Αργοστόλι, παλιά αγορά. Η εικόνα είναι γνωστή σε όλους. Ένας αναπλασμένος χώρος, καθαρός, ευρύς, αλλά άδειος. Χωρίς ζωή. Χωρίς σκιά. Χωρίς προορισμό. Ένα πέρασμα που δεν οδηγεί πουθενά, γιατί δεν υπάρχει πια λόγος να σταθείς.
Τα μαγαζιά που λειτουργούσαν μέχρι πρόσφατα έφυγαν. Στη θέση τους έμειναν κενά ανοίγματα, καλυμμένα με γκρι υλικά, σαν να προσπαθεί η πόλη να κρύψει αυτό που δεν θέλει να κοιτάξει κατάματα.

Και μαζί με τα μαγαζιά, χάθηκε η επικοινωνία. Το πρωινό αντάμωμα. Οι κουβέντες στο μανάβικο. Το «πέρασα να σε δω». Το «τι ώρα θα κατέβεις». Η ρουτίνα που έδενε την πόλη με τα χωριά και τους ανθρώπους μεταξύ τους.
Η αγορά δεν ήταν μόνο εμπορικός χώρος. Ήταν κοινωνικός ιστός. Ήταν η καθημερινή επαφή. Ήταν το σημείο όπου ήξερες ότι θα βρεις τον άλλον, χωρίς να χρειαστεί να τον καλέσεις.

Σήμερα, μέσα στη ζέστη, το αναπλασμένο πεζοδρόμιο γίνεται ανυπόφορο. Δεν υπάρχουν δέντρα να κρατήσουν σκιά. Δεν υπάρχουν παγκάκια με ζωή. Δεν υπάρχει κίνηση. Και όταν δεν υπάρχει κίνηση, η πόλη σιωπά.
Μια πόλη χωρίς αγορά δεν είναι η ίδια πόλη.
Κι όμως, θα μπορούσε να είναι αλλιώς.
Ο ίδιος χώρος, με ανοιχτά μικρά μαγαζιά. Με πάγκους με φρούτα και προϊόντα. Με ανθρώπους να περπατούν, να ψωνίζουν, να σταματούν για καφέ. Με παγκάκια γεμάτα κουβέντα. Με δέντρα που προσφέρουν σκιά. Με μια καθημερινότητα που αναπνέει.
Όχι κάτι φανταστικό. Όχι κάτι μακρινό. Κάτι που υπήρχε. Μέχρι πρόσφατα.
Η συζήτηση δεν είναι αν έγινε ανάπλαση. Η συζήτηση είναι αν η ανάπλαση κράτησε τη ζωή ή την έδιωξε.
Γιατί οι πόλεις δεν κρίνονται από τα κυβικά του μπετόν και τα τμ της πλάκας που θα πέσουν στη θητεία του κάθε δήμαρχου ή περιφερειάρχη. Κρίνονται από το αν ζουν σε αυτές άνθρωποι.. Και εδώ, δεν έμεινε κανείς.
Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους: η Παλιά Αγορά σήμερα – και η Παλιά Αγορά όπως θα μπορούσε να είναι, αν υπήρχε μεράκι, αγάπη για τον τόπο και μια στάλα όραμα.
Αχ Αργοστολάκι!


