Κάλπηκος και Σπυρέτος κατεβήκανε μπονόρα στ’ Αργοστόλι και πιάσανε στασίδι στην αγαπημένη τους καφετέρια..
— «Σπυρέτο, αδρεναλίνη στο φουλ σήμερα…»
— «Τι έκαμες βορέ Κάλπηκε;»
— «Διέσχισα την Κρανιά…»
— «Και;»
— «Με ψώνια στο πίσω κάθισμα.»
— «Άγιε Γεράσιμε μου…»
— «Για δυο δευτερόλεπτα έγραψε το κοντέρ 61.»
— «ΜΗΝ ΤΑ ΛΕΣ ΔΥΝΑΤΑ! Τσίτο!»
— «Και κάποια στιγμή… πήγα με 63.»
— «Εντάξει. Είσαι για FBI τώρα.»
— «Δεν είχα και το καινούργιο γιλέκο.»
— «Ισόβια.»
— «Και είχα και καφέ μέσα στο αμάξι.»
— «Τέλειωσε. Είσαι εγκληματική οργάνωση. Στέκα μακριά μου!»
Ο Σπυρέτος έβαλε τα γέλια και κοίταξε απέναντι την περιπολία.
— «Εν τω μεταξύ, Κάλπηκε, το Αργοστόλι έχει γίνει σαν αμερικάνικη σειρά. Σε κάθε γωνία αστυνομία. Στη στροφή, αστυνομία. Στο STOP, αστυνομία. Στο “πουθενά”, αστυνομία.»
— «Εγώ να δεις… Επήγα να παρκάρω και νόμιζα ότι μπαίνω σε μπλόκο της DEA.»
— «Να σου πω όμως κάτι σοβαρό; Ο κόσμος δεν είχε πρόβλημα να έρθει αστυνομία.»
— «Καθόλου.»
— «Ο ίδιος ο κόσμος το ζήτησε μετά απ’ όλα όσα γινόντανε.»
— «Εδώ αριβάρανε βουλευτές, δήμαρχοι και συνδικαλιστές αστυνομικοί στον υπουργό.»
— «Και σωστά επήανε.»
— «Γιατί υπήρχε φόβος.»
— «Και αγανάκτηση.»
— «Και πραγματικά περιστατικά. Ξεχνάς τη Μυρτώ;»
— «Οχι βέβαια. Αλλά τώρα ο ντόπιος αισθάνεται ότι τονε κυνηγάνε επειδή δενε φόρεσε γκελέκο και επέρασε το όριο για τρία δευτερόλεπτα.»
Ο Κάλπηκος ήπιε μια γουλιά καφέ και χαμήλωσε τη φωνή.
— «Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα Σπυρέτο;»
— «Πάρλα»
— «Όταν ο νομοταγής πολίτης αρχίζει να αισθάνεται πιο ελεγχόμενος από εκείνον που πραγματικά ήπρεπε να φοβάται.»
— «Εκεί στραβώνει το πράμα.»
— «Γιατί ο κόσμος δεν ζητούσε ναρτει το FBI για να γράψει τη γιαγιά που επήαινε σούπερ μάρκετ και έβαζε τα ψώνια δίπλα τση.»
— «Άλλο ζητούσε.»
— «Ζητούσε να μπορεί το παιδί του να κάτσει στην πλατεία χωρίς φόβο.»
— «Να σταματήσουνε οι συμμορίες, οι τσαμπουκάδες, τα “ξέρεις ποιος είμαι εγώ”, οι παρέες που λειτουργούν λες και έχουν ασυλία, οι βόλτες στο Νάπιερ, η διακίνηση..»
— «Αυτό ακριβώς.»
Ο Σπυρέτος κοίταξε προς το δρόμο
— «Και ξέρεις τι ακούγεται τώρα στην αγορά;»
– «Τι;»
— «Ότι υπάρχουνε αθρώποι που για τους ίδιους και χειρότερους λόγους τη βγάζουνε πάντα καθαρή.»
— «Άστο…»
— «Όχι, να μην το αφήσουμε. Γιατί εκεί είναι όλη η ουσία. Ο νόμος πρέπει να είναι ίδιος για όλους.»
— «Αλλιώς δεν γίνεται ασφάλεια.»
— «Γίνεται θυμός.»
Ο Κάλπηκος αναστέναξε.
— «Τελικά Σπυρέτο, στην ιζολά μας έχουμε ένα μοναδικό ταλέντο.»
— «Ποιο;»
— «Να ζητάμε κράτος όταν φοβόμαστε… και να φοβόμαστε το κράτος όταν εμφανίζεται.»
— «Ναι, αλλά το κράτος θέλει και μέτρο.»
— «Και προπάντως δικαιοσύνη.»
— «Και κυρίως να μην κάνει τον εύκολο έλεγχο εκεί που δεν υπάρχει αντίδραση.»
Σιωπή για λίγο.
Πέρασε ένα περιπολικό αργά.
Ο Κάλπηκος ίσιωσε στο κάθισμά του..
— «Σπυρέτο…»
— «Έλα.»
— «Πέτα τον καφέ.»
— «Γιατί; Στη καφετέρια είμαστε ωρέ καφέ πίνουμε…»
— «Μας κοιτάνε…»
— «Λες να απαγορεύτηκε ο καφές τση καφετέριες; Πολύ επιμόνα κοιτάνε»
— «Ξεπαλουκώσου να την κάνουμε …»
— «Πάμε στη βεράντα τση Θειάς Αγκιολίνας…»
— «Πάμε. Πάμε. Εδεκει έχουμε άσυλο, πίνουμε όσονε καφέ τραβάει η ψυχή μας»
— «Και το φελιτζάνι δίπλαθε χωρίς φόβο να μας γράψει κανείς».
