Κάλπηκος: Σπυρέτο…
Σπυρέτος: Πάλι εσύ; Ήσυχα σήμερα, ε;
Κάλπηκος: Ε, γι’ αυτό σε φώναξα… Μέρες είναι για σκέψη, όχι για πολλά λόγια.
Σπυρέτος: Να σου πω… σκέφτομαι κάτι από εψές…
Κάλπηκος: Πάρλα.
Σπυρέτος: Εδώ στ’ Αργοστόλι… άλλοι κουβαλούνε βάρη.
Κάλπηκος: Ντούμκουε;
Σπυρέτος: Και άλλοι κάνουνε πως δεν τα γλέπουνε.
Κάλπηκος: Μπα… τα γλέπουνε. Απλά δεν τα σκώνουνε.
Σπυρέτος: Ε, τότε τι κάνουνε;
Κάλπηκος: Στέκουνται δίπλα… και περιμένουνε να περάσει.
Σπυρέτος: Σαν να μην τσ’ αφορά…
Κάλπηκος: Σαν να ’ναι ξένο.
Σπυρέτος: Μα δεν είναι ξένο, βορέ… εδώ ζούμε.
Κάλπηκος: Ναι… αλλά είναι πιο εύκολο να λες «δεν είναι δικό μου».
Σπυρέτος: Και ποιανού είναι;
Κάλπηκος: Αυτουνού που θα το σκώσει.
Σπυρέτος: Τσοέ;
Κάλπηκος: Δηλαδή… πάντα κάποιος θα μείνει να βασταίνει το βάρος. Το θέμα είναι… θα είναι ένας;
Σπυρέτος: Ή θα το μοιραστούνε…
Κάλπηκος: Ε, αυτό λέω κι εγώ.
Σπυρέτος: Και θα το μοιραστούνε;
Κάλπηκος: …ή θα κάνουνε πάλι πως δεν το βλέπουνε;
(παύση)
Σπυρέτος: Ξέρεις τι με σκιάζει;
Κάλπηκος: Τι;
Σπυρέτος: Μη φτάσουμε στο τέλος… και καταλάβουμε ότι δεν έσκωσε κανείς νούλα!
Κάλπηκος: Ε, τότενες δεν θα φταίει το βάρος…
Σπυρέτος: Και τι θα φταίει;
Κάλπηκος: Ότι δεν βρέθηκε κανείς να το πάρει πάνω του.
