εν ολίγοις
*Η Κεφαλονιά δεν χρειάζεται να αντιγράψει την Κρήτη, αλλά να υιοθετήσει τη λογική της οργανωμένης διασύνδεσης παραγωγής και τουρισμού.
*Το βασικό μάθημα είναι ότι η σύνδεση ντόπιων προϊόντων με ξενοδοχεία και εστίαση δεν γίνεται με ευχές, αλλά με σταθερό μηχανισμό συνεργασίας.
*Το νησί χρειάζεται έναν θεσμό τύπου Forum, με προκαθορισμένες συναντήσεις ανάμεσα σε παραγωγούς, ξενοδόχους, εστιατόρια, διανομείς και επιχειρήσεις φιλοξενίας.
*Η αρχή πρέπει να γίνει με λίγους, ρεαλιστικούς και σταθερούς κλάδους: τυροκομία, κρασί, μέλι, ελαιόλαδο, αρτοποιία, παραδοσιακά προϊόντα.
*Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η χαρτογράφηση των τοπικών παραγωγών και των πραγματικών αναγκών της τουριστικής αγοράς.
*Στην Κεφαλονιά, λόγω της μεγάλης παρουσίας βιλών και βραχυχρόνιων μισθώσεων, το μοντέλο πρέπει να αφορά όχι μόνο τα ξενοδοχεία αλλά και καταλύματα, εταιρείες διαχείρισης, delicatessen και επιλεγμένη εστίαση.
*Χωρίς συνεργασία ανάμεσα σε Επιμελητήριο, ξενοδόχους, παραγωγούς, εστίαση και δήμους, η τοπική αλυσίδα αξίας θα παραμένει αδύναμη.
*Το μεγάλο ζητούμενο είναι να μείνει περισσότερο τουριστικό χρήμα μέσα στο νησί και να αποκτήσει η τοπική παραγωγή σταθερή θέση στην οικονομία της Κεφαλονιάς.
Αναλυτικά:
Η Κεφαλονιά δεν χρειάζεται να γίνει Κρήτη. Δεν έχει το ίδιο μέγεθος, ούτε τον ίδιο όγκο παραγωγής, ούτε τη μεγάλη κλίμακα της κρητικής ξενοδοχίας. Θα ήταν λάθος να πιστέψει κανείς ότι μπορεί απλώς να αντιγράψει ένα μοντέλο και να το φορέσει αυτούσιο πάνω σε μια εντελώς διαφορετική νησιωτική οικονομία. Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό από την αντιγραφή: η κατανόηση της λογικής. Και αυτή η λογική είναι απλή, καθαρή και εξαιρετικά χρήσιμη για την Κεφαλονιά. Η σύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τον τουρισμό δεν γίνεται με ευχές, ούτε με δημόσιες σχέσεις, ούτε με γενικές αναφορές στα «υπέροχα τοπικά μας προϊόντα». Γίνεται μόνο όταν υπάρχει οργανωμένος μηχανισμός που φέρνει στο ίδιο τραπέζι αυτόν που παράγει και αυτόν που αγοράζει.
Αυτό είναι το μεγάλο μάθημα από την εμπειρία της Κρήτης. Εκεί δεν περιορίστηκαν σε συζητήσεις για την αξία της ντόπιας παραγωγής. Έστησαν έναν θεσμό. Έναν μηχανισμό επαναλαμβανόμενο, με κανόνες, με προγραμματισμένες επιχειρηματικές συναντήσεις, με συμμετοχή των επιμελητηρίων, των ξενοδοχείων, των δικτύων διανομής και των ίδιων των παραγωγών. Με άλλα λόγια, δημιούργησαν ένα πρακτικό κανάλι μέσω του οποίου η τοπική παραγωγή μπορεί να συναντήσει την τουριστική κατανάλωση. Αυτό ακριβώς λείπει από τα περισσότερα νησιά, και αυτό ακριβώς θα μπορούσε να αξιοποιήσει η Κεφαλονιά.
Γιατί το πρόβλημα στην Κεφαλονιά δεν είναι ότι δεν υπάρχουν προϊόντα. Υπάρχουν. Υπάρχει τυροκομία, υπάρχει κρασί, υπάρχει μέλι, υπάρχει ελαιόλαδο, υπάρχει αρτοποιία, υπάρχουν παραδοσιακά προϊόντα με ταυτότητα, ποιότητα και ιστορία. Το πραγματικό πρόβλημα είναι άλλο: αυτά τα προϊόντα δεν έχουν ακόμη ενταχθεί με σταθερό, επαγγελματικό και μετρήσιμο τρόπο στην εφοδιαστική αλυσίδα του τουρισμού. Έτσι, ο τουρισμός και η τοπική παραγωγή συχνά συνυπάρχουν γεωγραφικά, αλλά όχι οικονομικά. Βρίσκονται στο ίδιο νησί, αλλά δεν λειτουργούν σαν ένας ενιαίος οργανισμός.
Αν η Κεφαλονιά ήθελε πραγματικά να πάρει κάτι χρήσιμο από την κρητική εμπειρία, το πρώτο βήμα θα ήταν να δημιουργήσει έναν δικό της σταθερό θεσμό διασύνδεσης. Όχι μια «γιορτή προϊόντων», όχι μία ημερίδα γενικών ομιλιών, όχι ένα event για φωτογραφίες και δηλώσεις. Αλλά ένα πραγματικό Forum τοπικής αλυσίδας αξίας, που να γίνεται κάθε χρόνο λίγο πριν από την έναρξη της σεζόν και να έχει ένα σαφές αντικείμενο: προκαθορισμένες συναντήσεις ανάμεσα σε παραγωγούς, μεταποιητές, τυροκόμους, οινοποιούς, μελισσοκόμους, αρτοποιούς, ξενοδόχους, εστιάτορες, εταιρείες τροφοδοσίας, διαχειριστές καταλυμάτων και δίκτυα διανομής.
Εκεί θα φαινόταν αμέσως αν η τοπική οικονομία είναι έτοιμη να περάσει από τη θεωρία στην πράξη. Γιατί εκεί δεν θα αρκούσαν τα ωραία λόγια. Θα έμπαιναν στο τραπέζι τα πραγματικά ερωτήματα: τι ποσότητες μπορεί να δώσει ο κάθε παραγωγός, με ποια σταθερότητα, με ποιες συσκευασίες, με ποιες προδιαγραφές, σε ποιες τιμές, με ποιο δίκτυο παράδοσης, με ποια συνέπεια μέσα στη σεζόν. Δηλαδή ακριβώς τα ερωτήματα που κρίνουν αν ένα τοπικό προϊόν μπορεί να σταθεί μέσα στην πραγματική αγορά και όχι μόνο μέσα σε μια ρομαντική αφήγηση.
Εδώ βρίσκεται ίσως και το δυσκολότερο αλλά πιο αναγκαίο σημείο για την Κεφαλονιά: να ξεκινήσει ρεαλιστικά. Όχι με την αυταπάτη ότι μπορεί να τροφοδοτήσει τα πάντα, αλλά με επιλογή λίγων τομέων όπου υπάρχει πραγματική δυνατότητα. Τυριά και γαλακτοκομικά, κρασί, μέλι, ελαιόλαδο, ψωμί και αρτοποιήματα, ίσως ορισμένα παραδοσιακά γλυκίσματα ή τυποποιημένα προϊόντα μικρής κλίμακας. Δηλαδή κλάδοι που μπορούν να σταθούν επαγγελματικά, με επάρκεια και μια στοιχειώδη συνέχεια. Αν δεν γίνει αυτή η ιεράρχηση, το σχέδιο θα μείνει από την αρχή μετέωρο.
Από εκεί και πέρα, η Κεφαλονιά θα έπρεπε να κάνει κάτι ακόμη πιο βασικό: να χαρτογραφήσει με σοβαρότητα τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση. Να ξέρει ποιοι παραγωγοί υπάρχουν, τι ακριβώς μπορούν να δώσουν, ποια είναι η δυναμικότητά τους, σε ποια περίοδο έχουν επάρκεια, ποιες πιστοποιήσεις διαθέτουν, ποιες ελλείψεις έχουν. Και ταυτόχρονα να ξέρει τι ακριβώς ζητά η τουριστική αγορά του νησιού: τι χρειάζονται τα ξενοδοχεία, τι αναζητά η εστίαση, τι θα μπορούσαν να αγοράσουν σταθερά οι βίλες, ποιες κατηγορίες προϊόντων μπορούν να μπουν σε καλάθια υποδοχής, σε πρωινά, σε wine lists, σε τοπικά μενού, σε delicatessen και σε σημεία πώλησης εμπειρίας.
Γιατί στην Κεφαλονιά υπάρχει μια ιδιαιτερότητα που αλλάζει τα δεδομένα. Το νησί δεν έχει μόνο ξενοδοχειακό τουρισμό. Έχει και πολύ ισχυρή παρουσία βιλών, βραχυχρόνιων μισθώσεων και μικρών καταλυμάτων. Αυτό σημαίνει ότι ένα κεφαλονίτικο μοντέλο σύνδεσης δεν μπορεί να είναι στενά ξενοδοχειοκεντρικό. Πρέπει να είναι πιο ανοιχτό και πιο ευέλικτο. Να αφορά τα ξενοδοχεία, αλλά και τις εταιρείες διαχείρισης βιλών, τα boutique καταλύματα, τα τοπικά παντοπωλεία ποιότητας, τα καταστήματα που απευθύνονται στον επισκέπτη, ακόμη και τα οργανωμένα καλάθια υποδοχής που θα μπορούσαν να φέρνουν τον επισκέπτη σε επαφή με την τοπική γεύση από την πρώτη στιγμή. Αν η Κεφαλονιά προσπαθήσει να αντιγράψει μηχανικά την Κρήτη, θα αποτύχει. Αν όμως μεταφράσει σωστά τη λογική της στο δικό της τουριστικό προφίλ, μπορεί να πετύχει κάτι απολύτως δικό της και λειτουργικό.
To βασικό ερώτημα για την Κεφαλονιά δεν είναι αν έχει προϊόντα. Ούτε αν έχει τουρισμό. Τα έχει και τα δύο. Το ερώτημα είναι αν έχει τη βούληση να τα ενώσει. Αν έχει τη δύναμη να χτίσει έναν σταθερό μηχανισμό που θα βάλει περισσότερη τοπική παραγωγή μέσα στην τουριστική κατανάλωση και, μαζί με αυτήν, περισσότερο τουριστικό χρήμα μέσα στην ίδια την κοινωνία του νησιού. Εκεί θα κριθεί η σοβαρότητα της συζήτησης. Όλα τα άλλα είναι απλώς λόγια.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη προϋπόθεση, ίσως η πιο κρίσιμη από όλες: η συνεργασία. Στην Κεφαλονιά κανείς μόνος του δεν μπορεί να στήσει μια τέτοια αλλαγή. Ούτε ο παραγωγός μόνος του, ούτε ο ξενοδόχος μόνος του, ούτε ένα επιμελητήριο από μόνο του, ούτε ένας δήμος μόνος του. Χρειάζεται μια κοινή πλατφόρμα συνεννόησης και πίεσης, ένα τραπέζι όπου θα κάθονται οι φορείς της αγοράς χωρίς ανταγωνισμούς βιτρίνας και χωρίς τη λογική του αποσπασματικού εντυπωσιασμού. Αν δεν υπάρξει τέτοια κοινή βούληση, η τοπική αλυσίδα αξίας θα συνεχίσει να εξαρτάται από προσωπικές γνωριμίες, τηλεφωνήματα της τελευταίας στιγμής και μεμονωμένες καλές προθέσεις. Και έτσι δεν χτίζεται ποτέ πραγματική οικονομική δομή.
Η μεγάλη αξία ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν είναι μόνο οικονομική. Αφορά την ταυτότητα. Γιατί όταν ένα ξενοδοχείο σερβίρει τοπικό τυρί στο πρωινό του, όταν ένα εστιατόριο στηρίζει με συνέπεια ντόπιους παραγωγούς, όταν ένα καλάθι καλωσορίσματος σε μια βίλα περιέχει κεφαλονίτικο μέλι, κρασί και παραδοσιακά προϊόντα, τότε η τοπική παραγωγή δεν μπαίνει απλώς σε ένα ράφι. Μπαίνει μέσα στην εμπειρία του επισκέπτη. Γίνεται μέρος της μνήμης του ταξιδιού, μέρος της ταυτότητας του τόπου, μέρος του ίδιου του brand της Κεφαλονιάς. Και αυτό είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εμπορική συναλλαγή. Είναι η στιγμή που η τοπική οικονομία και η πολιτισμική ταυτότητα συναντιούνται.
Αλλά ακριβώς εδώ βρίσκεται και η αλήθεια που δεν πρέπει να κρυφτεί: τίποτε από αυτά δεν θα συμβεί επειδή είναι ωραίο ως ιδέα. Θα συμβεί μόνο αν οργανωθεί. Μόνο αν υπάρξουν στόχοι, λίστες, συναντήσεις, επαναλήψεις, απολογισμός, μέτρηση αποτελεσμάτων. Μόνο αν το νησί περάσει από τη διάχυτη επιθυμία για «στήριξη των τοπικών προϊόντων» σε μια πραγματική πολιτική τοπικής αγοράς. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να πάρει η Κεφαλονιά από το μοντέλο της Κρήτης: όχι ένα έτοιμο καλούπι, αλλά την απόδειξη ότι η τοπική αλυσίδα αξίας δεν είναι θεωρία. Είναι οργάνωση.
H Ομάδα του Think Tank

