Ο Κάλπηκος φιλοξενεί σήμερα τον Αυτοδιοικητικό σε μια αιχμηρή βόλτα στην παραλιακή του Αργοστολίου, ανάμεσα σε πλάκες, κοκοφοίνικες. πατίνια να αναζητούν τη χαμένη ταυτότητα της πόλης.
Μια μέρα στην παραλία τ’ Αργοστολιού
Λοιπόν, σήμερα η κουβέντα πάει στο Αργοστόλι. Γιατί πριν λίγες μέρες ήρθε μια φίλη για πρώτη φορά στην πόλη και κατάφερε μέσα σε δέκα λεπτά να μου ανεβάσει το αίμα στο κεφάλι.
Όχι γιατί είπε ψέματα. Αλλά γιατί τα είπε ωμά.
Πριν έρθει, περίμενε, όπως είπε, μια πόλη με χρώμα. Με επτανησιακή αύρα. Με αρχοντιά Ιονίου, έστω κι αν γνώριζε πως το παλιό Αργοστόλι χάθηκε στους σεισμούς πριν από εβδομήντα και πλέον χρόνια.
Περίμενε δρόμους με καλαίσθητα φανάρια, πεζόδρομους με χαρακτήρα, μια παραλιακή που να θυμίζει νησί και όχι προέκταση αστικής λεωφόρου. Περίμενε επτανησιακή αυθεντικότητα, κεφαλονίτικη «ιδιαιτερότητα» και βρήκε, όπως είπε, κάτι που μοιάζει πολύ με «συνοικία της Αθήνας».
«Δεν είστε ούτε στο Περιστέρι ούτε στη Δάφνη. Στο Ιόνιο είστε. Με πράσινο, υγρασία και ζωή», είπε σχεδόν αγανακτισμένη. «Πού είναι οι δενδροστοιχίες σας, τα παρτέρια με τα λουλούδια, οι νησιώτικες πέργκολες, η επτανησιακή αισθητική;»
Κι εκεί άρχισε η άμυνα της τοπικής υπερηφάνειας.
Της εξηγήθηκε, λοιπόν, πως στο Αργοστόλι τα τελευταία δέκα χρόνια «έπεσε πολύ χρήμα». Έγιναν αναπλάσεις, πλατείες, πεζόδρομοι, έργα στην παραλία, κυβόλιθοι, πλάκες παντού , γεμίσαμε με πλάκες.
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα», απάντησε εκείνη.
«Μια πόλη γεμάτη πλάκες και άδεια από κεφαλονίτικη ψυχή».
Χωρίς γωνιές που να θυμίζουν Επτάνησο.
Χωρίς ένα τοπόσημο που να λέει «είσαι στο Αργοστόλι και όχι σε οποιαδήποτε ελληνική επαρχιακή ανάπλαση ΕΣΠΑ».
Γιατί οι τουρίστες δεν ταξιδεύουν για να δουν αντίγραφα.
Τα αντίγραφα τα έχουν ήδη στις πόλεις τους.
Και κάπου εκεί η κουβέντα πίκρανε. Γιατί, όσο σκληρά κι αν ακούγονταν, σε αρκετά είχε δίκιο.
Καθίσαμε λίγο αργότερα στην παραλιακή, κοιτώντας σιωπηλά τους ανεμοδαρμένους κοκοφοίνικες να παλεύουν καθημερινά με τον αέρα και το αλάτι της θάλασσας.
Δέντρα εξόριστα σε λάθος γεωγραφία. Ο αέρας τους μαστιγώνει καθημερινά, το αλάτι τους ραίνει αλλά με τα φύλλα τους να ξεραίνονται, στέκονται ακόμα σε μια ατέρμονη προσπάθεια να κρατηθούν στη ζωή.
Μάρτυρες μιας ματαιοδοξίας και ενός μεγαλείου που δεν ήρθε ποτέ.
«Σε… ανεμοδαρμένα ύψη θα είχαν ίσως καλύτερη τύχη», μου πέταξε η φίλη μου.
Αργότερα, ένας επιχειρηματίας της παραλιακής, του οποίου ο δρόμος μόλις στρώθηκε με νέες πλάκες, δήλωσε απόλυτα ικανοποιημένος.
«Έτσι γίνονται τώρα όλες οι πόλεις. Είναι ευρωπαϊκή οδηγία», είπε με βεβαιότητα ανθρώπου που πιθανότατα πιστεύει πως στις Βρυξέλλες υπάρχει Επίτροπος Κυβόλιθου και Γενική Διεύθυνση Πλακόστρωσης.
Δεν είναι σαφές ποιος διακινεί αυτές τις αστικές μυθολογίες, αλλά κάπου πρέπει να σταματήσει το παραμύθι ότι η αισθητική ξεκινά και τελειώνει σε μια παλέτα με τσιμεντόπλακες.
Γιατί πόλη χωρίς ταυτότητα, χωρίς προσωπικότητα, δεν σώζεται με εργολαβίες βιτρίνας.
«Έχετε όμως τις πιο εκπληκτικές παραλίες», μου είπε με θαυμασμό.
«Γι’ αυτές φρόντισε η φύση», της απάντησα.
Ο αυτοδιοικητικός
