Η τουριστική ανάπτυξη δεν κρίνεται μόνο από τις αφίξεις, τα έσοδα και τις πληρότητες. Κρίνεται και από το αν οι άνθρωποι που κρατούν όρθια τη σεζόν μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια στον τόπο όπου εργάζονται.
Η κρυφή πλευρά της «βαριάς βιομηχανίας»
Η φράση του συνδικαλιστή του τουρισμού κ. Λιβέρη στο Tornos News, ότι «αν ο τουρισμός είναι βαριά βιομηχανία, οι εργαζόμενοι χρειάζονται ζωή και όχι επιβίωση», ανοίγει μια συζήτηση που στην Ελλάδα καθυστερήσαμε πολύ να κάνουμε με σοβαρότητα.
Δυστυχώς η δημόσια συζήτηση γύρω από τον τουρισμό περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από αριθμούς. Αφίξεις, διανυκτερεύσεις, έσοδα, πληρότητες, νέες πτήσεις, νέες κλίνες, νέες επενδύσεις. Όλα αυτά είναι σημαντικά. Δεν είναι όμως μόνο αυτά ο τουρισμός.
Πίσω από κάθε γεμάτο ξενοδοχείο, κάθε εστιατόριο που δουλεύει στο όριο, κάθε beach bar, κάθε βίλα, κάθε τουριστική εμπειρία, υπάρχουν εργαζόμενοι, άνδρες και γυναίκς. Άνθρωποι που καθαρίζουν, σερβίρουν, μαγειρεύουν, οδηγούν, κουβαλάνε, υποδέχονται, οργανώνουν, συντηρούν, χαμογελούν, λύνουν προβλήματα και απορροφούν καθημερινά την πίεση μιας ολόκληρης οικονομίας ολίγων μηνών.
Δεν υπάρχει βιώσιμος τουρισμός όταν ο επισκέπτης ζει την εμπειρία και ο εργαζόμενος απλώς επιβιώνει.
Εποχικότητα η μόνιμη ανασφάλεια
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα δύσκολα ωράρια της σεζόν. Είναι ότι η εποχική εργασία έχει εξελιχθεί, για χιλιάδες ανθρώπους, σε έναν κύκλο έντασης και αβεβαιότητας. Λίγοι μήνες υπερεργασίας το καλοκαίρι, λίγοι μήνες επιδότησης τον χειμώνα και ενδιάμεσα η αγωνία για το αν θα υπάρξει δουλειά, στέγη και εισόδημα την επόμενη χρονιά.
Όταν η τουριστική οικονομία στηρίζεται σε 12ωρα, σε 7ήμερα, σε εξαντλητικούς ρυθμούς και σε διαρκή διαθεσιμότητα, τότε δεν μιλάμε απλώς για εργασιακή πίεση. Μιλάμε για ένα μοντέλο ανάπτυξης που καταναλώνει τους ίδιους τους ανθρώπους που το υπηρετούν.
Η Κεφαλονιά μπροστά στο ίδιο ερώτημα
Περισσότεροι από επτά χιλιάδες εργαζόμενοι στην Κεφαλονιά , απασχολούνται εποχικά στον τουρισμό – επισιτισμό. Η Κεφαλονιά λοιπόν δεν μπορεί να βλέπει αυτή τη συζήτηση σαν κάτι που αφορά μόνο τη Μύκονο, τη Σαντορίνη, τη Ρόδο ή τους μεγάλους υπερφορτωμένους προορισμούς. Το πρόβλημα έχει ήδη αρχίσει να αγγίζει και τα Ιόνια νησιά, με διαφορετική ένταση αλλά με την ίδια ουσία.
Οι τιμές των ενοικίων ανεβαίνουν. Η βραχυχρόνια μίσθωση περιορίζει τη διαθέσιμη κατοικία. Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό. Νέοι άνθρωποι σκέφτονται δύο φορές αν αξίζει να δουλέψουν σεζόν, όταν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους μπορεί να χαθεί μόνο για ένα δωμάτιο ή για βασικά έξοδα διαβίωσης.
Έτσι, η στέγη παύει να είναι ένα ιδιωτικό πρόβλημα του εργαζόμενου. Γίνεται κρίσιμη τουριστική υποδομή. Όπως ένας προορισμός χρειάζεται δρόμους, λιμάνια, αεροδρόμιο, καθαριότητα και νερό, χρειάζεται και κατοικία για τους ανθρώπους που καλούνται να τον λειτουργήσουν.
Η στέγη για τους εργαζόμενους δεν είναι ιδιωτικό πρόβλημα. Είναι κρίσιμη τουριστική υποδομή.
Ποιοτικός τουρισμός χωρίς ποιοτική εργασία δεν υπάρχει
Τα τελευταία χρόνια ο όρος «ποιοτικός τουρισμός» χρησιμοποιείται διαρκώς. Συχνά όμως περιορίζεται σε εικόνες πολυτελείας, σε ακριβότερα καταλύματα, σε καλύτερη προβολή, σε πιο στοχευμένες αγορές. Η ποιότητα, όμως, δεν αρχίζει από το design ενός ξενοδοχείου. Αρχίζει από την ανθρώπινη εμπειρία.
Ένας εξαντλημένος εργαζόμενος δεν μπορεί να προσφέρει σταθερά υψηλή ποιότητα υπηρεσιών. Ένας άνθρωπος που δεν ξέρει πού θα μείνει, πόσο θα αντέξει ή τι θα κάνει τον χειμώνα, δεν μπορεί να γίνει μακροχρόνια δύναμη ενός προορισμού. Και ένας τόπος που ζητά από τους εργαζόμενους μόνο αντοχή, χωρίς να τους προσφέρει προοπτική, τελικά φθείρει και το ίδιο το τουριστικό του προϊόν.
Το ζήτημα είναι αναπτυξιακό
Η συζήτηση για τους εργαζόμενους στον τουρισμό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως παράρτημα της κοινωνικής πολιτικής. Είναι στον πυρήνα της αναπτυξιακής στρατηγικής. Διότι η ποιότητα ενός προορισμού εξαρτάται από την ποιότητα των ανθρώπων που τον υπηρετούν, από τη σταθερότητα των ομάδων, από την εμπειρία που συσσωρεύεται, από την επαγγελματική αξιοπρέπεια που δημιουργεί εμπιστοσύνη.
Όταν κάθε χρόνο οι επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό από την αρχή, όταν οι εργαζόμενοι αλλάζουν κλάδο επειδή δεν αντέχουν, όταν η εμπειρία χάνεται και αντικαθίσταται από πρόχειρες λύσεις, τότε το κόστος δεν το πληρώνει μόνο ο εργαζόμενος. Το πληρώνει και ο προορισμός.
Η εύκολη λύση των εισαγόμενων εργαζομένων δεν αρκεί
Η προσφυγή σε εργαζόμενους από άλλες χώρες μπορεί να καλύπτει άμεσα κενά της αγοράς. Σε αρκετές περιπτώσεις είναι ήδη μέρος της πραγματικότητας και πιθανότατα θα ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της λύση.
Αν οι συνθήκες παραμένουν δύσκολες, αν η στέγη είναι ακριβή ή ακατάλληλη, αν τα ωράρια ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια, αν οι έλεγχοι είναι αδύναμοι και η συμμόρφωση τυπική, τότε το πρόβλημα απλώς μεταφέρεται σε πιο ευάλωτους ανθρώπους. Και αυτό δεν είναι βιώσιμη τουριστική πολιτική. Είναι ανακύκλωση της ίδιας κρίσης.
Η στέγη ως προϋπόθεση λειτουργίας του τουρισμού
Σε πολλά νησιά, η στέγη έχει γίνει πλέον το πιο κρίσιμο εμπόδιο για την εργασία. Δεν αρκεί να προσφέρει μια επιχείρηση δουλειά, αν ο εργαζόμενος δεν μπορεί να μείνει κοντά στον τόπο εργασίας του. Δεν αρκεί να υπάρχουν ανάγκες προσωπικού, αν το κόστος κατοικίας ακυρώνει το ίδιο το εισόδημα.
Η θεσμικά οργανωμένη στέγαση εργαζομένων στον τουρισμό δεν είναι πολυτέλεια. Είναι εργαλείο σταθερότητας. Μπορεί να αφορά συνεργασίες επιχειρήσεων, δήμων, περιφέρειας, συνεταιριστικών σχημάτων ή ειδικών προγραμμάτων. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί πλέον να αφήνεται στην τύχη της αγοράς, γιατί η αγορά έχει ήδη δείξει τα όριά της.
Η Κεφαλονιά πρέπει να προλάβει πριν αναγκαστεί να θεραπεύσει
Το πλεονέκτημα της Κεφαλονιάς είναι ότι δεν έχει ακόμη φτάσει σε σημείο μη επιστροφής. Έχει χρόνο να σχεδιάσει, να συζητήσει και να οργανώσει πολιτικές πριν η κρίση γίνει εκρηκτική. Όμως αυτό απαιτεί να δει το ζήτημα εγκαίρως και όχι όταν οι επιχειρήσεις δεν θα βρίσκουν προσωπικό, οι νέοι θα εγκαταλείπουν τον κλάδο και η ποιότητα των υπηρεσιών θα υποχωρεί.
Η τουριστική ανάπτυξη του νησιού δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ομορφιά του τοπίου, στην καλή φήμη, στις πτήσεις και στις αφίξεις. Πρέπει να στηρίζεται και σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με τους ανθρώπους της εργασίας. Με όσους κρατούν ανοιχτά τα ξενοδοχεία, τις κουζίνες, τα εστιατόρια, τα καταστήματα, τις μεταφορές και τις καθημερινές λειτουργίες του προορισμού.
Ανάπτυξη δεν είναι να αντέχουν οι άνθρωποι. Είναι να μπορούν να ζουν
Αν ο τουρισμός είναι πράγματι η «βαριά βιομηχανία» της χώρας, τότε η χώρα οφείλει να αντιμετωπίσει τους εργαζόμενούς του ως βασική παραγωγική δύναμη και όχι ως αναλώσιμο εποχικό προσωπικό. Το ίδιο ισχύει και για την Κεφαλονιά.
Ποιοτικός τουρισμός χωρίς ποιοτική εργασία δεν υπάρχει.
Δεν υπάρχει βιώσιμος τουρισμός όταν ο επισκέπτης ζει την εμπειρία και ο εργαζόμενος απλώς επιβιώνει. Δεν υπάρχει ποιοτικός προορισμός όταν οι άνθρωποι που τον υπηρετούν δεν μπορούν να στεγαστούν αξιοπρεπώς, να ξεκουραστούν, να σχεδιάσουν τη ζωή τους, να παραμείνουν στον τόπο ή στο επάγγελμα.
Το επόμενο μεγάλο ερώτημα για την Κεφαλονιά δεν είναι μόνο πόσους τουρίστες μπορεί να υποδεχθεί. Είναι αν μπορεί να χτίσει ένα τουριστικό μοντέλο στο οποίο οι εργαζόμενοι δεν θα είναι η αόρατη πλευρά της επιτυχίας, αλλά αναγνωρισμένο, προστατευμένο, αξιοπρεπές και ισότιμο μέρος της.
Ελένη Δ. Χιόνη

