Σήμερα , παίρνοντας δύναμη απ’τις αναμνήσεις της , προσπαθεί να σταθεί ακόμα λίγο ολόρτη , όντας μισορείπια , προσμένοντας με αγωνία τις παλιές της δόξες .
Οι βοσκοί που οδηγούσαν τα κοπάδια τους , στα βοσκοτόπια της Έζας , της Λακκουδίτσας , της Πέρπελης , της Βίγκλας και του Κούτουπα , σταματούσαν το σούρουπο στην καλύβα , αποκαμωμένοι απ’τον κάματο της μέρας , απ’τους αγέρηδες , τις βροχές και το τσουχτερό κρύο του βουνού , απάγκιαζαν στην ζεστασιά της φωτιάς π’άναβαν και προσπαθούσαν να χορτάσουν με το λιγοστό κρίθινο ψωμί που είχαν στα σακούλια τους και να ζεστάνουν τα σωθικά τους με το βοστιλίδι , που κουβαλούσαν μαζί τους στις κρασοκολοκύθες .
Όταν έπεφτε για τα καλά το σκοτάδι , με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα απ΄το σπίρτο και την φωτιά , αρχινούσαν το κουβεντολόϊ , τα πειράγματα και τις ιστορίες τους .
Για τον μόχθο της ζήσης τους , τα βοσκοτόπια , τα μονοπάτια του βουνού , τον κούρο , τ’άρμεγμα , τις αλωνόστερνες που ξεδιψούσαν , τα ξωτικά και τις στρίγγλες του Αίνου .
Αχ , τι είχε ακούσει η αφεντιά της για τις στρίγγλες .
Τριγύριζαν τις νύχτες λέει , ανάμεσα στα έλατα ουρλιάζοντας σαν δαιμονισμένες .
Αλίμονο σ’όποιον βρίσκονταν μονάχος την νύχτα στο βουνό .
Οι στρίγγλες που παραμόνευαν πίσω απ’τα έλατα , τον άρπαζαν και τον σκρωβοντούσαν στον μεγάλο γκρεμό .
Όταν τα ματοτσίνορα τους άρχιζαν να βασιλεύουν , τυλιγόντουσαν στις βαριές τους κάπες κι’ακουμπητά στα πετροτοίχια της καλύβας τους εύρισκε το πρωτοϋπνι .
Ως τον ερχομό της αυγής που θα τους ξυπνούσε το φως .
Άμοιρη καλύβα .
Να μπορούσες να ξιστορήσεις , όλα όσα έχεις γδει κι’έχεις ακούσει τους χρόνους τους παλιούς .
Μάταια προσμένεις τα περασμένα σου μεγαλεία .
Δεν θα τα ματαζήσεις .
Δεν θα ματάρτουν οι βοσκοί … .
Μήτε οι στρίγγλες θα ματαουρλιάξουν … .
Ξεψύχησαν κι’αυτές στην δίνη του σύγχρονου γίγνεσθαι .
Όπως θα ξεψυχήσεις κι’εσυ και θα γένεις άμορφος σωρός από πέτρες .
Θυσία στην αδιαφορία του σημερινού ανθρώπου για ότι συνθέτει το παρελθόν του .
Δεν ειν’αλάργα ο καιρός .
Το διάβασα
Το ματαδιάβασαου άρεσε