Κεφαλονιά: Ο τουρισμός εκτοξεύεται και οι υποδομές “σπάνε” από σεισμούς, Ιανό και καλοκαιρινή πίεση

Key points

  • Η Εθνική Τράπεζα προειδοποιεί: το ελληνικό τουριστικό μοντέλο δοκιμάζεται όχι από έλλειψη ζήτησης, αλλά από υστέρηση υποδομών.

  • Η Ελλάδα κρατά 2,5% των παγκόσμιων αφίξεων και μπορεί έως το 2040 να αυξήσει σημαντικά επισκέπτες και έσοδα, μόνο αν οι υποδομές ακολουθήσουν.

  • Στα νησιά η απόκλιση είναι εντονότερη: σηκώνουν δυσανάλογο βάρος και λειτουργούν σε ακραίες εποχικές αιχμές.

  • Η Κεφαλονιά πληρώνει «διπλό κόστος» ανθεκτικότητας: σχεδόν καθημερινή σεισμική καταπόνηση και κλιματικά σοκ όπως ο «Ιανός».

  • 11 χρόνια μετά τους σεισμούς του 2014, παραμένουν ανοικτές πληγές σε δημόσιες υποδομές και δρόμους.

  • Η επιμήκυνση της σεζόν (2 → 6 μήνες) είναι διέξοδος, αλλά απαιτεί σταθερή λειτουργία ύδρευσης, απορριμμάτων, μεταφορών, ενέργειας και διοίκησης.

  • Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι «ποιος πληρώνει»: κάτοικοι, επιχειρήσεις, επισκέπτες, κράτος — ή ένας δίκαιος συνδυασμός.

    Το νέο όριο δεν είναι η ζήτηση. Είναι η αντοχή.

    Σε φάση δοκιμασίας εισέρχεται το ελληνικό τουριστικό μοντέλο όχι επειδή μειώνεται η διεθνής ζήτηση, αλλά επειδή ανοίγει ολοένα και περισσότερο η ψαλίδα ανάμεσα στην ταχύτητα ανάπτυξης του τουρισμού και στην αντοχή των υποδομών. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας που παρουσιάστηκε στο ετήσιο περιβάλλον του ΣΕΤΕ, με τις υποδομές να αναδεικνύονται ως ο καθοριστικός παράγοντας για τη βιωσιμότητα της «επόμενης ημέρας».

    Η εικόνα, σε εθνικό επίπεδο, είναι εντυπωσιακή: η Ελλάδα έχει αυξήσει το μερίδιό της στις παγκόσμιες αφίξεις στο 2,5% (από ένα μακρύ «πλατό» 1,9% τις προηγούμενες δεκαετίες), επιβεβαιώνοντας ότι στο σκέλος της ζήτησης τα πράγματα πηγαίνουν ισχυρά.

    Το κρίσιμο όμως —όπως ειπώθηκε καθαρά— είναι ότι η χώρα κινδυνεύει να γίνει «θύμα της επιτυχίας της» αν οι βασικές υποδομές δεν αναπτυχθούν με ανάλογο ρυθμό.

  • Η «υπόσχεση» έως το 2040 και η μεγάλη προϋπόθεσηΟι διεθνείς προβολές που παρουσιάστηκαν δείχνουν έναν παγκόσμιο τουρισμό που μπορεί να φτάσει περίπου τα 2,4 δισ. ταξιδιώτες έως το 2040, ενώ για την Ελλάδα το σενάριο «κερδίζουμε χωρίς να σπάμε» περνά μέσα από δύο κινήσεις: καλύτερο μίγμα αγορών (περισσότεροι μη Ευρωπαίοι επισκέπτες, άρα υψηλότερη δαπάνη) και εξομάλυνση εποχικότητας ώστε να μη φορτώνονται κι άλλο οι μήνες αιχμής. Σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια η παρουσίαση μιλά για δυνατότητα υποδοχής περίπου 18 εκατ. επιπλέον τουριστών έως το 2040, που θα μπορούσαν να αποδώσουν επιπλέον 14 δισ. ευρώ, χωρίς να επιβαρυνθούν περαιτέρω Ιούλιος και Αύγουστος — υπό έναν όρο: να προχωρήσουν οι υποδομές.Και εδώ είναι το σημείο που το εθνικό αφήγημα «κλειδώνει» πάνω στα νησιά, όπου η πίεση δεν είναι αφηρημένη, αλλά καθημερινή, μετρήσιμη και συχνά ορατή στον δρόμο, στο νερό, στα σκουπίδια, στις μετακινήσεις.Τα νησιά στο κέντρο της πίεσης — και όχι τυχαία

    Η απόκλιση ανάμεσα σε τουριστική ανάπτυξη και υποδομές αποτυπώνεται εντονότερα στα ελληνικά νησιά, ακριβώς επειδή σηκώνουν δυσανάλογο βάρος. Στην ίδια τη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, τα νησιά περιγράφονται ως «κατεξοχήν νησιωτικός τουριστικός προορισμός» για τη χώρα: φιλοξενούν σχεδόν το μισό των ξένων τουριστών, έχουν διπλασιάσει τις αφίξεις σε 15ετία φτάνοντας τα 16 εκατ. το 2024 και κατέχουν περίπου το 11% του παγκόσμιου νησιωτικού τουρισμού, με επτά ελληνικά νησιά να βρίσκονται στους 30 κορυφαίους προορισμούς διεθνώς.

    Το ίδιο υλικό δείχνει και κάτι ακόμα πιο «χειροπιαστό»: στην αιχμή, η πίεση μπορεί να μεταφράζεται σε δεκάδες τουρίστες ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο ημερησίως και σε αναλογία κατοίκων–επισκεπτών που αλλάζει δραματικά τους δύο μήνες του καλοκαιριού.

    Η Κεφαλονιά ως προσομοίωση: όταν το εθνικό μοτίβο γίνεται τοπική καθημερινότητα

    Αν «κουμπώσουμε» αυτό το πλαίσιο πάνω στην Κεφαλονιά, το συμπέρασμα είναι άβολο αλλά καθαρό: το νησί δεν απειλείται από έλλειψη ζήτησης, απειλείται από το να συνεχίσει να υποδέχεται αυξανόμενα κύματα επισκεπτών με υποδομές που έχουν σχεδιαστεί για μια άλλη κλίμακα, μια άλλη εποχή και συχνά για έναν χειμερινό πληθυσμό — όχι για το καλοκαιρινό «διπλό» και «τριπλό» φορτίο.

    Η ίδια η εθνική ανάλυση περιγράφει την καρδιά του προβλήματος: ενώ ο «στενός» τουριστικός τομέας επένδυσε (ξενοδοχεία–εστίαση, αερομεταφορές), οι επενδύσεις σε βασικές υποδομές έμειναν πίσω, ιδίως στην περίοδο 2010–2019, με μόνο μερική ανάκαμψη μετά το 2020.

Στο κομμάτι των καταλυμάτων, μάλιστα, καταγράφεται στροφή σε πιο πολυτελείς κλίνες (56% από 40% το 2010) και παράλληλη εκτόξευση της βραχυχρόνιας μίσθωσης πάνω από το 1 εκατ. κλίνες.

Στην Κεφαλονιά, αυτή η «ανισορροπία» μεταφράζεται πρακτικά σε ένα γνώριμο καλοκαιρινό σκηνικό: ύδρευση και αποχέτευση που πιέζονται στην αιχμή, απορρίμματα που αυξάνονται εκθετικά σε λίγες εβδομάδες, οδικό δίκτυο και μετακινήσεις που λειτουργούν στα όρια, ενέργεια που καλείται να καλύψει αιχμές ζήτησης, δημόσιες υπηρεσίες που καλούνται να τρέξουν έναν ολόκληρο «δεύτερο πληθυσμό» μέσα σε δύο μήνες.

Δεν είναι η πρώτη φορά — και δεν θα είναι η τελευταία

Κάπου εδώ μπαίνει μια κρίσιμη διευκρίνιση: δεν είναι η πρώτη φορά που το Think Tank ασχολείται με το ζήτημα των υποδομών στην Κεφαλονιά — και προφανώς δεν θα είναι και η τελευταία. Και ο λόγος είναι ότι το νησί μας δεν δέχεται πίεση στις υποδομές του μόνο από τον τουρισμό. Δέχεται πίεση «διπλή» και μόνιμη, από δύο μεγάλους αρνητικούς παράγοντες που επιταχύνουν τη φθορά και ανεβάζουν συνεχώς τον πήχη της ανθεκτικότητας.

Ο πρώτος είναι η σεισμικότητα. Η Κεφαλονιά ζει με τους σεισμούς ως κανονικότητα· ακόμα και οι μικρές, συχνές δονήσεις λειτουργούν σωρευτικά πάνω σε δημόσιες και ιδιωτικές υποδομές. Το 2014, οι ισχυροί σεισμοί της 26ης Ιανουαρίου και της 3ης Φεβρουαρίου άφησαν πίσω τους ένα μεγάλο αποτύπωμα και ένα πολυετές έργο αποκατάστασης.

Έντεκα χρόνια μετά, η αίσθηση ότι ορισμένα δημόσια κτίρια και κομμάτια του οδικού δικτύου δεν έχουν αποκατασταθεί,  δεν είναι απλώς «γκρίνια»: είναι το σύμπτωμα μιας διαχρονικής υστέρησης σε ρυθμούς, προτεραιοποίηση και συνέχεια.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η κλιματική κρίση, που στη Μεσόγειο —και άρα στην Κεφαλονιά— δεν έρχεται ως θεωρία αλλά ως γεγονός. Ο μεσογειακός κυκλώνας «Ιανός» τον Σεπτέμβριο του 2020 συνοδεύτηκε από έντονα πλημμυρικά φαινόμενα, κατολισθήσεις και εκτεταμένες ζημιές.

Τεχνικές εκθέσεις για τον «Ιανό» στην Κεφαλονιά μιλούν ρητά για σημαντικές βλάβες σε λιμενικές εγκαταστάσεις, οδικό δίκτυο, δίκτυα, κατασκευές και λοιπές υποδομές.

Το μήνυμα είναι σκληρό αλλά καθαρό: οι υποδομές του νησιού δεν αρκεί να «αντέχουν» τον τουρισμό· θα έπρεπε ήδη να έχουν προσαρμοστεί σε ένα νέο περιβάλλον αυξημένου κινδύνου, όπου τα ακραία φαινόμενα έχουν μεγαλύτερη συχνότητα, μεγαλύτερη ένταση και μεγαλύτερο κόστος αποκατάστασης.

Το ερώτημα: ποιος πληρώνει την ανθεκτικότητα;

Η επιμήκυνση της σεζόν —η μετάβαση από το δίμηνο αιχμής σε μια πιο απλωμένη, λειτουργική περίοδο— παρουσιάζεται ως λύση που μειώνει την πίεση των δύο μηνών και αυξάνει την απόδοση των επενδύσεων.

Όμως στην πράξη, αυτό δεν είναι μια «μαγική» μετατόπιση ημερολογίου. Είναι ένα ακριβό project υποδομών και λειτουργίας: χρειάζεται ύδρευση, απορρίμματα, μεταφορές, ενέργεια και δημόσια διοίκηση που να λειτουργούν αξιόπιστα όχι μόνο τον Αύγουστο, αλλά και τον Μάρτιο, τον Απρίλιο, τον Νοέμβριο.

Και τότε έρχεται το πιο πολιτικό, το πιο δύσκολο ερώτημα: ποιος χρηματοδοτεί αυτή τη μετάβαση; Στον δημόσιο διάλογο γύρω από τη μελέτη, αναφέρεται ως τάξη μεγέθους μια ετήσια ανάγκη επενδύσεων του 1,3 δισ. ευρώ για τα νησιά, ενώ η ίδια η μελέτη/παρουσίαση της Εθνικής Τράπεζας μιλά για ανάγκες υποδομών που «απαιτούν» επενδύσεις πολλών δισ. ετησίως (σε τιμές 2024), με ορίζοντα δεκαετίας.

Όπως και να μετρηθεί, το νόημα δεν αλλάζει: το κόστος είναι μεγάλο, συνεχές και δεν μπορεί να πέσει μονομερώς ούτε στους κατοίκους ούτε μόνο στους δήμους. Χρειάζεται δίκαιη κατανομή ανάμεσα σε κράτος, τοπική αυτοδιοίκηση, επιχειρήσεις και επισκέπτες, με διαφάνεια και σαφή «ανταποδοτικότητα» στην ποιότητα ζωής και στην εμπειρία του προορισμού.

Το συμπέρασμα για την Κεφαλονιά

Η Κεφαλονιά βρίσκεται ακριβώς πάνω στη γραμμή που περιγράφει η εθνική ανάλυση: δεν μας λείπει η ζήτηση, μας λείπει ο ρυθμός και ο συντονισμός για να χτίσουμε ανθεκτικότητα. Και επειδή το νησί ζει ταυτόχρονα με την τουριστική αιχμή, τη σεισμική καταπόνηση και τις κλιματικές πιέσεις, το κόστος της αδράνειας εδώ δεν είναι «αριθμός» — είναι φθορά, καθυστερήσεις, ζημιές, ανασφάλεια και τελικά ένας προορισμός που πιέζεται αντί να εξελίσσεται.

Αν ο ελληνικός τουρισμός κινδυνεύει να γίνει «θύμα της επιτυχίας του», η Κεφαλονιά κινδυνεύει να γίνει θύμα της επιτυχίας του και των φυσικών καταπονήσεων μαζί. Η επόμενη ημέρα, λοιπόν, δεν είναι να μετράμε μόνο αφίξεις. Είναι να μετράμε αντοχή. Και να αποφασίσουμε —επιτέλους— ότι οι υποδομές δεν είναι η υποσημείωση της ανάπτυξης, αλλά ο σκελετός της.

Η Ομάδα του Think Tank και Ειδικοί Συνεργάτες

Ακολουθήστε το kefaloniapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις..

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

εισάγετε το σχόλιό σας!

Captcha verification failed!
Η βαθμολογία χρήστη captcha απέτυχε. Παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας!

Δημοφιλή

More like this
Related

Αλλάζουν οι πινακίδες κυκλοφορίας στην Ελλάδα: Τελειώνουν γράμματα και αριθμοί

Οι πινακίδες κυκλοφορίας, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα «σήματα...

«Ανακαινίζω – Αναβαθμίζω» και για ανοιχτά σπίτια: Ποιοι δικαιούνται επιδότηση 90%

«Στα σκαριά» βρίσκεται ένα νέο, εκτεταμένο πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών,...

ΕΜΠΟΡΟΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ: Σε κλίμα ενότητας η διεκδίκηση λύσεων στα προβλήματα του κλάδου

Πραγματοποιήθηκε χθες Δευτέρα 9 Φβρουαρίου η Ετήσια τακτική συνέλευση...