Ο Κάλπηκος και ο Σπυρέτος κάθουνται στη βεράντα τση θεάς Αγκιολίνας και ετοιμάζουνε τις φορολογικές τους δηλώσεις, σχολιάζοντας με το γνωστό τους ύφος τα εκατομμύρια στους τζίρους, τα λίγα ευρώ στους λογαριασμούς και τις απορίες που ανοίξανε πρόσφατα στην Κεφαλονιά.
Κάλπηκος:
Ωρέ Σπυρέτο, εξήγησέ μου κάτι γιατί τα δικά μου τα μαθηματικά είναι του δημοτικού.
Σπυρέτος:
Άμα είναι του δημοτικού, μπορεί να είναι και πιο καθαρά.
Κάλπηκος:
Πώς γίνεται από τη μια να γλέπεις τζίρους εκατομμυρίωνε που ζαλίζουνε, και από την άλλη, να γλέπεις υπόλοιπα λογαριασμώνε που σε κάνουνε να νιώθεις ότι τελικά εσύ είσαι ο εκατομμυριούχος και ο άλλος ο φτωχός;
Σπυρέτος:
Για εφκειό εφτού το θαύμα Κάλπηκε δεν υπάρχουνε εξηγήσεις ανά τσου αιώνες..
Κάλπηκος:
Δεν λέω ότι είναι παράνομο. Λέω ότι είναι ακατανόητο για το μικρό μου το τσερβέλο..
Σπυρέτος:
Μόνο που στην πολιτική, το ακατανόητο είναι βαρύ πράγμα. Γιατί ο δημότης μπορεί να μη ξέρει να διαβάζει ισολογισμούς, αλλά καταλαβαίνει πότε τα νούμερα δεν του κάθουνται καλά. Δεν μπορεί ωρέ φίλε, δεν γίνεται..
Κάλπηκος:
Δηλαδή;
Σπυρέτος:
Δηλαδή, όταν τα εκατομμύρια κάνουνε παρέλαση σε τζίρους, όταν η λίστα των επιχειρήσεων μοιάζει ατέλειωτη και τα υπόλοιπα στους προσωπικούς λογαριασμούς μοιάζουνε με ρέστα από τσιτσιμπύρα, ο κόσμος απορεί και σταυροκοπιέται.
Κάλπηκος:
Και η απορία του δημότη, άμα μείνει αναπάντητη…
Σπυρέτος:
..γίνεται πολιτικό πρόβλημα.
Κάλπηκος:
Άρα δεν χρειάζεται να φωνάξουμε.
Σπυρέτος:
Όχι! Γιατί είναι φορές που τα νούμερα φωνάζουνε από μονάχα τους.
Κάλπηκος:
Τι υπόλοιπο λογαριαμού έχεις εσυ βορέ Σπυρέτο;
Σπυρέτος:
317,05 ευρώπουλα
Κάλπηκος:
Α! Είσαι πλουσιότερος από το πιο πλούσιονε του χωριού, κερνάς τσιτσιμπύρες!
Σπυρέτος:
Εεεε; Για στάκα…!
