι­ο­γρα­φι­κοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου, ὅ­που ἀν­τι­γρά­φον­ταν χει­ρό­γρα­φα-με­τα­φρά­σεις ἔρ­γων τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς γραμ­μα­τε­ί­ας ποὺ ἐκ­πο­νοῦ­σε συ­στη­μα­τι­κὰ ὁ Εὐ­θύ­μι­ος ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ στὴ γε­ωρ­γι­α­νὴ γλῶσ­σα. Τὸ με­τα­φρα­στι­κὸ ἔρ­γο, ποὺ συ­νέ­χι­σε ὁ Εὐ­θύ­μι­ος καὶ ὡς ἡ­γο­ύ­με­νος (1005-1019), ἀ­νέ­δει­ξε τὴ Μο­νὴ σὲ κέν­τρο με­τα­λαμ­πά­δευ­σης τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς χρι­στι­α­νι­κῆς παι­δε­ί­ας στὴ Γε­ωρ­γί­α.

Ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς ἡ­γου­με­νί­ας τοῦ Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του (1042-1056) ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δη­μι­ουρ­γι­κή. Μὲ συ­χνὰ τα­ξί­δι­α στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη ὁ Γε­ώρ­γι­ος ἐ­ξα­σφά­λι­σε ἀ­πὸ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα Κων­σταν­τῖ­νο τὸν Μο­νο­μά­χο πα­ρο­χὲς καὶ προ­νό­μι­α, κα­θι­έ­ρω­σε τὴν τι­μὴ τῶν κτι­τό­ρων ὡς ἁ­γί­ων καὶ ἀ­να­ζω­ο­γό­νη­σε τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ βι­βλι­ο­γρα­φι­κοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου καὶ τοῦ με­τα­φρα­στι­κοῦ ἔρ­γου ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει ὁ Εὐ­θύ­μι­ος. Μέ­σα στὸν Ἄ­θω ἡ Μο­νὴ κα­τέ­χει στα­θε­ρὰ πε­ρί­ο­πτη θέ­ση στὴν ἀ­θω­νι­κὴ ἱ­ε­ραρ­χί­α: στὸ Τυ­πι­κὸ τοῦ Μο­νο­μά­χου (1045) ὁ ἡ­γού­με­νος τῶν Ἰ­βή­ρων ἔ­χει τὸ προ­νό­μι­ο νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται στὶς κοι­νὲς συ­νά­ξεις τῶν Ἁ­γι­ο­ρει­τῶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις ὑ­πη­ρέ­τες καὶ ὡς τὸ 1366, πλὴν ἐ­λα­χί­στων ἐ­ξαι­ρέ­σε­ων, κα­τέ­χει τὴ δεύ­τε­ρη θέ­ση στὴν ἱ­ε­ραρ­χί­α τῶν ἡ­γου­μέ­νων, με­τὰ τὸν ἡ­γού­με­νο τῆς Λαύ­ρας.

Ἡ αἴ­γλη τῆς Μο­νῆς εἶ­ναι ἄ­με­σα συν­δε­δε­μέ­νη καὶ μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τῆς ἐ­φέ­στι­ας θαυ­μα­τουρ­γῆς εἰ­κό­νας τῆς Θε­ο­τό­κου Πορ­τα­ΐ­τισ­σας, τὸ πα­ρεκ­κλή­σι­ο τῆς ὁ­πο­ί­ας κτί­σθη­κε πι­θα­νὸν με­τὰ τὰ μέ­σα τοῦ 11ου αἰ­ῶ­να κον­τὰ στὴν κεν­τρι­κὴ πύ­λη τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος. Λίγο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἡ ἴ­δι­α ἡ μο­νὴ τῶν Ἰ­βή­ρων θὰ ὀ­νο­μα­τί­ζε­ται πολ­λὲς φο­ρὲς στὶς πη­γὲς ὡς ἡ μο­νὴ τῆς Θε­ο­τό­κου Πορ­τα­ΐ­τισ­σας.

Τὸν 11ο αἰ­ώ­να ἡ μο­νὴ Ἰ­βή­ρων εἶ­ναι ἤ­δη ἕ­να μο­να­στή­ρι μὲ 300 μο­να­χο­ύς. Στοὺς πο­λυ­ά­ριθ­μους Ἴ­βη­ρες ποὺ τὴν ἐ­πάν­δρω­σαν ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­σή της, ἤ­δη ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ 10ου αἰ­ώ­να, προ­στέ­θη­καν καὶ πολ­λοὶ Ἕλ­λη­νες ὥ­στε πρὶν ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 11ου αἰ­ῶ­να νὰ ὑ­φί­σταν­ται δύ­ο μο­να­στι­κὲς ὁ­μά­δες, ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν ξε­χω­ρι­στὸ λει­τουρ­γι­κὸ Τυ­πι­κὸ καὶ τε­λοῦν τὶς ἀ­κο­λου­θί­ες σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἐκ­κλη­σί­ες, στὸ κα­θο­λι­κὸ τῆς Θε­ο­τό­κου οἱ Γε­ωρ­γι­α­νοὶ καὶ στὸ να­ὸ τοῦ Προ­δρό­μου, δη­λα­δὴ στὸ πα­λαι­ὸ κα­θο­λι­κὸ τοῦ Κλή­μεν­τος, οἱ Ἕλ­λη­νες. Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι, ἀ­πὸ τὸν 12ο αἰ­ῶ­να, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν τὴν πλει­ο­νό­τη­τα στὸ μο­να­στή­ρι, καὶ μο­λο­νό­τι οἱ ἡ­γού­με­νοι συ­νε­χί­ζουν νὰ εἶ­ναι Ἴ­βη­ρες, ἡ δι­α­νο­μὴ τῶν δι­οι­κη­τι­κῶν ἁρ­μο­δι­ο­τή­των με­τα­ξὺ τῶν δύ­ο ὁ­μά­δων εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κή.

Στὸν 12ο αἰ­ῶ­να, ξε­χω­ρι­στὴ θέ­ση κα­τέ­χει ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς ἡ­γου­με­νί­ας τοῦ Παύ­λου (1170-1183/84). Με­γά­λα ἔρ­γα ἐ­κτε­λοῦν­ται στὸ κτι­ρι­α­κὸ συγ­κρό­τη­μα τὴν ἐ­πο­χὴ αὐ­τή: μαρ­τυ­ρεῖ­ται ἐ­πέμ­βα­ση στὸ να­ὸ τῆς Πορ­τα­ΐ­τισ­σας, ἐ­πι­σκευ­ά­ζε­ται καὶ δι­α­κο­σμεῖ­ται τὸ κα­θο­λι­κὸ τῆς Θε­ο­τό­κου, ἐ­νι­σχι­σχύ­ε­ται ἡ ὀ­χύ­ρω­ση τῆς Μο­νῆς, κτί­ζε­ται νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἐ­κτε­λοῦν­ται με­γά­λα ἔρ­γα ὕ­δρευ­σης, ἐ­πι­σκευ­ά­ζον­ται κα­τε­στραμ­μέ­νες πτέ­ρυ­γες κελ­λί­ων καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρη φρον­τί­δα ἐ­πι­δει­κνύ­ε­ται γι­ὰ τὰ με­τό­χι­α.

Στὸ πρῶ­το μι­σὸ τοῦ 14ου αἰ­ῶ­να, ὅ­πως ἄλ­λω­στε συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­θω­νι­κὰ μο­να­στή­ρι­α, ἡ Μο­νὴ φαί­νε­ται νὰ δι­έρ­χε­ται πε­ρί­ο­δο με­γά­λης ἀ­κμῆς. Ἐ­πι­κυ­ρώ­σεις τῆς κα­το­χῆς τῆς ἀ­κί­νη­της πε­ρι­ου­σί­ας καὶ πα­ρα­χω­ρή­σεις προ­νο­μί­ων καὶ φο­ρο­α­παλ­λα­γῶν ἀ­πὸ βυ­ζαν­τι­νοὺς αὐ­το­κρά­το­ρες, ὅ­πως ὁ Ἀν­δρό­νι­κος Β΄, ὁ Ἰ­ω­άν­νης Καν­τα­κου­ζη­νός, ὀ Ἰ­ω­άν­νης Ε΄, ὑ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρα θε­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ τῆς δυ­να­στεί­ας τῶν Πα­λαι­ο­λό­γων γι­ὰ τὸ Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος.

Στὸν πνευ­μα­τι­κὸ το­μέ­α, ἡ συμ­με­το­χὴ τῶν Ἰ­βη­ρι­τῶν στὸ Ἡ­συ­χα­στι­κὸ κί­νη­μα, ποὺ ἐ­πέ­δρα­σε κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴν ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ μο­να­στι­κοῦ βί­ου, ὑ­πῆρ­ξε δρα­στή­ρι­α καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν πα­ρα­μο­νὴ με­γά­λων ἡ­συ­χα­στι­κῶν μορ­φῶν στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ δι­και­ο­δο­σί­ας τῆς Μο­νῆς. Ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Συ­να­ΐ­της καὶ ὁ μα­θη­τής του Κάλ­λι­στος, με­τέ­πει­τα πα­τρι­άρ­χης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἐγ­κα­τα­βί­ω­σαν γι­ὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα στὴ σκή­τη τοῦ Μα­γου­λᾶ. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, με­τὰ ἀ­πὸ μα­κρὰ πα­ρα­μο­νὴ στὴ σκή­τη, ἐν­τά­χθη­κε τε­λι­κὰ στὴν ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Ἰ­βη­ρι­τῶν ὡς τὴν ἀ­νάρ­ρη­σή του στὸν πα­τρι­αρ­χι­κὸ θρό­νο.

Στὰ μέ­σα τοῦ 14ου αἰ­ώ­να ἔ­λα­βε καὶ τυ­πι­κὰ τέ­λος ἡ πα­ρου­σί­α γε­ωρ­γι­α­νῶν μο­να­χῶν στὴν ἡ­γε­σί­α τῆς Μο­νῆς, καὶ ἡ πο­δη­γέ­τη­ση τῆς πλει­ο­ψη­φί­ας τῶν ἑλ­λή­νων μο­να­χῶν ἀ­πὸ μι­ί­α συ­νε­χῶς ἐ­λατ­τού­με­νη μει­ο­ψη­φί­α. Ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν 13ο αἰ­ώ­να ἡ ἄ­φι­ξη γε­ωρ­γι­α­νῶν μο­να­χῶν μει­ώ­νε­ται ση­μαν­τι­κά, καὶ οἱ σχέ­σεις μὲ τὴν Ἰ­βη­ρί­α ἀ­ραι­ώ­νουν, ἐ­νῶ ἀ­κό­μη πα­λαι­ό­τε­ρα, στὸν 12ο αἰ­ώ­να, φαί­νε­ται νὰ φθί­νει ἡ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα με­τά­φρα­σης ἔρ­γων τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ στὴ γε­ωρ­γι­α­νὴ γλῶσ­σα. Μὲ πα­τρι­αρ­χι­κὸ σι­γίλ­λι­ο τοῦ πα­τρι­άρ­χη Καλ­λί­στου Α´, τοῦ 1355-56, ὁ­ρί­ζε­ται ὅ­τι ὁ ἡ­γού­με­νος καὶ ὁ ἐκ­κλη­σι­άρ­χης πρέ­πει νὰ ἐ­κλέ­γον­ται με­τα­ξὺ τῶν ἑλ­λή­νων μο­να­χῶν τῆς Μο­νῆς. Συγ­χρό­νως, οἱ Γε­ωρ­γι­α­νοὶ ἀ­πώ­λε­σαν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ λει­τουρ­γοῦν στὸ κα­θο­λι­κὸ τῆς Θε­ο­τό­κου καί, στὸ ἑ­ξῆς, τε­λοῦν τὶς ἀ­κο­λου­θί­ες σὲ μι­κρό­τε­ρο να­ό, πι­θα­νὸν στὸ να­ὸ τοῦ Προ­δρό­μου.

Με­τὰ τὴν ὀ­θω­μα­νι­κὴ κα­τά­κτη­ση, καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα στὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 15ου αἰ­ώ­να, ἡ Μο­νὴ φαί­νε­ται νὰ δι­έρ­χε­ται σο­βα­ρὴ οἰ­κο­νο­μι­κὴ καὶ δη­μο­γρα­φι­κὴ κρί­ση. Ἡ κτη­μα­τι­κὴ πε­ρι­ου­σί­α, μο­λο­νό­τι δὲν γνω­ρί­ζου­με τὸ μέ­γε­θος τῶν ἀ­πω­λει­ῶν, συρ­ρι­κνώ­νε­ται, οἱ φθο­ρὲς στὸ κτι­ρι­α­κὸ συγ­κρό­τη­μα εἶ­ναι με­γά­λες καὶ ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν μο­να­χῶν μει­ώ­νε­ται δρα­μα­τι­κά. Ὀ Ἡ­σα­ΐ­ας Χι­λαν­δα­ρι­νὸς στὸ Ὁ­δοι­πο­ρι­κὸ τοῦ 1489 μνη­μο­νεύ­ει μό­νο 50 μο­να­χοὺς (σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ ἄλ­λα δύ­ο με­γά­λα μο­να­στή­ρι­α, Λαύ­ρας καὶ Βα­το­πε­δί­ου, ποὺ δι­α­τη­ροῦν 300 καὶ 330 μο­να­χοὺς ἀν­τί­στοι­χα). Συγ­χρό­νως, ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ ὅ­λες σχε­δὸν τὶς μο­νές, οἱ θε­σμοὶ χα­λα­ρώ­νουν καὶ ἡ ἰ­δι­ορ­ρυθ­μί­α κα­θι­ε­ρώ­νε­ται στα­δι­α­κὰ ὡς ἐ­σω­τε­ρι­κὸ κα­θε­στὼς ὀρ­γά­νω­σης τοῦ μο­να­στι­κοῦ βί­ου. Στὴ δύ­σκο­λη αὐ­τὴ συγ­κυ­ρί­α οἱ Ἰ­βη­ρί­τες στρέ­φον­ται πρὸς τοὺς ἡ­γε­μό­νες τῆς Γε­ωρ­γί­ας. Τὰ τα­ξί­δι­α τῶν μο­να­χῶν στὴν Ἰ­βη­ρί­α ἔ­χουν ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴ γεν­ναί­α οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­ρω­γὴ πρὸς τὴ Μο­νή. Τὰ τεί­χη ἐ­πι­σκευ­ά­ζον­ται, κτί­ζε­ται πύρ­γος καὶ ἐ­ξο­πλί­ζε­ται μὲ κα­νό­νι, οἰ­κο­δο­μεῖ­ται νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἐ­πι­σκευ­ά­ζε­ται τὸ κα­θο­λι­κὸ καὶ ἡ εἰ­κό­να τῆς Πορ­τα­ΐ­τισ­σας ἐ­πεν­δύ­ε­ται μὲ βα­ρύ­τι­μο κά­λυμ­μα.

Ἡ ἀ­νά­καμ­ψη, ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 16ου αἰ­ώ­να, εἶ­ναι τα­χύ­τα­τη καὶ ἀν­τα­να­κλᾶ­ται στὴν αὔ­ξη­ση τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ τῶν μο­να­χῶν. Ὀ­θω­μα­νι­κὴ ἀ­πο­γρα­φὴ τοῦ 1520 ἀ­νε­βά­ζει τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν μο­να­χῶν σὲ 151, ἀ­ριθ­μὸ τρι­πλά­σι­ο σὲ σχέ­ση μὲ ἐ­κεῖ­νον τοῦ 1489. Στὸ ἑ­ξῆς ἡ ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Ἰ­βή­ρων θὰ αὐ­ξά­νε­ται συ­νε­χῶς καὶ ὡς τὸν 19ο αἰ­ώ­να θὰ συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὶς τρεῖς πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους. Τὸ 1560 μνη­μο­νεύ­ον­ται 250 μο­να­χοὶ καὶ τὸ 1583 193. Τὸν 17ο καὶ 18ο αἰ­ώ­να θὰ ὑ­περ­βοῦν τοὺς 300 (1648: 365, 1677: 400, 1761: 337). Μο­λο­νό­τι ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­κρί­βει­α τῶν ἀ­ριθ­μῶν μπο­ρεῖ νὰ τε­θεῖ ὑ­πὸ ἀμ­βι­σβή­τη­ση, ἡ τά­ξη τῶν με­γε­θῶν πρέ­πει νὰ ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νόρ­θω­ση με­γά­λως συ­νέ­βα­λαν οἱ ἡ­γε­μό­νες τῆς Μολ­δο­βλα­χί­ας, μὲ τὴν ἀ­φι­έ­ρω­ση με­γά­λων μο­νῶν-με­το­χί­ων στὴ Ρου­μα­νί­α, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση τῶν με­το­χί­ων στὴ Μα­κε­δο­νί­α.

Ἡ πι­ὸ ση­μαν­τι­κὴ ὅ­μως πτυ­χὴ τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς Μο­νῆς στὰ με­τα­βυ­ζαν­τι­νὰ χρό­νι­α εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­δει­ξή της σὲ μεῖ­ζον πνευ­μα­τι­κὸ κέν­τρο τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἀ­να­το­λῆς. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 16ου αἰ­ώ­να, πολ­λοὶ γνω­στοὶ λό­γι­οι ἐν­τάσ­σον­ται στὴ Ἰ­βη­ρι­τι­κὴ ἀ­δελ­φό­τη­τα, ἀν­τι­γρά­φουν χει­ρό­γρα­φα, συγ­γρά­φουν ἔρ­γα καὶ ἐμ­πλου­τί­ζουν τὴ βι­βλι­ο­θή­κη της μὲ τὰ προ­σω­πι­κά τους βι­βλί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1511 καὶ ὡς τὸ 1523 ἐρ­γά­ζε­ται στὸ μο­να­στή­ρι ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Θε­ο­δό­σι­ος, γνω­στὸς ὡς ὅ­σι­ος Θε­ό­φι­λος ὁ Μυ­ρο­βλύ­της, ὀ­νο­μα­στὸς καλ­λι­γρά­φος. Πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λως ἄ­γνω­στο, ἀλ­λὰ ση­μαν­τι­κὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­πο­χῆς, ἡ­γού­με­νο Δι­ο­νύ­σι­ο, θὰ ἀ­φή­σει στὴ Μο­νὴ πλῆ­θος χει­ρο­γρά­φων ἀν­τι­γραμ­μέ­νων μὲ τὸ χέ­ρι του. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1535 καὶ γι­ὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νι­α, ἡ Μο­νὴ θὰ φι­λο­ξε­νή­σει τὸν γνω­στὸ Ζα­κύν­θι­ο λό­γι­ο τοῦ 16ου αἰ­ώ­να Πα­χώ­μι­ο Ρου­σᾶ­νο καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1540 θὰ δε­χθεῖ ὡς ἀ­δελ­φὸ τὸν Θε­ο­φά­νη Ἐ­λε­α­βοῦλ­κο, με­γά­λο ρή­το­ρα τοῦ πα­τρι­αρ­χεί­ου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ θὰ ἀ­φή­σει στὴ Μο­νὴ τὰ βι­βλί­α του. Στὸ δεύ­τε­ρο μι­σὸ τοῦ αἰ­ώ­να θὰ ἐγ­κα­τα­βι­ώ­σει ὁ λό­γι­ος καὶ δι­δά­σκα­λος στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη Συ­με­ὼν Καβά­σι­λας ἐ­νῶ, λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ Μο­νὴ θὰ ἀ­πο­κτή­σει τὴν πο­λύ­τι­μη συλ­λο­γὴ χει­ρο­γρά­φων καὶ ἐν­τύ­πων τοῦ ἐ­πι­σκό­που Κυ­θή­ρων Μα­ξί­μου Μαρ­γου­νί­ου.

Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ἐμ­βέ­λει­α τῆς Μο­νῆς ἀλ­λὰ καὶ ἡ φή­μη τῆς Πορ­τα­ΐ­τισ­σας ξε­πέ­ρα­σε τὰ ὅ­ρι­α τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς. Ἄν­τί­γρα­φο τῆς εἰ­κό­νας, φι­λο­τε­χνη­μέ­νο τὸ 1648, κα­τό­πιν πα­ρα­κλή­σε­ως τοῦ με­τέ­πει­τα πα­τρι­άρ­χη Μό­σχας Νί­κω­νος, γί­νε­ται με­γά­λο προ­σκύ­νη­μα τοῦ βα­σι­λεί­ου τῆς Μο­σχο­βί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 1653 στε­γά­σθη­κε στὸ μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στὸ κέν­τρο τῆς Μό­σχας, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­χω­ρή­θη­κε ὡς με­τό­χι στὴ Μο­νή. Ἡ πα­ρα­χώ­ρη­ση πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἔν­δει­ξη ἰ­δι­αί­τε­ρης εὔ­νοι­ας, ἐ­φό­σον, μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴν ἀ­φι­έ­ρω­ση ἑ­νὸς με­το­χί­ου-ξε­νώ­να ἥσ­σο­νος ση­μα­σί­ας στὴ μο­νὴ Χι­λαν­δα­ρί­ου ἀ­πὸ τὸν τσά­ρο ᾿Ι­βάν Δ΄ (τὸν Τρο­με­ρό), ὁ Ἅ­γι­ος Νι­κό­λα­ος εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ με­τό­χι ποὺ πα­ρα­χω­ρή­θη­κε ἀ­πὸ τὶς ρω­σι­κὲς ἀρ­χὲς σὲ ἀ­θω­νι­κὴ μο­νὴ ἕ­ως καὶ τὸν 18ο αἰ­ώ­να. Ἡ εὔ­νοι­α αὐ­τὴ συμ­πί­πτει μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ δι­ά­ση­μου ἕλ­λη­να λο­γί­ου Δι­ο­νυ­σί­ου Ἰ­βη­ρί­του στὴν πό­λη, μὲ τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Ἀρ­σε­νί­ου Σου­χά­νωφ στὸ Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος πρὸς συλ­λο­γὴ χει­ρο­γρά­φων (μό­νο ἀ­πὸ τὴ μο­νὴ Ἰ­βή­ρων με­τέ­φε­ρε στὴ Μό­σχα 158 πο­λύ­τι­μα χει­ρό­γρα­φα) καὶ μὲ τὴν ἐ­νερ­γὸ ἀ­νά­μει­ξη τῶν Ἑλ­λή­νων στὰ δρώ­με­να τῆς θρη­σκευ­τι­κῆς καὶ πο­λι­τι­σμι­κῆς ζω­ῆς τῆς Ρω­σί­ας. Τὸ με­τό­χι, τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ ἐ­πί­ση­μοι τί­τλοι ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας ἐκ­δό­θη­καν τὸ 1669 ἀ­πὸ τὸν τσά­ρο Ἀ­λέ­ξι­ο Μι­χα­ή­λο­βιτς, ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σὲ τό­πο δι­α­μο­νῆς ὅ­λων τῶν πα­ρε­πι­δη­μούν­των στὴ Μό­σχα ἑλ­λή­νων κλη­ρι­κῶν καὶ σὲ χῶ­ρο ὅ­που συν­τε­λοῦν­ται οἱ ζυ­μώ­σεις τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῆς ρω­σι­κῆς πρω­τεύ­ου­σας.

Ἡ πα­ρά­δο­ση ἀ­φι­έ­ρω­σης βι­βλι­ο­θη­κῶν καὶ πα­ρα­μο­νῆς λο­γί­ων θὰ συ­νε­χι­σθεῖ καὶ στὸν 17ο αἰ­ώ­να. Τὸ 1678, ὁ πα­τρι­άρ­χης Δι­ο­νύ­σι­ος Δ΄ Μου­σε­λί­μης δω­ρί­ζει τὴν ὀγ­κώ­δη βι­βλι­ο­θή­κη του, στὴν ὁ­ποί­α τὸ 1722 θὰ προ­στε­θοῦν τὰ βι­βλί­α τοῦ Νε­ο­φύ­του Μαυ­ρομ­μά­τη, πρώ­ην μη­τρο­πο­λί­τη Ἄρ­τας. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος συ­νό­δευ­σε τὴν ἀ­φι­έ­ρω­ση μὲ τὴν οἰ­κο­δό­μη­ση πα­ρεκ­κλη­σί­ου, προ­σαρ­τη­μέ­νου στὸ κα­θο­λι­κό, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νου στὸν ἅ­γι­ο Νε­ό­φυ­το καὶ βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­που τέ­θη­καν τὰ βι­βλί­α. Τὴν ἴ­δι­α πε­ρί­ο­δο ἀ­κμά­ζει στὴ Μο­νὴ ὁ δι­α­κρι­θεὶς γι­ὰ τὴν ὁ­σι­ό­τη­τα τοῦ βί­ου Ἱ­ε­ρό­θε­ος ὁ Πε­λο­πον­νή­σι­ος, βα­θὺς γνώ­στης τῆς φι­λο­σο­φί­ας, τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ λα­τι­νι­κῆς φι­λο­λο­γί­ας καὶ δά­σκα­λος στὴ σχο­λὴ τῆς Σκο­πέ­λου, καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ μα­θη­τής του Με­λέ­τι­ος, γνω­στὸς γι­ὰ τὴ σχέ­ση του μὲ τὸν Εὐ­γέ­νι­ο Βούλ­γα­ρη καὶ τὴν Ἀ­θω­νι­ά­δα Σχο­λή. Στὰ τέ­λη τοῦ 18ου αἰ­ώ­να ὁ Χρι­στό­φο­ρος Προ­δρο­μί­της ἀ­πὸ τὴν Ἄρτα, μα­θη­τὴς τοῦ Εὐ­γε­νί­ου Βουλ­γά­ρε­ως, πα­ρα­μέ­νει στὴ σκή­τη τοῦ Προ­δρό­μου, ση­μαν­τι­κὸ ἐ­ξάρ­τη­μα τῆς Μο­νῆς ποὺ βρί­σκε­ται σὲ πλή­ρη ἀ­κμὴ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το μι­σὸ τοῦ 18ου αἰ­ώ­να καὶ συγ­γρά­φει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ κυ­ρί­ως ὑ­μνο­λο­γι­κῶν ἔρ­γων. Στὰ ὅ­ρι­α τῆς Μο­νῆς ἐγ­κα­τα­βι­ώ­νει, ἐ­πί­σης, κα­τὰ τὸ δι­ά­στη­μα τῆς ἀ­πο­μά­κρυν­σής του ἀ­πὸ τὸν πα­τρι­αρ­χι­κό θρό­νο, ὁ Γρη­γό­ρι­ος Ε΄.

Ἡ συμ­με­το­χὴ τῆς Μο­νῆς στὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση κα­τὰ τῶν ᾿Ο­θω­μα­νῶν τὸ 1821 συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ δρα­στή­ρι­α μορ­φὴ τοῦ Ἰ­βη­ρί­τη Νι­κη­φό­ρου χαρ­το­φύ­λα­κος, ποὺ συν­δέθη­κε μὲ τοὺς κύ­κλους τῆς Φι­λι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας, ἰ­δι­αί­τε­ρα μὲ τὸν ᾿Εμ­μα­νου­ὴλ Πα­πᾶ, καὶ δι­ο­ρί­σθη­κε, κα­τὰ τὴ δι­άρ­κει­α τῶν πο­λε­μι­κῶν γε­γο­νό­των, «δι­οι­κη­τὴς καὶ κρι­τὴς τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους». Οἱ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες δη­μεύ­σεις τῶν μο­να­στη­ρι­α­κῶν κτη­μά­των, ἀ­πὸ τὴ ρου­μα­νι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση τὸ 1863 καὶ ἀ­πὸ τὴ ρω­σι­κὴ στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880 καὶ οἱ ἀ­παλ­λο­τρι­ώ­σεις στὸν ἑλ­λα­δι­κὸ χῶ­ρο κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να ὁ­δή­γη­σαν στα­δι­α­κὰ τὴ Μο­νὴ σὲ οἰ­κο­νο­μι­κὸ μα­ρα­σμό, πα­ρέ­μει­νε ὅ­μως κέν­τρο μο­να­στι­κῆς λο­γι­ο­σύ­νης.

Κρί­των Χρυ­σο­χο­ΐ­δης

ΠΗΓΗ https://www.imiviron.gr/

Ακολουθήστε το kefaloniapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις..

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

εισάγετε το σχόλιό σας!

Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!