Στο προηγούμενο άρθρο του Think Tank για το γκαζόν, μιλήσαμε για την ψευδαίσθηση της πράσινης τελειότητας που απλώνεται σε αυλές, ξενοδοχεία και δημόσιους χώρους, στερώντας νερό και αντοχή από τη γη της Κεφαλονιάς.
Αυτή τη φορά, κοιτάμε λίγο πιο δίπλα — εκεί όπου το ίδιο νερό, αντί να ποτίζει δέντρα, κυλά μέσα σε χιλιάδες τεχνητές λίμνες πολυτέλειας.
Οι πισίνες έγιναν το νέο σύμβολο status, αλλά και ένας καθρέφτης της σχέσης μας με το περιβάλλον.
Το ερώτημα είναι απλό: πόση πολυτέλεια χωρά σε ένα νησί που αρχίζει να διψά;
Η Κεφαλονιά, νησί της αφθονίας και της ομορφιάς, ζει πια ένα παράδοξο. Ενώ το καλοκαίρι μοιάζει ατέλειωτο, το νερό δεν είναι. Και καθώς ο τουρισμός ωριμάζει, κάθε νέα βίλα, κάθε μικρό συγκρότημα με θέα το Ιόνιο, φαίνεται να έχει και τη δική του πισίνα — τον γαλάζιο καθρέφτη της επιτυχίας.
Αλλά πόσο κοστίζει τελικά αυτό το γαλάζιο νερό; Όχι σε ευρώ, αλλά σε σταγόνες.
Μια πρώτη, ρεαλιστική αποτύπωση που βασίζεται σε κατ’ εκτίμηση στοιχεία πολιτικού μηχανικού με εμπειρία σε υδραυλικά έργα του νησιού δείχνει πως η Κεφαλονιά διαθέτει περίπου 2.500 πισίνες, διάσπαρτες σε όλο το νησί.
Κάθε πισίνα χωρά κατά μέσο όρο 40 κυβικά μέτρα νερού· και γεμίζει μια φορά τον χρόνο.
Αυτό σημαίνει συνολικά 100.000 κυβικά μέτρα νερού ετησίως — όση κατανάλωση αντιστοιχεί περίπου σε 2.500 κατοίκους, αν υπολογίσουμε τη μέση χρήση των 100 λίτρων την ημέρα ανά άτομο.
Το νούμερο αυτό δεν φαίνεται τρομακτικό, αν το δεις απομονωμένα. Όμως το νερό αυτό προέρχεται από το ίδιο δίκτυο ύδρευσης που τροφοδοτεί σπίτια και χωριά, ένα δίκτυο ήδη γερασμένο και επιβαρυμένο. Σε περιοχές όπως το Φισκάρδο, όπου οι γεωτρήσεις δεν επαρκούν, το νερό των πισινών αγοράζεται με βυτίο — δηλαδή μεταφέρεται από δεξαμενές ή ακόμα και από άλλους δήμους. Μιλάμε, δηλαδή, για έναν κύκλο πολυτέλειας που ταξιδεύει με ντίζελ.
Στο ενεργειακό σκέλος, η λειτουργία φίλτρων, αντλιών και καθαριστικών συστημάτων ανεβάζει το αποτύπωμα ακόμα περισσότερο.
Αν υπολογίσουμε την ετήσια κατανάλωση ενέργειας ανά πισίνα σε 0,7 MWh, τότε μιλάμε για περίπου 1.750 MWh τον χρόνο — όσο ένα μεσαίο χωριό της Κεφαλονιάς. Και αυτό χωρίς να συνυπολογίσουμε την ενέργεια μεταφοράς νερού με τα βυτία.
Θα πει κάποιος: μα και στη Νάξο και στη Μάνη οι πισίνες δεν θεωρούνται ο κύριος υπεύθυνος της λειψυδρίας. Σωστά. Το ίδιο ισχύει και εδώ. Οι μεγαλύτεροι καταναλωτές είναι η γεωργία και τα νοικοκυριά. Όμως οι πισίνες έχουν κάτι που οι σωλήνες των αγρών δεν έχουν: φαίνονται.
Είναι το σύμβολο. Το βλέπεις από ψηλά, από το drone, από τους δορυφόρους , από το Instagram. Είναι το «τραύμα» του τουρισμού που μεγάλωσε απότομα, χωρίς να προλάβει να σκεφτεί τη φέρουσα ικανότητα του τόπου.
Ας μη γελιόμαστε: η Κεφαλονιά δεν είναι έρημος, αλλά ούτε και έχει απεριόριστο νερό. Το καλοκαίρι, τα χωριά του βορρά μένουν χωρίς πίεση, τα ξενοδοχεία κατεβάζουν δεξαμενές, και ταυτόχρονα το νησί διαφημίζεται με εικόνες ατελείωτων πισινών. Δεν είναι αντίφαση· είναι προειδοποίηση.
Η λύση δεν είναι να αδειάσουν οι πισίνες, αλλά να αλλάξει η λογική.
Πως;
Να μπουν υποχρεωτικά συστήματα συλλογής βρόχινου νερού, να καθιερωθεί η επαναχρησιμοποίηση για άρδευση κήπων, να υπάρξει κίνητρο για ενεργειακή αυτάρκεια μέσω φωτοβολταϊκών.
Μικρά, πρακτικά βήματα που μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από το δίκτυο και να κάνουν τις πισίνες ουδέτερες στο ισοζύγιο.
Η μελέτη του ΕΜΠ για τη Νάξο και τη Μάνη έδειξε ότι μια πισίνα μπορεί να είναι σχεδόν αυτάρκης αν διαθέτει συλλεκτική επιφάνεια 10 έως 20 φορές μεγαλύτερη από τη δική της.
Στην Κεφαλονιά, όπου οι βροχές είναι σε καλύτερο επίπεδο από ότι στη Νάξο, αυτό είναι απολύτως εφικτό.
Το πρόβλημα είναι πολιτισμικό. Είναι η νοοτροπία του εύκολου νερού, η ψευδαίσθηση ότι μια βρύση δεν στερεύει ποτέ. Το έχουμε δεδομένο. Αλλά δεν θα είναι πάντα έτσι αν δεν αλλάξουμε μυαλά.
Η πολυτέλεια του αύριο δεν θα είναι το να έχεις την πιο μεγάλη πισίνα.
Θα είναι να έχεις τη μικρότερη δυνατή κατανάλωση.
Να κολυμπάς σε νερό που δεν στέρησες από κανέναν.
♠ Σημείωση Think Tank:
Τα δεδομένα του παρόντος άρθρου προέρχονται από εκτίμηση πολιτικού μηχανικού με εμπειρία σε έργα ύδρευσης Κεφαλονιάς (Οκτώβριος 2025) και συγκρίνονται με τα αποτελέσματα της μελέτης ΕΜΠ – Πανεπιστημίου Τουλούζης (2025) για τη Νάξο και τη Δυτική Μάνη.

