Ο Ιούλης έφτασε, το Λιθόστρωτο γέμισε κόσμο και ο Κάλπηκος επιστρέφει με μια απορία που, βαθιά μέσα τους, έχουν κάνει πολλοί Κεφαλονίτες: πόσο εύκολο είναι να μοιράζεσαι το νησί σου όταν αλλάζουν οι καθημερινές σου συνήθειες;
Κάλπηκος: Ιούλης, Σπυρέτο, καίγεται το σύμπαν στο Αργοστόλι…
Σπυρέτος: Κόψε κάτου να πάμε μια βόρτα ατο λιμάνι. Να κάτσουμε στο παγκάκι μας, να τηράμε τα κότερα…
Κάλπηκος: Ποιο παγκάκι, ορέ; Μας το ’χουνε πάρει οι επισκέπτες. Δεν υπάρχει παγκάκι για μάς.
Σπυρέτος: Ε, πάμε στο Πόντε τότενες.
Κάλπηκος: Να κουντράμε πάνω τσου τουρίστες σαν να ’μαστε στην Πλατεία Συντάγματος;
Σπυρέτος: Πολύ γκρίνια, αδελφέ μου. Δεν υποφέρεσε.
Κάλπηκος: Πότε θα φύγουνε;
Σπυρέτος: Ποιοι;
Κάλπηκος: Οι τουρίστες.
Σπυρέτος: Οκτώβρη. Με την τελευταία πτήση.
Κάλπηκος: Μπρι ή μετά του Αγίου;
Σπυρέτος: Τι δουλειά έχει ο Άγιος;
Κάλπηκος: Να ξέρω άμα θα αντέξω ή αν θα με πας δεμένωνε στη χάρη του.
Σπυρέτος: Ο κόσμος κάνει αμάν να ’ρτουνε τουρίστες, να κυλήσει χρήμα, κι εσύ διαολίζεσαι με δαύτους.
Κάλπηκος: Να κάνουμε μια συμφωνία.
Σπυρέτος: Με μένανε;
Κάλπηκος: Όχι, ορέ. Με τσου τουρίστες.
Σπυρέτος: Και τι να λέει η συμφωνία;
Κάλπηκος: Να μας στέλνουνε το έμβασμα και να κάθουνται σπίτι τους.
Σπυρέτος: Όρσε βορε… μη στα χρωστάω!
